Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ – Παραδοσιακό παραμύθι

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ – Παραδοσιακό παραμύθι

Η δύναμη είναι μέσα μας.
Η Ευτυχία είναι δίπλα μας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια ποντικών. Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα. Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
— Ποιος είναι ο καλύτερος; Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν! Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
— Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
— Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
— Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
— Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
— Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
— Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
— Δεν είσαι; και ποιος είναι;
— Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
— Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
— Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
— Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
— Μα πώς;; ρώτησαν.
— Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν…

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Άρια

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Χωρίς κατηγορία. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Το παραμύθι του παππού Πρωταγόρα-Ένα παραμύθι 2.400 χρόνων!!

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ – πολύ παλιά χρόνια, τίποτα ζωντανό δεν υπήρχε πάνω στη γη. Στις στεριές και στις θάλασσες, στις λίμνες, στα ποτάμια και στον αέρα, ούτε ένα τόσο δα ζωάκι ή ψαράκι ή πουλάκι δεν υπήρχε και στα απέραντα λιβάδια ούτε μια πεταλούδα δεν πετούσε και ούτε ένα ζουζουνάκι δεν ζουζούνιζε.
Δεν υπήρχε καμιά ζωή, καμιά.

Μόνο πάνω στο σπίτι τους, στον Όλυμπο, οι θεοί οι δώδεκα από ψηλά χαίρονταν τον όμορφο κόσμο.
Ήρθε όμως η ώρα να ζωντανέψει η γη και κάθε λογής ζωντανά πλάσματα, μικρά και μεγάλα, να γεμίσουν το γαλάζιο πλανήτη μας.
Ξεκίνησαν λοιπόν οι θεοί από τον Όλυμπο και μπήκαν βαθιά μέσα στη γη σε μια τεράστια σπηλιά και άρχισαν να φτιάχνουν τα ζωντανά πλάσματα.
Πήραν χώμα, νερό, φωτιά και διάφορα άλλα υλικά πολλά, και τα ζύμωσαν καλά-καλά.
Μετά έβαλαν το ζωντανό αυτό ζυμάρι σε όμοια καλούπια και έτσι έφτιαξαν όλα τα ζώα στο ίδιο σχήμα και στο ίδιο μέγεθος και με το ίδιο ακριβώς χρώμα.

Ίδια ακριβώς ήταν όλα και ίδιος με αυτά και ο άνθρωπος!!
Κουράστηκαν όμως οι θεοί, επειδή εκατομμύρια ζώα έφτιαξαν, και τότε ο αρχηγός τους, ο Δίας είπε: -Άντε, πάμε στο σπίτι μας, στον Όλυμπο, να φάμε αμβροσία, να πιούμε νέκταρ και να ξεκουραστούμε.
-Πατέρα, του λέει η Αθηνά που ήταν σοφή και γνωστική, δεν τελειώσαμε τη δουλειά μας εδώ. Πρέπει να στολίσουμε τα ζώα όλα και να τους δώσουμε χαρίσματα για να διαφέρουν το ένα από το άλλο. Δεν είναι σωστό να γεμίσει η γη με όμοια ζώα.
-Βαρέθηκα, της απάντησε ο Δίας. Αυτή τη δουλειά θα την κάνουν άλλοι. Πάμε να φύγουμε.
Έφυγαν λοιπόν από την τεράστια σπηλιά, που ήταν βαθιά μέσα στη γη, οι θεοί και άφησαν όλα τα ζώα, και τον άνθρωπο να είναι ακριβώς ίδια μεταξύ τους.
Έφαγαν, λοιπόν, οι θεοί, ήπιαν και ξεκουράστηκαν και ο αρχηγός τους, ο Δίας, φώναξε δυο αδέρφια δίδυμα, δυο Τιτάνες, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα για να μοιράσουν διαφορετικά δώρα και στολίδια στα ζώα, και χρώματα και φτερά και γούνες και δόντια και μέγεθος και δυνάμεις.
Ο Προμηθέας ήταν σοφός και πρώτα σκεφτόταν κάτι και μετά το έκανε, ο Επιμηθέας όμως ήταν λιγάκι χαζούλης, αφού έκανε πράγματα χωρίς να τα καλοσκεφτεί.

Ήταν όμως και ζηλιάρης και γκρινιάρης και, επειδή νόμιζε ότι αυτή η σοβαρή δουλειά ήταν ένα παιχνίδι, ζήταγε με κλάματα πολλά να τον αφήσει ο αδερφός του αυτός μόνος του να κάνει τη μοιρασιά των δώρων στα ζώα.
-Άφησέ με, του έλεγε, άφησέ με και μετά θα δεις πόσο όμορφα και σωστά θα μοιράσω τα δώρα και τα χαρίσματα.
Τι να κάνει και ο Προμηθέας; Του έκανε το χατίρι και άφησε μόνο του τον αδερφό του μέσα στην τεράστια σπηλιά.
Μα πριν φύγει σκέφτηκε: “Δε βαριέσαι; Ας τον αφήσω να μοιράσει τα δώρα και άμα κάνει κανένα λάθος θα το διορθώσω εγώ μετά”.
Πέταγε από τη χαρά του ο χαζούλης ο Επιμηθέας και άρχισε να ανοίγει τα μεγάλα μπαούλα με τα δώρα και τα χαρίσματα.
Στο πρώτο από τα πολλά μπαούλα που βρίσκονταν μπροστά του βρήκε μεγέθη και ταχύτητα και άρχισε να τα δίνει στα ζώα.

Έφτιαξε από πολύ-πολύ μικρά, όπως το μυρμηγκάκι, μέχρι πολύ-πολύ μεγάλα, όπως τον ελέφαντα, από πολύ γρήγορα, όπως το λαγό, μέχρι ζωάκια που περπατάνε πολύ αργά σαν τη χελώνα.

Άνοιξε το δεύτερο μεγάλο μπαούλο και θάμπωσαν τα μάτια του από τα πολλά χρώματα που είδε μέσα. Χρώματα σκούρα και ανοιχτά, πολλά, πάρα πολλά. Αμέσως άρχισε να τα χαρίζει στα ζώα που μαζεύτηκαν γύρω του και σπρώχνονταν για να πάρουν τα πιο όμορφα χρώματα.
Έτσι ο παπαγάλος καμάρωνε για το φωτεινό πράσινο χρώμα που πήρε, και το καναρινάκι για το γλυκό κίτρινο χρώμα του.

Και όλα τα ζώα είχαν πια διαφορετικά χρώματα και άρχισαν να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο.

Σε άλλα μπαούλα βρήκε γούνες και φτερά και τα έδωσε στα ζώα.
Η αλεπού ήταν πολύ περήφανη για τη γούνα της και την έβρισκε πολύ πιο όμορφη από τις γούνες της αρκούδας ή της γάτας, ή ακόμη και από τη χαίτη του λιονταριού.
Και όταν μοίρασε τα φτερά και τα λέπια; Γέμισε ο τόπος πεταλούδες και έγινε χαλασμός μέσα στη σπηλιά από τα πετάγματα των πουλιών που βιάζονταν να βγουν έξω και να δοκιμάσουν τα φτερά τους στον αέρα και τα ψάρια ήθελαν γρήγορα-γρήγορα να μπουν στα νερά για να κολυμπήσουν.
Έδωσε μετά νύχια, μεγάλα και μικρά, δόντια, δύναμη και όλα τα άλλα δώρα και τα χαρίσματα που κάνουν τα ζώα να είναι τόσο ξεχωριστά.
Έριξε μια ματιά γύρω του και είδε ότι όλα τα μπαούλα ήταν άδεια πια.
-Τέλειωσαν όλα τα δώρα, είπε, τέλειωσε και η δουλειά μου. Καλά τα κατάφερα.

Πολύ ευχαριστημένος από τη μοιρασιά που έκανε, κάθισε σε ένα βραχάκι να ξεκουραστεί και τότε είδε κάτι που έκανε το αίμα του να παγώσει.
Δίπλα του, ακριβώς μπροστά στα μάτια του είδε το πιο σπουδαίο από όλα τα ζωντανά πλάσματα να μην έχει πάρει κανένα απολύτως δώρο, κανένα χάρισμα.
Το πλάσμα αυτό ήταν ο άνθρωπος!!
-Πω, πω!! Τι θα κάνω τώρα; τι θα κάνω; άφησα τον άνθρωπο χωρίς κανένα χάρισμα, φώναξε απελπισμένος. Θα θυμώσει ο αδερφός μου πολύ αλλά περισσότερο θα θυμώσει μαζί μου ο Δίας και θα με ρίξει στα τάρταρα, επειδή ο άνθρωπος χωρίς κανένα δώρο δε θα μπορέσει να ζήσει, και άρχισε να κλαίει.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στην τεράστια σπηλιά ο Προμηθέας και άκουσε τις φωνές του.
-Καλά έκανα και δε σε εμπιστευόμουν του είπε. Είσαι ανόητος και επιπόλαιος. Πάλι εγώ πρέπει να διορθώσω το λάθος σου.
Σκέφτηκε για πολλή ώρα ο Προμηθέας και αποφάσισε να κλέψει από το σπίτι του Δία στον Όλυμπο δυο δώρα για να τα χαρίσει στον άνθρωπο.
Κρυφά-κρυφά μπήκε στο παλάτι του αρχηγού των θεών από ένα ανοιχτό παραθυράκι και έκλεψε
τη φωτιά και την εξυπνάδα του μυαλού.
Ξαναπήγε στην τεράστια σπηλιά και έδωσε αυτά τα δώρα στον άνθρωπο για να μπορέσει να ζήσει.
Ανέβηκε λοιπόν και ο άνθρωπος πάνω στη γη και με τη φωτιά και την εξυπνάδα του κάπως τα κατάφερνε στην αρχή.
Βρήκε με το μυαλό του πώς να φτιάχνει ρούχα ζεστά, επειδή δεν είχε γούνα όπως άλλα ζώα. Έμαθε από μόνος του να φτιάχνει εργαλεία και όπλα με τη βοήθεια της φωτιάς, αλλά είχε ένα πρόβλημα μεγάλο.

Μόλις συναντούσε ο ένας άνθρωπος άλλους και αποφάσιζαν να ζήσουν μαζί για να μπορούν να πολεμάνε τα μεγάλα θηρία, συνέχεια τσακωνόντουσαν, συνέχεια!!
-Πάει, θα χαθούν οι άνθρωποι, σκέφτηκε ο Δίας, που από τον Όλυμπο ψηλά έβλεπε τους τσακωμούς τους. Κάτι πρέπει να κάνω. Πρέπει να τους χαρίσω άλλα δυο δώρα για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί, να φτιάξουν πόλεις και να προκόψουν.
Φώναξε τον Ερμή τότε, το θεό που έχει φτερά στα σαντάλια του και του είπε:
-Πάρε αυτά τα δυο δώρα, Ερμή και πήγαινέ τα στους ανθρώπους για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί σε χωριά και σε πόλεις. Αλλιώς τα θηρία θα τους φάνε.

Πρόσεξε όμως. Τα δώρα αυτά να τα δώσεις σε όλους τους ανθρώπους και όχι σε μερικούς μόνο.
-Και ποια δώρα είναι αυτά, αρχηγέ των θεών; ρώτησε ο Ερμής;
-Τα δώρα αυτά είναι ο Σεβασμός και η Δικαιοσύνη, Ερμή.

Και να πεις στους ανθρώπους ότι εάν αυτά τα δυο δώρα μου δεν τα κάνουν ΟΛΟΙ δικά τους και δεν τα τιμήσουν, τότε θα καταστραφούν.

Αν όμως τα αγαπήσουν, τότε θα προκόψουν και θα είναι ευτυχισμένοι.
Και από τότε οι άνθρωποι, όταν ξεχνούν το Σεβασμό και τη Δικαιοσύνη
δεν περνούν καλά και υποφέρουν και κλαίνε.
Όταν όμως σέβονται τον εαυτό τους και τους άλλους και είναι δίκαιοι,
τότε έχουν χαρά και είναι ευτυχισμένοι.
Διασκευή από το έργο του Πλάτωνα «Πρωταγόρας»(320D-323A)
Αναρτήθηκε στις Χωρίς κατηγορία. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΝΟΣ

Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα καταπράσινο και πυκνό δάσος ζούσαν ένας γίγαντας κι ένας νάνος.
Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια.
Ο νάνος ήταν κι αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.
Ο γίγαντας ζούσε σε μια πελώρια σπηλιά στη μέση του δάσους και ο νάνος σε μια μικρή-μικρή σπηλιά.

Το δάσος είχε ό τι ήθελαν για να ζουν ευτυχισμένοι. Κυνήγι, καρπούς, νερά τρεχούμενα, μέλι, χόρτα, το τραγούδι των πουλιών . . . , όμως οι δυο τους δεν ήταν ευτυχισμένοι.
Ο γίγαντας χρειαζόταν πολλή τροφή για να χορτάσει, ήταν μεγάλος φαγάς, έτσι μάζευε τα περισσότερα και ο νάνος θύμωνε. Πίστευε πως έπρεπε να τα μοιράζονται. Τα μισά ο γίγαντας, τα μισά εκείνος κι ας μην τα χρειαζόταν, αφού αυτός για να χορτάσει ήθελε πολύ λίγη τροφή.
Μάλωναν λοιπόν και πότε ο ένας μάζευε όλα τα καρύδια, πότε ο άλλος όλα τα κάστανα, όποιος προλάβαινε και ό τι προλάβαινε.
Έτσι έγινε και το φετινό φθινόπωρο. Ο γίγαντας πρωί-πρωί, πριν ξημερώσει, βγήκε από τη σπηλιά του και ξεκίνησε να μαζέψει καρύδια. Στα χέρια του είχε δέκα τεράστια καλάθια και σκεφτόταν να τα γεμίσει.
Δεν πρόλαβε όμως να προχωρήσει πολύ και άκουσε ένα γαλάζιο πουλί να τραγουδά:

Τώρα καρύδια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!

— Μα πότε; ρώτησε ο γίγαντας θυμωμένος.
— Άρχισε χτες το πρωί, πριν βγει ο ήλιος. Μάζευε όλη μέρα κι όλη νύχτα χωρίς να σταματήσει στιγμή. Πριν λίγο τέλειωσε, απάντησε το πουλί.
— Αχ, και να πέσει στα χέρια μου, είπε ο γίγαντας. Εξαιτίας του θα μείνω χωρίς καρύδια το χειμώνα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα φουντούκια κι έτσι θα γεμίσω μ’ αυτά τα καλάθια μου.
Μα το πουλί μόλις άκουσε τα τελευταία λόγια του γίγαντα είπε:

Τώρα φουντούκια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!

Ο γίγαντας έγινε κατακόκκινος από το θυμό του. Δε χάνει καιρό και πάει στη σπηλιά του νάνου. Αυτή ήταν τόσο μικρή και είχε ένα τόσο μικρό άνοιγμα που ούτε το δαχτυλάκι του γίγαντα δε χωρούσε.
— Ε, νάνε! φώναξε βγες έξω. Έχουμε κάτι να κουβεντιάσουμε.
Ο νάνος έβγαλε έξω από το άνοιγμα μόνο το κεφάλι του χαμογελώντας.
— Δεν μπορώ, γίγαντα, έχω δουλειά, έλα εσύ μέσα, είπε κοροϊδεύοντας.
Τι να κάνει ο γίγαντας, έφυγε.
Όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτότανε πως να τιμωρήσει το νάνο. Έπλεξε λοιπόν, ένα γερό δίχτυ και μόλις βράδιασε πήγε στη σπηλιά του νάνου και το στερέωσε γερά.
Έτσι δε θα μπορεί πια να βγει έξω και θα μαζέψω εγώ όλα τα κάστανα και το μέλι, σκέφτηκε. Πράγματι όταν βράδιασε καλά και ο νάνος ετοιμάστηκε να βγει για να μαζέψει το μέλι από τις μέλισσες, είδε το δίχτυ, προσπάθησε να το βγάλει μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
– Ωχ τι έπαθα! τώρα ο γίγαντας θα μαζέψει όλο το μέλι, είπε και άρχισε να κλαίει.
Έκλαιγε δυνατά πολλή ώρα και ένα ποντίκι που περνούσε τον άκουσε και τον ρώτησε τι συμβαίνει.
– Να, κλαίω γιατί με έκλεισε εδώ μέσα ο γίγαντας και δε θα προφτάσω να μαζέψω ούτε μια στάλα μέλι, θα το πάρει όλο αυτός.
Το ποντίκι που δεν ήξερε τι συνέβαινε μεταξύ τους θεώρησε ότι είναι μεγάλη αδικία αυτό που έκανε ο γίγαντας στο νάνο και άρχισε να ροκανίζει το δίχτυ για να ελευθερώσει το νάνο.
Πράγματι σε λίγο το δίχτυ είχε μια μεγάλη τρύπα και έτσι ο νάνος ήταν ελεύθερος. Ούτε που ευχαρίστησε το ποντίκι για το καλό που του έκανε, παρά πήρε τα κανάτια του και έτρεξε να μαζέψει μέλι. Όταν έφτασε στις μέλισσες όμως κατάλαβε πως δεν υπήρχε μέλι. Ο γίγαντας το είχε μαζέψει όλο.
Άρχισε να φωνάζει και να πηδά γεμάτος θυμό γι αυτό που είχε γίνει. Κάποτε γύρισε στη σπηλιά του και προσπαθούσε να βρει τρόπο να πάρει το μέλι από το γίγαντα ή τέλος πάντων να τον εκδικηθεί. Κατάλαβε πως δεν ήταν εύκολο να μπει στη σπηλιά του γίγαντα και αποφάσισε να κάνει κάτι πονηρό για να τα καταφέρει. Άνοιξε το ντουλάπι του και έβγαλε από μέσα τη γούνα ενός γέρου ασβού που είχε βρει πριν πολλά χρόνια στο δάσος.
Τη φόρεσε, έκρυψε από κάτω τα κανάτια του και κίνησε για τη σπηλιά του γίγαντα.
Περίμενε να τον δει να φεύγει, μπήκε μέσα από μια τρύπα που ήταν δίπλα στην πόρτα.
Γέμισε γρήγορα-γρήγορα τα κανάτια του και σκέφτηκα να χύσει το υπόλοιπο μέλι για να εκδικηθεί το γίγαντα.
Γέλασε πονηρά και ετοιμάστηκε να σπρώξει το δοχείο που είχε το μέλι, μα το μετάνιωσε.
Κρίμα είναι, σκέφτηκε, πήρε τα κανάτια του, τα ‘χωσε κάτω από τη γούνα του ασβού και βγήκε με προσοχή από τη σπηλιά.
Όσο μπορούσε πιο γρήγορα έφτασε στη δική του, έβγαλε τη γούνα και άφησε τα κανάτια επάνω στο τραπέζι.
Γέλασε ικανοποιημένος και έτριψε τα χέρια του.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άκουσε τις φωνές του γίγαντα. Έβγαλε τη μουρίτσα του έξω και ρώτησε τάχα με περιέργεια.
– Τι έχεις γείτονα και φωνάζεις;
– Να, ο ασβός έκλεψε το μέλι μου. Τον είδε ο κυρ-σκίουρος και μου το είπε. Δε θα τον πιάσω; Θα του δείξω εγώ.
Ο νάνος έβαλε τη μούρη του μέσα για μεγαλύτερη ασφάλεια και είπε στο γίγαντα όλη την αλήθεια και όταν τελείωσε του ζήτησε να τον συγχωρέσει που πάντα μάζευε ό τι τροφή έβρισκε στο δάσος χωρίς να σκέφτεται τους άλλους και είπε πως δε θα το ξανακάνει.
Ο γίγαντας είχε σταματήσει να φωνάζει. Περπατούσε πάνω-κάτω σκεφτικός. Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να πει λέξη. Έξυνε το κεφάλι του και στο τέλος είπε.
– Έχεις δίκιο γείτονα! Πότε εγώ, πότε εσύ μαζεύουμε ό τι τροφή υπάρχει στο δάσος και δε σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο, μα δε σκεφτόμαστε και τα ζώα του δάσους. Ντροπή μας!
– Δε θα το ξανακάνουμε, είπε ο γίγαντας.
– Δε θα το ξανακάνουμε, είπε και ο νάνος.
– Θα μαζεύουμε μόνο όση τροφή χρειαζόμαστε, είπαν και οι δυο με μια φωνή.
Ακούστηκαν χειροκροτήματα στο δάσος.
Τα ζώα χαίρονταν για τη σωστή απόφαση του γίγαντα και του νάνου.
Χαίρονταν που θα ήταν πια καλοί φίλοι.

Φίλοι αγαπημένοι,
Ζωή ευτυχισμένη
.

Στη μνήμη του παππού του Γιώργου που ήταν ο καλύτερος παραμυθάς
Άρια

Αρέσει σε %d bloggers: