Μια ιστορία σαν παραμύθι: Ο βασιλιάς, τα παγώνια οι φασιανοί και ο κόκορας

Ο Κροίσος ήταν πολύ στεναχωρημένος τον τελευταίο καιρό. Ενώ ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ενώ ήταν βασιλιάς της Λυδίας και είχε δύναμη μεγάλη, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Καλά-καλά ούτε που κοιμόταν τις νύχτες. Συνέχεια σκεφτόταν πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει ένας άνθρωπος στον κόσμο, που να μη θαυμάζει τα πλούτη και τη δύναμή του.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Σόλωνας, ο σοφός Αθηναίος νομοθέτης, που εδώ και δυο μήνες ήταν φιλοξενούμενος στο λαμπρό του παλάτι.
Την προηγούμενη βδομάδα τον είχε πάει να δει τους αμέτρητους θησαυρούς του και τον στρατό του και τον ρώτησε:
      – Έχεις δει, σοφέ Σόλωνα, πιο πλούσιο άνθρωπο και πιο δυνατό από μένα; Έχεις γνωρίσει στη ζωή σου κάποιον πιο ευτυχισμένο;
Ο Σόλωνας, χωρίς να διστάσει καθόλου του απάντησε:
      – «Μηδένα πρό του τέλους μακάριζε», δηλαδή κανέναν άνθρωπο να μη θεωρείς ευτυχισμένο, πριν να δεις το τέλος του.

Η απάντηση αυτή νευρίασε πολύ τον Κροίσο και ήθελε από τότε να αποδείξει στον Σόλωνα ότι ξεχωρίζει από όλους τους ανθρώπους, ήθελε να τον θαυμάσει οπωσδήποτε ο Αθηναίος σοφός.
Περπατούσε νευρικά πέρα δώθε, μέχρι που ξαφνικά, μέσα στην αίθουσα του θρόνου του, μια ιδέα κατέβηκε στο μυαλό του. Υπέροχη η ιδέα μου, φώναξε, και αμέσως χτύπησε το ολόχρυσο κουδουνάκι, για να καλέσει τους δούλους του.
Αμέσως αυτοί παρουσιάστηκαν φοβισμένοι, αλλά έτοιμοι να εκτελέσουν τις διαταγές του.
      – Φωνάξτε τους καλύτερους μαστόρους, πρόσταξε. Τώρα αμέσως να παρουσιαστούν μπροστά μου.
Σε λίγα μόνο λεπτά ήρθαν μπροστά του οι καλύτεροι μάστορες του βασιλείου του.
      – Στις προσταγές σου, βασιλιά πολυχρονεμένε, είπαν με μια φωνή και έσκυψαν μέχρι το πάτωμα, όχι από σεβασμό, αλλά από φόβο.
      – Να φέρετε τα καλύτερα υλικά, τους διέταξε. Τα καλύτερα μάρμαρα και χρυσάφι, πολύ χρυσάφι. Πολύτιμους λίθους και ασήμι. Θέλω αυτή η αίθουσα, που βρίσκεται ο θρόνος μου να γίνει αγνώριστη. Στο ταβάνι να υπάρχει ο ουρανός με τα άστρα, στους τοίχους η γη με τα λουλούδια και στο πάτωμα η θάλασσα με τα ψάρια. Αλίμονό σας αν δεν φαίνονται όλα σαν αληθινά. Σε εφτά μέρες να είναι όλα έτοιμα. 
    Είπε και αποσύρθηκε ήσυχος πια στο υπνοδωμάτιό του, για να κοιμηθεί λιγάκι.
Για εφτά μερόνυχτα στρώθηκαν στη δουλειά οι μαστόροι και σε εφτά μέρες ακριβώς όλα ήταν έτοιμα. Η αίθουσα του θρόνου έλαμπε από το ασημοφώς των αστεριών και σαν αληθινά φάνταζαν ο ουρανός, η γη με τα λουλούδια και η θάλασσα με τα ψάρια.
Το επόμενο πρωινό ο Κροίσος πρόσταξε τους υπηρέτες, που κάθε μέρα τον έντυναν, να του φέρουν την πιο όμορφη φορεσιά του, την ολόχρυση, το καινούριο του στέμμα με τα ζαφείρια, το μεγάλο του σκήπτρο, που πάνω του λαμπύριζαν κατακόκκινα ρουμπίνια και τα καλύτερά του ποδήματα, τα κεντημένα με χρυσοκλωστή και στολισμένα με μαργαριτάρια.
Στο λαιμό του πέρασαν όλα του τα διαμαντικά, και στα χέρια του όλα του τα πολύτιμα βραχιόλια. Μέχρι και σκουλαρίκια έβαλαν στα βασιλικά του αυτιά, ολόχρυσα και αυτά και μακριά μέχρι τους ώμους του.
Κοίταξε τον εαυτό του μέσα στον μεγάλο χάλκινο καθρέφτη που κουβάλησαν οι δούλοι μπροστά του και έμεινε πολύ ευχαριστημένος από το θέαμα. Πίσω ακριβώς από το θρόνο του, από το ταβάνι κρεμόταν ένας ήλιος χρυσός που φεγγοβόλαγε.
Είμαι ο Άρχοντας όλου του κόσμου, σκέφτηκε. Είμαι ο Άρχοντας του ουρανού, της γης και της θάλασσας, είμαι η ίδια η ομορφιά! Τώρα να δούμε τι θα έχει να πει ο Σόλωνας! Αυτά σκεφτόταν και έφτυσε στον κόρφο του για να μη ματιάσει τον εαυτό του.
      – Πήγαινε να βρεις τον Σόλωνα και πες του ότι ο βασιλιάς Κροίσος τον περιμένει. Οδήγησέ τον γρήγορα μπροστά μου, είπε στον πιο πιστό του υπηρέτη.
Μέσα σε λίγη ώρα έφτασε ο Σόλωνας στην καταστόλιστη αίθουσα. Έριξε μια ματιά γύρω του και άκουσε τον Κροίσο να του λέει:
      – Πες μου, όχι πες μου, σοφέ Αθηναίε, εσύ που έχεις γυρίσει όλον τον κόσμο, έχουν δει τα μάτια σου κάτι πιο όμορφο από αυτό που τώρα βλέπεις;
      – Ναι, Κροίσε βασιλιά, απάντησε ο σοφός χωρίς να διστάσει. Κάθε μέρα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, βλέπω το πιο όμορφο θέαμα.
      – Και ποιο είναι αυτό; Ρώτησε ο βασιλιάς κάπως απότομα, προσπαθώντας με κόπο να συγκρατήσει την απογοήτευση και το θυμό του.
      – Τα παγώνια οι φασιανοί και τα κοκόρια, βασιλιά Κροίσε, απάντησε ο Σόλωνας. Η φορεσιά τους είναι τόσο λαμπερή και πλουμιστή, τόσο όμορφα και ταιριαστά τα χρώματά τους, που δεν χορταίνω να τα κοιτάζω! Και κάτι τελευταίο Κροίσε. Κανένας υπηρέτης δεν τα φροντίζει, δεν ξοδεύουν χρήματα για να αποκτήσουν κοσμήματα και χρυσό. Όλα τους τα στολίδια τα έχουν από φυσικού τους, επειδή ο Θεός έτσι τα έπλασε!
Έφυγε από την πλουμιστή αίθουσα ο Κροίσος με βήματα αργά και για πρώτη φορά στη ζωή του είχε κατεβασμένο το κεφάλι του.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Στα ξεχωριστά παιδιά

Special Olympics World Summer Games
ATHENS 2011

Ολυμπία
Στο χώρο αυτό, και οι πέτρες μιλούν,
αρκεί τη λαλιά τους να κατέχεις.


Στο χώρο αυτό, το χώμα είναι ζεστό,
αρκεί γονατιστός να το αγγίξεις.

Στο χώρο αυτό, η φλόγα αγρυπνεί,
αρκεί στο μεγαλείο της τη ματιά σου να γυρίσεις.

Στο χώρο αυτό, το ΕΥΓΕ αντηχεί,
αρκεί στην αντήχηση την ακοή σου να στήσεις.

Στο χώρο αυτό, η νίκη περπατά ξυπόλητη,
αρκεί τα ‘χνάρια της να ψάξεις.

Στο χώρο αυτό, η δόξα με εσθήτα περιφέρεται,
αρκεί ανάργυρος στο στίβο να κατέβεις.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο αγέρας σε τυλίγει,
αρκεί το πετσί σου να τον νιώσει.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο ήλιος σε ντύνει,
αρκεί γυμνός απ’ όλα να μείνεις.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς οι παλμοί σου χτυπούν,
αρκεί στην καρδιά το χέρι να βάλλεις.

D.B.
30/04/2004
Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Αγανακτισμένα Χαμομηλάκια

είμαστε αγανακτισμένοι όλοι εμείς οι έφηβοι

είμαστε αγανακτισμένοι όλοι εμείς οι νέοι
είμαστε αγανακτισμένα όλα εμείς τα παιδιά
Δεν δέχομαι, δεν μπορώ να δεχτώ ότι έφυγε
το φιλότιμο από τον τόπο μου.
—-Το καταλαβαίνετε;
Αυτό με πονάει και με θυμώνει περισσότερο απ’ όλα.
επειδή:

—-δεν προστατεύσατε την πατρίδα μας
—-εκμεταλλευτήκατε και καταχραστήκατε ό,τι ήταν δυνατόν
—-υποθηκεύσατε το μέλλον μας με κάθε τρόπο
—-αφαιρέσατε τις ελπίδες μας

—-Με ποιο δικαίωμα για δεκαετίες ξεσαλώνατε υποθηκεύοντας τα αγέννητα;
—-Με ποιο δικαίωμα αφήσατε τόσες γενιές απαίδευτες με αποτέλεσμα να ψηφίζουν και να ξαναψηφίζουν εσάς τους ίδιους που φέρατε εδώ τα πράγματα;
—-Με ποιο δικαίωμα;

—-Αηδιάζω να σας ακούω να επαγγέλλεστε «λύσεις», εσείς που τίποτα δεν αφήσατε όρθιο.
—-Εσείς που χαρίσατε στους γερμανούς τον πλούτο που έκλεψαν, στην Κατοχή ντε, και από το ’50 φέρατε τη Siemens να αλωνίζει και μαζί τα τρώγατε.

—-Βαρέθηκα να σας βλέπω στα κανάλια και ντρέπομαι για λογαριασμό σας, που έχετε ακόμα μούτρα και εμφανίζεστε.
—-Βαρέθηκα να σας ακούω να μιλάτε και να μην κάνετε τίποτα.
—-Βγάλτε τις μοδάτες γραβάτες και στρωθείτε στη δουλειά ή ξεκουμπιστήτε.

—-Δε θέλω άλλο να φοβάμαι βλέποντας τις ειδήσεις σας.
—-Δε θέλω φωνές στο σπίτι και γκρίνιες επειδή δεν υπάρχουν λεφτά.

Ζάπλουτοι καταχραστές, κλέφτες του δημοσίου χρήματος, διαπλεκόμενοι αλητήριοι, δεν ανέχομαι πια να παρατηρώ αδιάφορα να ασελγείτε πάνω στο δικό μου μέλλον και στο μέλλον των αγέννητων παιδιών μου.

Στη συνείδησή μου είστε ένα όλοι, επειδή επιμένετε στην παραγραφή των δικών σας εγκλημάτων σε βάρος μου.
Έχω φτάσει στο σημείο να κλείνω τα αυτιά μου, να κατεβάζω ρολά για μη βλέπω και να μην ακούω τον άδικο λόγο σας. Ένα λόγο που με θράσος απίστευτο τον υπερασπίζεστε, όπως ο απόλυτα άμεμπτος αδικημένος άνθρωπος μάχεται για την τιμή του.
Δεν δέχομαι, δεν μπορώ να δεχτώ ότι έφυγε το φιλότιμο από τον τόπο μου.
—-Το καταλαβαίνετε;
Αυτό με πονάει και με θυμώνει περισσότερο απ’ όλα.

—-Θέλετε να βγει η Πατρίδα από την κρίση;
—-Εεε;; Θέλετε;;
—-Βάλτε φυλακή τους κλέφτες. Δημεύστε τις περιουσίες που άτιμα αποκτήθηκαν. Θυμώνω που μας περνάτε για ηλίθιους

Εμείς αυτό που θέλουμε είναι:
—-μια καλύτερη πατρίδα
—-θέλουμε δικαιοσύνη
—-θέλουμε παιδεία
—-θέλουμε ασφάλεια
—-θέλουμε μέλλον

—-θέλω να παιζω ελευθερα, με χαρά, γιατί είμαι παιδί

μας το χρωστάτε

Άντε μη … θυμώσω κι άλλο…!!
Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Στη λιμνούλα με τα νούφαρα – Ένα οικολογικό «παραμύθι»

Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός μεγάλου καταπράσινου δάσους υπήρχε μια λιμνούλα με νεράκι γαλάζιο στη μέση και πρασινωπό στις όχθες, από τους μικρούς θάμνους και τα χορταράκια που ολόγυρά της φύτρωναν.
Ήταν ήσυχα εκεί που άρχιζε το μεγάλο δάσος και όποιος πήγαινε μια βόλτα στη λιμνούλα θαρρούσε πως βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο, μακριά και πέρα από τη βουερή φασαρία της κοντινής μεγάλης πόλης.
Η λιμνούλα είχε για στολίδια όμορφα νούφαρα, που σαν στρογγυλές βαρκούλες έπλεαν λες πάνω στα νερά της, με τα κόκκινα, κίτρινα ή πορτοκαλί λουλούδια τους, χωρίς όμως να πηγαίνουν πουθενά.
Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. Στα δυο ήταν χωρισμένη η γαλάζια λιμνούλα.
Από τη μια μεριά, πάνω στα νούφαρα, ήταν καθισμένα πολλά-πολλά βατραχάκια, που ποτέ δεν πήγαιναν στην άλλη μεριά. Ποτέ.
Από την άλλη, μέσα στο νερό, πολλά-πολλά χρυσοψαράκια, που ποτέ δεν πήγαιναν στην άλλη μεριά. Ποτέ.
Βλέπετε βατραχάκια και χρυσοψαράκια ήταν μαλωμένα, κανείς δεν ξέρει από πότε και για ποιο λόγο. Έτσι, βλέπανε μόνο τα άσχημα και τα κακά των άλλων, των απέναντι,… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »
Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Η ψυχή του ναυτικού


Όποιο μέρος του κορμιού μου κι αν στύψεις
θαλασσόνερο θα βγει.
Αρμυρό.
 
Με όπλο το νου, που ερευνά, συγκρίνει,
αποτυπώνει και φτάνει στη γνώση

το πλεούμενο —ένα με μένα που ‘ναι—,

επιδέξια ορίζω,
κι ο Άξενος Πόντος, Εύξεινος πια,
τον ιχνηλάτη του άπιαστου,
τον δαμαστή καλοδέχεται,
ερέτη επιδέξιο, παγιδευτή ψαρά,
κι έμπορο μεταπράτη.
 
Σε όρμους νηνεμίας απάνεμους,
καιροφύλακας των ανέμων των ούριων,
—προσμονή, υπομονή κι απαντοχής σκληράδα—
μέχρι να πνεύσει ο Ζέφυρος,
μέχρις η Λευκοθέα* ν’ απλώσει τα λυτά μαλλιά,
μιαν αγκαλιά αφροστόλιστη
τριγύρω στο σκαρί μου,
για να ναι καλοτάξιδο.
 
Αυλακωμένα τα χέρια μου, δες.
Των χεριών οι παλάμες χαραγμένες βαθιά,
τραχιά των σκοινιών μονοπάτια,
της αγριάδας των κυμάτων καθρέφτες.
 
Όσο αγριεύει η θάλασσα,
τόσο η ψυχή βαθαίνει.
 
Το δικό μου το αύριο ξέρω τι κρύβει.
Ναυάγιο, φουρτούνα,
μπουρίνι άξαφνο, ολοσκότεινο,
για  ταξίδι απρόσκοπτο,
όλα τα λογαριάζω προτού ν’ ανοίξω το πανί
και  ξανοιχτώ στο πέλαγο.
 
Όντας  χτυπάνε το σκαρί τα τρομερά δρολάπια
και ο πλατύς ορίζοντας απ’ τη ματιά μου φεύγει
και σμίγουν Γαία κι Ουρανός τέρατα να γεννήσουν,
τότες στυλώνονται γερά τα δυο μου τα ποδάρια,
χώνονται, λες, μέσα στη σάρκα του σκαριού,
βιδώνομαι και στο κατάρτι δένομαι
το κύμα μη με πάρει.
 
Κύμα το κύμα,

μια πάνω μετέωρος,
μια κάτω χαμένος στα άπατα βάθη,
παλεύω και μάχομαι
με στέρνο φουσκωμένο
από μιαν άγρια χαρά,
που όμοιά της καμιά οι στεριανοί δε γεύονται.
 
Την τραχιά μου την όψη
σμιλέψαν, χαράξαν οι άνεμοι,
του ήλιου η κάψα, οι καιροί οι αντίξοοι,
κι η διψασμένη αρμύρα της θάλασσας.
Μα πιότερο απ’ όλα, δώρο μου κάναν τη ματιά,
το καραβίσιο βλέμμα,
—αγριάδα και γλύκα μαζί—,
πόχει το χρώμα του χαλκού σαν αγριεύει το πέλαγο
το γαλανό και ξάστερο, όταν αυτό μερεύει.
 

Θαλασσογράφος πίνακας
σ’ όλα του Πόντου τα χρώματα.
 
Πλατιά η ψυχή σαν τη θάλασσα.
Η καρδιά, του κρυσταλλένιου νερού
καθάριο αντιφέγγισμα.
 
Τα λόγια μου λίγα, κοφτά και σταράτα,
καταφυγιώτες στις ρωγμές των κυμάτων,
αισθήσεων ο λόγος.
Μάινααα καρδιά, όρτσααα ψυχή.
Στις ρωγμές των κυμάτων τρυπώνουν οι λέξεις,
του πελάγου αντιβούισμα, χαραγμένος αχός
ζωντανεύουν το πέλαγο
και με τα πλάσματά του
αρχινώ τις κουβέντες.
 
Τα πελάγια ρεύματα οι δικοί μου οι δρόμοι.
Η ψυχή μου ακρόπρωρη
—άροτρο, λιβαδιών χαλκογάλανων—,
ορμητικά διαβαίνοντας
στα μάτια μου μπρος τους χαράζει
καθαρούς, διαυγείς για σταθερή πορεία.
 
Τις άφεγγες νυχτιές τις ατέλειωτες
τ’ αστροκεντήδια του θόλου του ουράνιου,
των εποχών ανάλογα,
οδηγοί μου για να βρω τη σωστή την πορεία.
Στης μέρας το φως,
των δελφινιών συντροφικά ξεπετάγματα,
αγαπημένοι φίλοι και πλοηγοί αλάνθαστοι.
 
Δεν την αντέχω την στεριά.
Αντραλίζομαι.
Στου σκαριού μου τη ράχη τα βήματά μου σταθερά,
το χώμα σαν πατώ παραπαίουν.
Της Γης και του Αιθέρα ο γιος,
ο Πόντος ο απέραντος,
το σπιτικό και το βιός μου.
Κι άμποτες, σαν έρθ’ η ώρα η καλή,
χώμα μη με σκεπάσει.
Η θάλασσα να με δεχτεί
κι ένα μ’ αυτή να γένω
Άμποτες.
Δέλτα Βήτα


* Θαλάσσια θεότητα του αφρού των κυμάτων που βοηθούσε τους ναυτικούς.

Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Τέσσερα Χρόνια Χαμομηλάκι

Ήταν 4 χρόνια πριν. Μια μέρα του Νοέμβρη.
 

Άξιον Αγάπης
κάθε παιδί – Χαμομηλάκι
όπου γης,
όποιας φυλής,
όποιας πατρίδας.
Αυτή η ιστοσελίδα φτιάχτηκε για ένα παιδάκι που ταλαιπωρήθηκε πολύ και αγκάλιασε τα παιδιά ΟΛΟΥ του κόσμου.

Είπαμε, να φτιάξουμε ένα ιστολόγιο, ένα blog, μια συντροφιά ΧΩΡΙΣ ΛΕΦΤΑ, για να λέμε πράγματα για τα παιδιά.

Να λέμε αυτά που αγαπάνε τα παιδιά.
Να λέμε αυτά που στενοχωρούν τα παιδιά.
Να λέμε πως να προφυλαχτεί ένα παιδί.
Να λέμε πως ένα παιδί θα μεγαλώσει καλύτερα, πως θα νοιώσει καλύτερα.
Να στηλιτεύσουμε όλα τα κακά, όλα τα δυσάρεστα, όλα τα εγκλήματα που γίνονται σε βάρος των παιδιών

Το παιδί είναι ο αδύναμος κρίκος του ιστού της κοινωνίας μας
και εκεί χτυπάει το κακό.
Το παιδί είναι το πιο απροστάτευτο πλάσμα σ’ αυτό τον κόσμο.
Σ’ αυτόν τον κόσμο τον «καλό».
Το παιδί, πρέπει κάποιος άλλος να το προστατεύσει.
Πρέπει να το προστατεύσει η μάνα του, ο πατέρας του, ο γονιός του, ο κηδεμόνας του, ο δάσκαλός του, η κοινότητα, η πολιτεία.
Το παιδί δεν μπορεί μόνο του. Είναι ευάλωτο παντελώς, από κάθε άποψη. Ευάλωτο σωματικά, ψυχικά, πνευματικά.

Και είπαμε, έστω και ένα παιδάκι να γλυτώσει,
αξίζει αυτή η προσπάθεια.
Έστω και ένα.


Και από τότε κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι. Όταν ξεκίνησε το Χαμομηλάκι, ήταν λίγα ιστολόγια που αναφέρονταν στο παιδί, κυρίως γονιών που ήθελαν να μοιραστούν την χαρά τους για το παιδί τους, ή να ελαφρύνουν τον πόνο τους για το παιδί τους που υπέφερε, κοινοποιώντας το πρόβλημα του παιδιού τους, για να πάρουν δύναμη από την συμπαράσταση των συνανθρώπων μας. Λίγες ιστοσελίδες οργανωμένες ήταν.  Ήταν το Χαμόγελο του παιδιού, η Κιβωτός και μερικές άλλες.

Αλλά λες και φύσηξε ένας ούριος άνεμος. Από τότε έγιναν πολλές ιστοσελίδες αλληλεγγύης, πολλά ιστολόγια που αναφέρονται στο παιδί. Πώς να ντύσουμε το παιδί μας, πώς να του μαγειρέψουμε, πώς να το μεγαλώσουμε, τι να προσέχει το παιδί, τι να αποφεύγει το παιδί. Ο κόσμος ήθελε το καλό και το στήριξε, ίσως να ήταν η συγκυρία, ίσως να ήταν ότι ο κόσμος απηύδησε, αλλά μου φαίνεται ότι και το Χαμομηλάκι έβαλε το λιθαράκι του. Γέμισε ο τόπος, ο δικτυακός, με πρωτοβουλίες αλληλεγγύης.

Βλέπουμε στα διάφορα sites χαμομηλάκια-λουλουδάκια να κοσμούν την πρόσοψή τους και χαιρόμαστε, επειδή νοιώθουμε ότι οι άνθρωποι αγάπησαν το Χαμομηλάκι. Νιώθουμε, ότι αγριεύουν οι «κόσμοι» όταν ακούσουν για την κακοποίηση ενός παιδιού. Νιώθουμε ότι οι μανάδες σφίγγουν πιο πολύ το παιδάκι τους στην αγκαλιά τους όταν έρθει η κακιά η είδηση.

Κι εμείς αυτό θέλαμε. Θέλαμε, να ευαισθητοποιηθούν οι άνθρωποι. Θέλαμε να θυμώνουν όταν ακούνε ότι πειράζουν τα παιδιά. Θέλαμε να αρχίσουν να προσέχουν περισσότερο τα παιδιά τους αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Και θα δείτε, κάποια στιγμή, θα έρθει η ώρα, που σιωπηλά, μ’ ένα χαμομηλάκι στο πέτο θα κατεβούμε όλοι στο Σύνταγμα. Θα κατεβούμε για να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά μας. Επειδή τα έχουμε κάνει ρόιδο.

Το πρώτο θέμα στο Χαμομηλάκι εκείνη την 26η Νοεμβρίου ήταν η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού και ένα χρόνο μετά διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι η γενέθλια ημερομηνία της ιστοσελίδας το Χαμομηλάκι, ήταν η γιορτή του Αγίου Στυλιανού, του προστάτη των Παιδιών, ίσως επειδή τίποτε δεν είναι τυχαίο.

Το χαμομηλάκι

Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

Το μεγαλείο του στρατιώτη εκείνου…

Αγαπημένοι μας φίλοι,
υπάρχει κάτι σε αυτή την ιστορία με το έπος του `40
που με συγκινεί ιδιαίτερα.
Αυτοί που πολέμησαν τότε…
και τους ακούς να διηγούνται
ξέρετε, στα παλιά ντοκουμέντα, στην τηλεόραση …

το περιγράφουν σαν κάτι φυσικό,
χωρίς έπαρση γι αυτό που έκαναν,
αλλά ως αυτονόητο

Αυτή η στάση, αυτό …
αυτό είναι το μεγαλείο
ούτε γογγυσμούς για τα κρυοπαγήματα, για τα κομμένα μέλη,
ούτε τίποτε

Ο παππούλης μου είχε κρυοπαγήματα, αλλά ποτέ δεν γόγγυσε, δεν διαμαρτυρήθηκε.
Σαν εύσημα τα είχε.

Όταν τα περιγράφουν
λες και περιγράφουν μια καθημερινή ημέρα
Αυτός είναι ο Έλληνας
γι’ αυτό νικούσε,
γι’ αυτό!

Αυτό είναι
ΝΙΚΗΣΕ
Ενώ οι Γερμανοί ήρθαν …
οι Έλληνες νίκησαν

Ήταν οι βίδες της αντίστασης που φύτρωσαν στα πόδια τους και έγιναν ακλόνητοι.

Λένε σε συζητήσεις σήμερα: άλλα τα χρόνια τότε, σήμερα, κανείς δεν νοιάζεται.
Αυτό λοιπόν, δεν μπορώ να το πιστέψω.
Επειδή σε όλες τις φάσεις της πιο μακρόχρονης ιστορίας στον κόσμο, οι Έλληνες πάντα το ίδιο έκαναν.
Πάντα,
Το ίδιο θα κάνουν και τώρα αν χρειαστεί

Σήμερα, κινδύνεψε, ένας πολίτης από χείμαρρο, από νερά που γέμισαν μια ρεματιά.
Πήγε η Πυροσβεστική μας, αλλά τι να πεις;
Η ΕΜΑΚ που διακρίθηκε σε όλη την γη, σαν η καλύτερη ομάδα διάσωσης,
σήμερα λειτούργησε σαν δημόσιος υπάλληλος.
Δυο πολίτες, μπροστά στα μάτια της Πυροσβεστικής, μπήκαν στον χείμαρρο και έσωσαν τον συνάνθρωπο.
Αυτός ο τσαμπουκάς μπροστά στον κίνδυνο, αυτή η αλληλεγγύη, αυτό δεν θα το βρείτε πουθενά.
Αυτή η μαγκιά, υπήρχε και θα υπάρχει πάντοτε στην Ελλαδίτσα μας.

Χρόνια Πολλά σε όλους και πάντα Λεύτερα!
 
Αρέσει σε %d bloggers: