Ο παθιασμένος με τα χρήματα …

Τα είχε όλα.

Είχε υγεία.

Είχε ομορφιά.

Είχε εξυπνάδα.

Είχε την δυνατότητα να σπουδάσει.

Ήταν πρωταθλητής.

Είχε δόξα μεγάλη.

Έγινε βουλευτής.

Έγινε υφυπουργός.

Έκανε μια όμορφη οικογένεια.

Ο κόσμος τον αγαπούσε.

Το έκανε δήμαρχο της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της πιο δοξασμένης χώρας.

Και αυτός την ντρόπιασε.

Και όλα τα δώρα του Θεού τα έχασε.

Μάταια όλα, τα πλούτη, κάθε μορφής, που μάζεψε.

Μάταια, επειδή δεν τα τίμησε.

Η απληστία, ακύρωσε όλα τα δώρα.

.

Κι όλοι εσείς
που σωρεύετε λεφτά,
βοηθάτε τον διπλανό σας
επειδή μάταιο είναι να μαζεύεις …
να μαζευεις … να μαζευεις …

Λέει ο Εκκλησιαστής: «ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ, …»

Ἐκκλησιαστής Κεφ. 05, 9-16
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Μετάφραση Βασιλική Π. Δεδούση
9 ᾿Αγαπῶν ἀργύριον οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου· καὶ τίς ἠγάπησεν ἐν πλήθει αὐτῶν γένημα; καί γε τοῦτο ματαιότης.
Οπαθιασμένος  με τα χρήματα

ποτέ δε θα χορτάσει.

Και ποιο το κέρδος από τα πλούτη τα πολλά και τα γεννήματά τους;
Όλα, κέρδη και πλούτη, μάταια.
10 ἐν πλήθει ἀγαθωσύνης ἐπληθύνθησαν ἔσθοντες αὐτήν· καὶ τί ἀνδρεία τῷ παρ᾿ αὐτῆς ὅτι ἀλλ᾿ ἢ τοῦ ὁρᾶν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ;
Όσο πληθαίνουν τ΄ αγαθά, 

μαζεύονται και οι άχρηστοι 

οπού τα κατατρώγουν.

Και ποιο είναι τάχα τ’ όφελος 

του πλούσιου που τα ‘χει, 

παρά να βλέπει, 

έτσι μπροστά στα μάτια του

τ’ αγαπημένο του το βιός 

αυτοί  να σπαταλούνε;

 

11 γλυκὺς ὕπνος τοῦ δούλου εἰ ὀλίγον καὶ εἰ πολὺ φάγεται· καὶ τῷ ἐμπλησθέντι τοῦ πλουτῆσαι οὐκ ἔστιν ἀφίων αὐτὸν τοῦ ὑπνῶσαι. Ο τίμιος ο δουλευτής, 

για λίγο φάει, για πολύ,

γλυκόν έχει τον ύπνο.

Από την άλλη ο πάμπλουτος,

από τις έγνοιες τις πολλές

και την αχορτασιά του,

δεν ημπορεί ποτέ γλυκά

τα μάτια του να κλείσει.

12 ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ, Μιαν άλλη αρρώστια, ολέθρια

είδα στη γη να υπάρχει.

Τον πλούτο, που σωρεύεται

και μόνο βλάβες φοβερές

στον κάτοχό του φέρνει.

13 καὶ ἀπολεῖται ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος ἐν περισπασμῷ πονηρῷ, καὶ ἐγέννησεν υἱόν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν χειρὶ αὐτοῦ οὐδέν. Και έρχεται ώρα κακιά,

κι ο πλούτος πάει,

σαν τον καπνό σκορπίζεται,

και στο παιδί που γέννησε

από τα πλούτη τα πολλά

τίποτα δεν του έμεινε 

κληρονομιά να δώσει.

14 καθὼς ἐξῆλθεν ἀπὸ γαστρὸς μητρὸς αὐτοῦ γυμνός, ἐπιστρέψει τοῦ πορευθῆναι ὡς ἥκει, καὶ οὐδὲν οὐ λήψεται ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, ἵνα πορευθῇ ἐν χειρὶ αὐτοῦ. Γυμνός γεννιέται ο άνθρωπος,

γυμνός στο χώμα μπαίνει.

Μένουν τα χέρια του αδειανά

και δεν τον συντροφεύουν

τα αγαθά των κόπων του

στο ύστερο ταξίδι.

15 καί γε τοῦτο πονηρὰ ἀρρωστία· ὥσπερ γὰρ παρεγένετο, οὕτως καὶ ἀπελεύσεται, καὶ τίς ἡ περισσεία αὐτοῦ, ᾗ μοχθεῖ εἰς ἄνεμον; Και τούτο είναι βέβαια

ακόμα λυπηρότερο,

αφού, έτσι, όπως ήρθε, φεύγει.

Και ποιο το κέρδος του λοιπόν,

που σ΄ όλη του τη ζήση

τον άπιαστο τον άνεμο

συνέχεια κυνηγούσε;

16 καί γε πᾶσαι αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ἐν σκότει καὶ ἐν πένθει καὶ θυμῷ πολλῷ καὶ ἀρρωστίᾳ καὶ χόλῳ. Και όλες οι μέρες βέβαια 

του πλεονέκτη άνθρωπου 

είναι σκοταδιασμένες

μέσα σε πένθος και οργή,

σε βάσανα και πόνους.

Όλη τη ζήση την περνά

μ΄έγνοιες αρρωστημένες.

17 ᾿Ιδοὺ εἶδον ἐγὼ ἀγαθόν, ὅ ἐστι καλόν, τοῦ φαγεῖν καὶ τοῦ πιεῖν καὶ τοῦ ἰδεῖν ἀγαθωσύνην ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ ἐὰν μοχθῇ ὑπὸ τὸν ἥλιον ἀριθμὸν ἡμερῶν ζωῆς αὐτοῦ, ὧν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός· ὅτι αὐτὸ μερὶς αὐτοῦ. Να ποιο είναι το καλό 

που ευτυχία φέρνει.

Ο άνθρωπος να τρώει, να πίνει

και τα καλά που κέρδισεμε μόχθο

και κοπιάζοντας, για όσες μέρες ο Θεός 

έδωσε στη ζωή του,

ν απολαμβάνει με χαρά.

Αυτό είναι το κέρδος του,

αυτό το μερτικό του.

18 καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ᾧ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς πλοῦτον καὶ ὑπάρχοντα καὶ ἐξουσίασεν αὐτῷ φαγεῖν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ λαβεῖν τὸ μέρος αὐτοῦ καὶ τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, τοῦτο δόμα Θεοῦ ἐστιν. Σε όποιον έδωσ’ ο Θεός πλούτη πολλά 

και υπάρχοντα,

του ‘δωσε και την άδεια

να χαίρεται τα δώρα,

να παίρνει τη μερίδα του

και τους καρπούς του κόπου του

να τους απολαμβάνει.

Αυτά είναι δώρα απ’ τον Θεό,

19 ὅτι οὐ πολλὰ μνησθήσεται τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ· ὅτι ὁ Θεὸς περισπᾷ αὐτὸν ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας αὐτοῦ. γιατί αυτόν τον άνθρωπο δεν τόνε βασανίζουν σκοτούρες

και προβλήματα

στις μέρες της ζωής του,

αφού η καρδιά του ευφραίνεται

με τα καλά που έχει.

Το χαμομηλάκι

Advertisements

Ο πελτές του Μήτσου

Νεαρός ήταν όταν  κατέβηκε στην Αθήνα να κάνει την τύχη του. 
Τρία βρακιά ήταν όλη η περιουσία του.
Δύσκολα ήταν, εκείνα τα χρόνια.
Σιγά-σιγά κάτι κατάφερε ο Μήτσος και νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, κατέβαινε πολλά σκαλιά σ’ ένα τυφλό δωμάτιο που δεν είχε καθόλου φως. 

… το ψυγείο ήταν άδειο,
μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ.

Μετά από κανένα χρόνο μετακόμισε στα Πατήσια.
Τώρα θα μου πείτε από Παγκράτι πως βρέθηκε στα Πατήσια. Να, η διαδρομή ήταν μία, με ένα εισιτήριο, Κολιάτσου-Παγκράτι. Έτσι προέκυψε το δωμάτιο στα Πατήσια.

Παλάτι του φάνταζε το δωμάτιο στα Πατήσια. Ήταν και ημιυπόγειο. Είχε και μια μικρή, τόση δα αυλίτσα στον ακάλυπτο.
Παρέες δεν είχε ο Μήτσος στην Αθήνα, όλο δούλευε και άμα γύρναγε στο «σπίτι» του, ευχαριστιόταν, καθάριζε, τακτοποιούσε, ξεκουράζονταν και διάβαζε.
Κάποια στιγμή πήρε και ένα ψυγειάκι από το Μινιόν. Μεγάλες χαρές. Ήθελε το «σπίτι» του να το φτιάξει σπιτικό. Να μάθει να μαγειρεύει, να κόψει τα σουβλάκια. Τα πιτόγυρα.
Ένα απόγευμα, γύρναγε από τη δουλειά και συναντάει ο Μήτσος που λέτε, ένα φίλο του από πάνω από την πατρίδα. Έτσι στο πουθενά, βρήκε ένα γνωστό, ίδια ηλικία είχανε περίπου.

Μπάμπη; Τι θες εδώ;

Μήτσο, εσύ είσαι;
Αγκαλιές, φιλιά. Ο Μπάμπης είχε κατέβει από το χωριό για μια δουλειά. Φτώχεια κι αυτός, τα είπανε λίγο κι ο Μήτσος κατάλαβε.

Μπάμπη, θα έρθεις στο σπίτι. Θα μαγειρέψουμε, θα φάμε, θα ξεκουραστείς, θα κοιμηθείς και αύριο με το καλό πας στη δουλειά σου.
Στο δρόμο αγόρασαν ψωμί, μισή δραχμή έκανε.
Φτάσανε στο ημιυπόγειο, όλο καμάρι ο Μήτσος του έκανε χώρο να περάσει.
Πήγε ο Μήτσος στο κουζινάκι, άνοιξε το ψυγείο και το ψυγείο ήταν άδειο, μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ. Ντοματοπελτέ. Ντομάτα σάλτσα, πως την λένε.
Δαγκώθηκε ο Μήτσος, αλλά τί να κάνει δραχμή δεν υπήρχε στην τσέπη.

Μπάμπη, θα φτιάξουμε, ένα φαΐ που θα γλύφεις τα δάχτυλα σου.
Έβαλε το κατσαρολάκι στο πετρογκάζ, το γέμισε νερό και έριξε τον πελτέ μέσα στο νερό και το άφησε να πάρει μια βράση. Δυο πιάτα είχε ο Μήτσος, «έστρωσε» το τραπεζάκι και σέρβιρε την σούπα πελτέ.
Χαμογέλασε ο Μπάμπης και κάθισε στο τραπεζάκι. Βούταγαν το ψωμί μέσα στο ζουμί και έτρωγαν με βουλιμία. Έτσι ξεγέλασαν την πείνα τους.
Πέρασαν χρόνια κι ο Μήτσος συναντήθηκε με τον Μπάμπη στην Θεσσαλονίκη. Ήταν αλλιώς τα πράγματα.
Πήγαν για καφέ και θυμήθηκαν τα παλιά. Γέλαγαν με το περιστατικό του ντοματοπελτέ.
Όταν χωρίζανε, γυρίζει ο Μπάμπης και λέει στον Μήτσο:

Να σου πω Μήτσο, από τότε, έχω αδειάσει πολλά πιάτα, αλλά να ξέρεις την νοστιμιά που είχε εκείνο το ντοματόζουμο, δεν την ξαναβρήκα. Είχε πολλή αγάπη εκείνος ο πελτές, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, κι άμα τρώω ένα ωραίο φαγητό, πάντα λέω:
«Σαν τον πελτέ του Μήτσου όμως, δεν είναι».


Το hamomilaki

Αγανακτισμένη έφηβη

Τα τείχη
Κ.Π.Καβάφη

«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.»

Τι πέρναγε από το μυαλό σας τόσα χρόνια; Πώς κάνατε, όσα κάνατε έτσι απερίσκεπτα, έτσι απλά και όπως έλαχε; Στήσατε τείχη γύρω μου, με εγκλωβίσατε, στήσατε άτσαλα όλη τη ζωή μου.
Πώς να ζήσω; Πώς να ονειρευτώ;
Λένε ότι οι γονείς βάζουν πρώτα τα παιδιά τους. Ότι πάνω απ’ όλα το δικό τους μέλλον σκέφτονται, τη δική τους ευτυχία.
Όταν, όλοι σας, είτε δρώντας άνομα οι ίδιοι, είτε με την ένοχη ανοχή σας και χωρίς την παραμικρή λύπη, φτιάξατε για μένα μια ζωή «στημένη», μια φυτοζωή, τι είδους αγάπη είχατε μέσα σας για το σπλάχνο σας, τη συνέχειά σας, το παιδί σας;
Παιδιά όλων σας είμαστε, αυτό τουλάχιστον το έχετε καταλάβει;
 
Απερίσκεπτοι, ανάλγητοι και χωρίς τσίπα -«χωρίς αιδώ»-, πήρατε τη ζωή μου για παιχνίδι και μάλιστα στημένο κατά τα κέφια σας και τα εφήμερα συμφέροντά σας.
Ποια ονειροπαγίδα μπορείτε πια να βάλετε μπροστά στη ζωή μου για να διαλύσετε τα κακά μου όνειρα; Οι εφιάλτες μου τώρα είναι στον ξύπνιο όχι στον ύπνο μου.

«Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·»

Μόλις πριν λίγο άφησα το διάβασμα, έδωσα εξετάσεις με το δικό σας σύστημα και «πέτυχα».
Πέτυχα τι;; Θα δείξει.
«Τα τείχη» αισθάνομαι τώρα να με βαραίνουν περισσότερο. Θα σπουδάσω, ναι. Δεν έχω όμως την πολυτέλεια (με πατέρα που απολύθηκε και μάνα που σκοτώνεται σε δυο δουλειές για να τα φέρουμε βόλτα) να ονειρεύομαι μια ξέγνοιαστη φοιτητική ζωή.
Έχω μια θλίψη βαθιά, απελπισία όχι.
Θλίψη για το δικό σας κατάντημα, και αγανάκτηση για την αμυαλιά και την επιπολαιότητά σας.
Όσο για μένα;
Ευτυχώς υπάρχει και η Ποίηση…
.
«διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.»
 
Περνάω σε «καλή σχολή» της «επιλογής» μου.
Τίποτα και κανένας δε μου στάθηκε για να επιλέξω σωστά.
Και εδώ το «σύστημά» σας άρπα κόλλα το φτιάξατε.
Τείχος στην πιο κρίσιμη ηλικία μου η όλη διαδικασία επιλογής σπουδών. Καμιά ενημέρωση, καμιά φροντίδα από κανέναν.
Έχω πολλά να κάνω εκεί «έξω».
Τι λέτε; Σκοπεύετε να ανοίξετε καμιά πύλη στα πανύψηλα τείχη που σκαρώσατε, μήπως και μπορέσω να δω τα όμορφα, που επιμελώς μου κρύβετε;

«Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»
 
Όσο δουλεύατε αδιάκοπα για να υψώσετε «τα τείχη», χαμπάρι δεν πήρα. Φαίνεται ότι από παιδί συνήθισα τους κρότους και τους ήχους σας και σημασία δεν έδινα.
Κάτι καλό για μένα χτίζουν, σκεφτόμουν. Δεν μπορεί, παιδί τους είμαι. Και τα παιδιά τα αγαπούν οι μεγάλοι.

Και τέλειωσα πριν λίγο το Λύκειο, όπου έμαθα πολλά από ένα κείμενο, που το σύστημά σας θέλει να διδάσκεται μια ώρα μόνο τη βδομάδα.
Έμαθα από ένα κείμενο ότι Δημοκρατία θα πει αξιοκρατία, ισονομία, ισηγορία, εντιμότητα.
Διδάχτηκα τον «Επιτάφιο» του Περικλή.
Και ξέρετε κάτι; Πάλι θα μελετήσω αυτό το κείμενο και είμαι σίγουρη ότι απ’ αυτό θα βρω τα άριστα εργαλεία να γκρεμίσω τα «τείχη» που γύρω μου στήσατε.
 

Ευτυχώς υπάρχει ο Επιτάφιος…

Ευτυχώς υπάρχει η Ποίηση.
Δέλτα Βήτα

Να τα δικά μου ασημικά!!

Μια φορά ήταν μια μανούλα που είχε τέσσερα παιδάκια.
Το μεγαλύτερο ήταν έξι χρονών και το μικρότερο ίσα που μπουσούλαγε.
Μόλις είχε μετακομίσει η οικογένεια στο δικό της σπιτάκι. Είχαν βάλει μέσα τα απαραίτητα και πολλά ακόμα έλειπαν για να το τελειώσουν. Σιγά-σιγά, όλα θα γίνουν, σκεφτόταν και μια χαρά μεγάλωναν τα βλασταράκια της.
Ένα απόγευμα χτυπάει το κουδούνι. Μια γειτόνισσα ήρθε για επίσκεψη.
Η πόρτα άνοιξε χαρούμενα και η άγνωστη κάθισε στο σαλόνι.
Άρχισε να μελετάει τους χώρους αδιάκριτα και μετά τα τυπικά, για καλή εγκατάσταση και τα παρόμοια, έκανε το μεγάλο λάθος.
—Βλέπω ότι ακόμα δεν έχετε επιπλώσει το σπίτι. Είπε με το θράσος που δίνει η αίσθηση της «ανωτερότητας».
—Όλα θα γίνουν, απάντησε η μανούλα, προσπαθώντας να φανεί ευγενική.
—Εδώ, αυτή η γωνιά είναι ό,τι πρέπει για να βάλεις μια βιτρίνα για τα ασημικά σου, συνέχισε η άλλη.
—Ααα, τα ασημικά μου!! Δεν το είχα σκεφτεί. Μισό λεπτάκι παρακαλώ. Είπε η μανούλα και άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.

—Παιδιά, ελάτε λίγο που σας θέλω, φώναξε.

Σε ένα λεπτάκι τα παιδάκια παρουσιάστηκαν. Πρώτα τα μεγαλύτερα μέσα στις μπογιές ζωγραφικής και αμέσως μετά ο τρίτος μπόμπιρας κουβαλώντας και σέρνοντας σχεδόν το μικρό αδερφάκι του.
Αυτό που είδε η γειτόνισσα δεν πρόκειται να το ξεχάσει.
Και αυτά που άκουσε ίσως να της έδωσαν ένα καλό μάθημα.
Ο πιτσιρίκος που έσερνε το μικρό, είχε πασαλειφτεί ολόκληρος σχεδόν με μερέντα στα χεράκια και στο πρόσωπο και το μωράκι, μέσα στη μερέντα και αυτό γλυφόταν με ευχαρίστηση.
Ααα!! έκανε η ξένη, λερώθηκαν!!
-Να τα δικά μου ασημικά! Είπε με καμάρι η μάνα.

Η γειτόνισσα, όπως έμαθα, δεν επισκέφτηκε άλλη φορά τη μανούλα που δεν είχε ασημικά για να βάλει σε έπιπλο, αλλά ασημικά και μαλάματα της καρδιάς της, πασαλειμμένα με μερέντα και χρώματα ζωγραφικής.
Αναρτήθηκε στις hamomilaki. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

Κι όμως … υπάρχει Ελπίδα!

Μαζεύτηκαν, όσοι χρειάζονταν για να αρχίσει η παρουσίαση.
Πριν μπει στο θέμα ο εισηγητής, ανταλλάχτηκαν μερικές κουβέντες.
Το θέμα πήγε, στον πατέρα που σφαγιάστηκε άγρια για μια κάμερα.
 
Πήρε τον λόγο ένα από τους παρευρισκόμενους και είπε:
— Την ίδια μέρα που έγινε αυτό, φεύγοντας από την δουλειά μου, πήγα στο αυτοκίνητο, όταν χτύπησε το κινητό μου. Μετά το τηλεφώνημα, στην προσπάθεια μου να ξεκλειδώσω το αυτοκίνητο, άφησα το κινητό μου στην οροφή του αυτοκινήτου. Ξεκλείδωσα, έβαλα μπρος και .. έφυγα και φυσικά το κινητό στην πορεία … έπεσε από την οροφή του αυτοκινήτου. Όταν έφτασα στο σπίτι, αναζήτησα το τηλέφωνο, αλλά … τίποτε. Άρχισα να καλώ τον αριθμό μου από το κινητό της γυναίκας μου. Το τηλέφωνο καλούσε, αλλά δυστυχώς, κανείς δεν απαντούσε.
Είχα μεγάλη απογοήτευση. Το τηλέφωνο ήταν ακριβό, όχι από ψώνιο, αλλά σαν εργαλείο της δουλειάς μου. Είχα τα πάντα εκεί μέσα. Στενοχωρήθηκα, αλλά τι να έκανα, ζήτησα και μπήκε φραγή στον αριθμό μου.
Αργότερα, χτύπησε το κινητό της γυναίκας μου.
— Ορίστε …
—…
— Παρακαλώ;
— Χάσατε το τηλέφωνό σας;
— Ναι, ναι, παρακαλώ, πέστε μου
— Βασανίστηκα πολύ κύριε, αν έπρεπε να σας καλέσω. Ομολογώ, ότι έψαξα την συσκευή σας, ήταν ξεκλείδωτα όλα και διαπίστωσα ότι ήταν σημαντικό για σας. Αποφάσισα λοιπόν να σας το επιστρέψω.

Πήγα, στον τόπο που μου είπε και συναντήθηκα μαζί του. Ήταν ένα παλικάρι, δούλευε σε delivery.
— Όταν ήμουν φαντάρος, είπε το παλικάρι, έχασα το κινητό μου. Δυστυχώς δεν μου το επέστρεψε κανείς, αλλά στενοχωρήθηκα πολύ διότι, τότε το τηλέφωνάκι μου, ήταν μεγάλη συντροφιά για μένα. Έτσι αποφάσισα να σας το επιστρέψω, αν και … βασανίστηκα πολύ.

Κανείς μας δεν μιλούσε, ο κύριος που μας έλεγε τα παραπάνω, είχε ένα κόμπο …
— Θέλω να βοηθήσω αυτό το παλικάρι, μεσολάβησα σε ένα μαγαζί McDonald που γνώριζα και τον προσέλαβαν. Ο νέος σπουδάζει, θέλω να τον βοηθήσω στις σπουδές του, είπε με χαμηλή φωνή, σαν να μονολογούσε…
———–
Καλοί μου, αναγνώστες, μαθαίνουμε τα άσχημα, επειδή το κακό σοκάρει.
Καλά γίνονται συνέχεια, αλλά το Καλό είναι διακριτικό.
Το Καλό δεν κομπάζει.
Το Καλό … κάνει το καλό και … σιωπά, επειδή έτσι λειτουργεί το Καλό.
Και λειτουργεί συνέχεια, δίπλα μας, διακριτικά.

Γι’ αυτό υπάρχει ελπίδα.
Τίποτε δεν χάθηκε.
Ούτε πρόκειται να χαθεί.
Αναρτήθηκε στις hamomilaki. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

Τέσσερα Χρόνια Χαμομηλάκι

Ήταν 4 χρόνια πριν. Μια μέρα του Νοέμβρη.
 

Άξιον Αγάπης
κάθε παιδί – Χαμομηλάκι
όπου γης,
όποιας φυλής,
όποιας πατρίδας.
Αυτή η ιστοσελίδα φτιάχτηκε για ένα παιδάκι που ταλαιπωρήθηκε πολύ και αγκάλιασε τα παιδιά ΟΛΟΥ του κόσμου.

Είπαμε, να φτιάξουμε ένα ιστολόγιο, ένα blog, μια συντροφιά ΧΩΡΙΣ ΛΕΦΤΑ, για να λέμε πράγματα για τα παιδιά.

Να λέμε αυτά που αγαπάνε τα παιδιά.
Να λέμε αυτά που στενοχωρούν τα παιδιά.
Να λέμε πως να προφυλαχτεί ένα παιδί.
Να λέμε πως ένα παιδί θα μεγαλώσει καλύτερα, πως θα νοιώσει καλύτερα.
Να στηλιτεύσουμε όλα τα κακά, όλα τα δυσάρεστα, όλα τα εγκλήματα που γίνονται σε βάρος των παιδιών

Το παιδί είναι ο αδύναμος κρίκος του ιστού της κοινωνίας μας
και εκεί χτυπάει το κακό.
Το παιδί είναι το πιο απροστάτευτο πλάσμα σ’ αυτό τον κόσμο.
Σ’ αυτόν τον κόσμο τον «καλό».
Το παιδί, πρέπει κάποιος άλλος να το προστατεύσει.
Πρέπει να το προστατεύσει η μάνα του, ο πατέρας του, ο γονιός του, ο κηδεμόνας του, ο δάσκαλός του, η κοινότητα, η πολιτεία.
Το παιδί δεν μπορεί μόνο του. Είναι ευάλωτο παντελώς, από κάθε άποψη. Ευάλωτο σωματικά, ψυχικά, πνευματικά.

Και είπαμε, έστω και ένα παιδάκι να γλυτώσει,
αξίζει αυτή η προσπάθεια.
Έστω και ένα.


Και από τότε κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι. Όταν ξεκίνησε το Χαμομηλάκι, ήταν λίγα ιστολόγια που αναφέρονταν στο παιδί, κυρίως γονιών που ήθελαν να μοιραστούν την χαρά τους για το παιδί τους, ή να ελαφρύνουν τον πόνο τους για το παιδί τους που υπέφερε, κοινοποιώντας το πρόβλημα του παιδιού τους, για να πάρουν δύναμη από την συμπαράσταση των συνανθρώπων μας. Λίγες ιστοσελίδες οργανωμένες ήταν.  Ήταν το Χαμόγελο του παιδιού, η Κιβωτός και μερικές άλλες.

Αλλά λες και φύσηξε ένας ούριος άνεμος. Από τότε έγιναν πολλές ιστοσελίδες αλληλεγγύης, πολλά ιστολόγια που αναφέρονται στο παιδί. Πώς να ντύσουμε το παιδί μας, πώς να του μαγειρέψουμε, πώς να το μεγαλώσουμε, τι να προσέχει το παιδί, τι να αποφεύγει το παιδί. Ο κόσμος ήθελε το καλό και το στήριξε, ίσως να ήταν η συγκυρία, ίσως να ήταν ότι ο κόσμος απηύδησε, αλλά μου φαίνεται ότι και το Χαμομηλάκι έβαλε το λιθαράκι του. Γέμισε ο τόπος, ο δικτυακός, με πρωτοβουλίες αλληλεγγύης.

Βλέπουμε στα διάφορα sites χαμομηλάκια-λουλουδάκια να κοσμούν την πρόσοψή τους και χαιρόμαστε, επειδή νοιώθουμε ότι οι άνθρωποι αγάπησαν το Χαμομηλάκι. Νιώθουμε, ότι αγριεύουν οι «κόσμοι» όταν ακούσουν για την κακοποίηση ενός παιδιού. Νιώθουμε ότι οι μανάδες σφίγγουν πιο πολύ το παιδάκι τους στην αγκαλιά τους όταν έρθει η κακιά η είδηση.

Κι εμείς αυτό θέλαμε. Θέλαμε, να ευαισθητοποιηθούν οι άνθρωποι. Θέλαμε να θυμώνουν όταν ακούνε ότι πειράζουν τα παιδιά. Θέλαμε να αρχίσουν να προσέχουν περισσότερο τα παιδιά τους αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Και θα δείτε, κάποια στιγμή, θα έρθει η ώρα, που σιωπηλά, μ’ ένα χαμομηλάκι στο πέτο θα κατεβούμε όλοι στο Σύνταγμα. Θα κατεβούμε για να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά μας. Επειδή τα έχουμε κάνει ρόιδο.

Το πρώτο θέμα στο Χαμομηλάκι εκείνη την 26η Νοεμβρίου ήταν η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού και ένα χρόνο μετά διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι η γενέθλια ημερομηνία της ιστοσελίδας το Χαμομηλάκι, ήταν η γιορτή του Αγίου Στυλιανού, του προστάτη των Παιδιών, ίσως επειδή τίποτε δεν είναι τυχαίο.

Το χαμομηλάκι

Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

Φρικτό τέλος μέσα στα σκουπίδια Μόνος, ρακένδυτος, πεινασμένος έψαχνε για τροφή μέσα στους κάδους.

Διάβασα την είδηση και πήγα κατευθείαν στο ψυγείο.
Αφθονία! Aπ’ όλα έχω στην ψύξη και την κατάψυξη. Απ’ όλα!
Τίποτα να μη μου λείψει, να ‘χω να τρώω μια βδομάδα και βάλε!
Να αισθάνομαι ασφαλής και αυτάρκης!
 
Να, στο μεσαίο ράφι τρία τάπερ γεμάτα φαγητό μαγειρεμένο από προχτές, χτες και σήμερα.
Ψάρι, ρολό με πατάτες, ρύζι με λαχανικά
Περίσσεψαν, κανένας δεν πρόκειται να τα φάει.
Άντε να τα κρατήσω μια δυο μέρες ακόμα και μετά… στα σκουπίδια.
Έτσι γίνεται πάντα, έτσι κάνω πάντα.
Φαγητό στα σκουπίδια!
Το 60% των σκουπιδιών ημών των "πολιτισμένων" δυτικών είναι φαγητό!
 
Αυτός ο άνθρωπος έψαχνε στον κάδο για να φάει αυτά που εγώ, εσύ, όλοι μας πετάμε, επειδή μπαγιάτεψαν, επειδή η γεύση και η όσφρησή μας είναι πολύ λεπτεπίλεπτες, επειδή συνηθίσαμε στην αφθονία, επειδή είναι γεμάτο το στομάχι μας, επειδή… επειδή….
 
Είναι τόσο δύσκολο, σκέφτομαι, το φαγητό που περισσεύει καθημερινά όλοι μας να το βάζουμε σε ένα τάπερ και να το πηγαίνουμε στην Εκκλησία, στο Δήμο, κάπου τέλος πάντων;
Είναι τόσο δύσκολο οι τοπικές κοινωνίες να οργανωθούμε, να ορίσουμε έναν χώρο και όποτε μας περισσεύει φαγητό, αντί να το πετάμε να το προσφέρουμε;
Είναι τόσο δύσκολο όλοι μας να βάλουμε ένα στόχο;
 
Ποτέ πια φαγητό στα σκουπίδια.
 

Ο άστεγος, μόνος, ρακένδυτος και πεινασμένος συνάνθρωπός μας θα ήξερε ότι κάθε μεσημέρι ένα πιάτο φαγητό σπιτικό θα υπήρχε και γι αυτόν, το πιάτο, τα πιάτα, που αύριο, το πολύ μεθαύριο θα πετάξω στα σκουπίδια…

Αναρτήθηκε στις hamomilaki. Ετικέτες: , , , . Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: