Αγανακτισμένη έφηβη

Τα τείχη
Κ.Π.Καβάφη

«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.»

Τι πέρναγε από το μυαλό σας τόσα χρόνια; Πώς κάνατε, όσα κάνατε έτσι απερίσκεπτα, έτσι απλά και όπως έλαχε; Στήσατε τείχη γύρω μου, με εγκλωβίσατε, στήσατε άτσαλα όλη τη ζωή μου.
Πώς να ζήσω; Πώς να ονειρευτώ;
Λένε ότι οι γονείς βάζουν πρώτα τα παιδιά τους. Ότι πάνω απ’ όλα το δικό τους μέλλον σκέφτονται, τη δική τους ευτυχία.
Όταν, όλοι σας, είτε δρώντας άνομα οι ίδιοι, είτε με την ένοχη ανοχή σας και χωρίς την παραμικρή λύπη, φτιάξατε για μένα μια ζωή «στημένη», μια φυτοζωή, τι είδους αγάπη είχατε μέσα σας για το σπλάχνο σας, τη συνέχειά σας, το παιδί σας;
Παιδιά όλων σας είμαστε, αυτό τουλάχιστον το έχετε καταλάβει;
 
Απερίσκεπτοι, ανάλγητοι και χωρίς τσίπα -«χωρίς αιδώ»-, πήρατε τη ζωή μου για παιχνίδι και μάλιστα στημένο κατά τα κέφια σας και τα εφήμερα συμφέροντά σας.
Ποια ονειροπαγίδα μπορείτε πια να βάλετε μπροστά στη ζωή μου για να διαλύσετε τα κακά μου όνειρα; Οι εφιάλτες μου τώρα είναι στον ξύπνιο όχι στον ύπνο μου.

«Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·»

Μόλις πριν λίγο άφησα το διάβασμα, έδωσα εξετάσεις με το δικό σας σύστημα και «πέτυχα».
Πέτυχα τι;; Θα δείξει.
«Τα τείχη» αισθάνομαι τώρα να με βαραίνουν περισσότερο. Θα σπουδάσω, ναι. Δεν έχω όμως την πολυτέλεια (με πατέρα που απολύθηκε και μάνα που σκοτώνεται σε δυο δουλειές για να τα φέρουμε βόλτα) να ονειρεύομαι μια ξέγνοιαστη φοιτητική ζωή.
Έχω μια θλίψη βαθιά, απελπισία όχι.
Θλίψη για το δικό σας κατάντημα, και αγανάκτηση για την αμυαλιά και την επιπολαιότητά σας.
Όσο για μένα;
Ευτυχώς υπάρχει και η Ποίηση…
.
«διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.»
 
Περνάω σε «καλή σχολή» της «επιλογής» μου.
Τίποτα και κανένας δε μου στάθηκε για να επιλέξω σωστά.
Και εδώ το «σύστημά» σας άρπα κόλλα το φτιάξατε.
Τείχος στην πιο κρίσιμη ηλικία μου η όλη διαδικασία επιλογής σπουδών. Καμιά ενημέρωση, καμιά φροντίδα από κανέναν.
Έχω πολλά να κάνω εκεί «έξω».
Τι λέτε; Σκοπεύετε να ανοίξετε καμιά πύλη στα πανύψηλα τείχη που σκαρώσατε, μήπως και μπορέσω να δω τα όμορφα, που επιμελώς μου κρύβετε;

«Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»
 
Όσο δουλεύατε αδιάκοπα για να υψώσετε «τα τείχη», χαμπάρι δεν πήρα. Φαίνεται ότι από παιδί συνήθισα τους κρότους και τους ήχους σας και σημασία δεν έδινα.
Κάτι καλό για μένα χτίζουν, σκεφτόμουν. Δεν μπορεί, παιδί τους είμαι. Και τα παιδιά τα αγαπούν οι μεγάλοι.

Και τέλειωσα πριν λίγο το Λύκειο, όπου έμαθα πολλά από ένα κείμενο, που το σύστημά σας θέλει να διδάσκεται μια ώρα μόνο τη βδομάδα.
Έμαθα από ένα κείμενο ότι Δημοκρατία θα πει αξιοκρατία, ισονομία, ισηγορία, εντιμότητα.
Διδάχτηκα τον «Επιτάφιο» του Περικλή.
Και ξέρετε κάτι; Πάλι θα μελετήσω αυτό το κείμενο και είμαι σίγουρη ότι απ’ αυτό θα βρω τα άριστα εργαλεία να γκρεμίσω τα «τείχη» που γύρω μου στήσατε.
 

Ευτυχώς υπάρχει ο Επιτάφιος…

Ευτυχώς υπάρχει η Ποίηση.
Δέλτα Βήτα
Advertisements

Τα ζωα….Ιωάννη Πολέμη

Ποτέ δε θα πειράξω
τα ζώα τα καημένα,
μην τάχα σαν εμένα
κι εκείνα δεν πονούν;

Θα τα χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτέ δε θα τ’ αφήνω
στους δρόμους να πεινούν.

Ακόμα κι όταν βλέπω
πως τα παιδεύουν άλλοι,
εγώ θα τρέχω πάλι
με θάρρος σταθερό,

θα προσπαθώ με χάδια
τον πόνο τους να γιάνω
κι ό,τι μπορώ θα κάνω
να τα παρηγορώ.

Τα ζωα-Ιωαννης Πολεμης

Αναρτήθηκε στις Ποίηση. Ετικέτες: . 1 Comment »

Κ. Κρυστάλλη: Στο σταυραητό

Κώστας Κρυστάλλης, ένας μεγάλος ποιητής,
ένα χαμομηλάκι που πέθανε από φυματίωση,
πάμτωχο και κυνηγημένο, στα 26 του χρόνια.

Γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου το 1868, προσβλήθηκε από φυματίωση και πέθανε στην Αρτα τον Απρίλιο του 1894, σε ηλικία είκοσι έξι χρονών.
Μόνος, αβοήθητος, άρρωστος, χωρίς εφόδια, αλλά με τεράστια πίστη και ζήλο, ο νεαρός αυτός εξόριστος, ένα χωριατόπουλο άπραγο, χαμένο στη μεγάλη Αθήνα, πέτυχε να φέρει ένα ρυάκι δροσερό νερό, από τη βουνίσια ομορφιά μέσα στην αδιάφορη Αθήνα.

Πέτυχε να επιβάλει τις ποιμενικές αναμνήσεις του, να μας γνωρίσει το κάλλος της αγροτικής ζωής, να μας ξυπνήσει την πατριωτική φλόγα και να δημιουργήσει μιά δική του παράδοση, που του εξασφάλισε ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας.
Αναστημένος στη σκλαβιά, ύμνησε την ελευθερία. Και χάνοντας τίς ομορφιές της ορεινής Ηπείρου, που δεν επρόκειτο να ξαναδεί, (οι Τούρκοι τον είχαν καταδικάσει ερήμην 25 χρόνια εξορία), έκανε τραγούδι τη νοσταλγία του.

Υπάρχει πολύ πάθος και πολλή αλήθεια μέσα στους στίχους του, γι’ αυτό και μας δίνουν μιά γνήσια συγκίνηση.

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΕΤΟ

Aπό μικρό κι απ’ άφαντο πουλάκι σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμί με τον καιρό, και δύναμη κι αγέρα,
κι απλώνεις πήχες τα φτερά και σπιθαμές τα νύχια,
και μες στα σύγνεφα πετάς, μες στα βουνά ανεμίζεις!
Φωλιάζεις μες στα κράκουρα, συχνομιλάς με τ’ άστρα,
με τη βροντή ερωτεύεσαι κι απιδρομάς και παίζεις
με τ ΄γρια τ’ αστροπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.

Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,
κι απ’ άφαντο κι απ’ άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια,
και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει,
κ’ έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχιό και δράκος,
κ’ εφώλιασε βαθιά – βαθιά μες στ’ άσαρκο κορμί μου,
και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κρυφοβοσκάει τη νιότη.

Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.
Θέλω τ΄αψήλου ν’ ανεβώ, ν’ αράξω θέλω, αητέ μου,
μες στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,
θέλω ν’ αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω με σένα.
Θέλω τ’ ανήμερο καπρί, τ’ αρκούδι, το πλατόνι,
καθημερνή μου κι ακριβή να τάχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ’ αγέρι
νάρχεται από τη λαγκαδιά, σα μάνα, σαν αδέρφι,
να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ’ ανοιχτά μου στήθη.

Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά -παλιές γλυκές μου αγάπες-
να μου προσφέρνουν γιατρικό τ’ αθάνατα νερά τους.
Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαηδισμό τους
να με κοιμίζουν το βραδί, να με ξυπνούν το τάχι.
Και θέλω νάχω στρώμα μου, νάχω και σκεπασμά μου
το καλοκαίρι τα κλαδιά και το χειμώ τα χιόνια.
Κλωνάρια απ’ αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια

θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνω να πλαγιάζω,
ν’ ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.

Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,
θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ’ άγριο γίδι.
Θέλω ν’ ακούω τρυγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά – ζερβά να βλέπω.
Θέλω ν’ ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
ν’ ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.

-θέλω.., μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβιέμαι νύχτα – μέρα.
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,

και δόσμου τες φτερούγες σου, και πάρε με μαζί σου,
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!

Αναρτήθηκε στις Ποίηση. Ετικέτες: . 1 Comment »

Βίκτωρος Ουγκώ: Το Ελληνόπουλο – L’enfant

Απόδοση στα ελληνικά: Κωστής Παλαμάς

Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ’όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ’αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ’ τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ’την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ’ το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ’το δεντρί
που μεσ’ στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν’ άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ’απ’ τον ίσκιο του να βγει;

Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ’ αγαθά;
Πες. Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΛΕΥΤΕΡΑ!!


Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης – Η Πόλις – Κ.Π.Καβάφη

Η Πόλις

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γή, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάςτους ίδιους.
Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού – μη ελπίζεις –
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γή την χάλασες.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1910)

Όπου κι αν πάμε, στο ταξίδι της ζωής μας,
σε κάθε μας μάταιη απόδραση,
για να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας,
για αποσκευές μας κουβαλάμε όσα άχρηστα
δεν έχουμε αποθέσει, δεν έχουμε πετάξει.
Κουβαλάμε τις επιλογές που κάναμε πράξεις.
Αν ερείπια καταντήσαμε τη ζωή μας,
αυτά μας ακολουθούν.
Τα χρόνια που ρημάξαμε
και χαλάσαμε,
αυτά μας συντροφεύουν.
Μια ζωή ρημαγμένη σε μια γωνιά της γης
είναι παντού ρημαγμένη

Κι όμως, αν κλείσαμε μόνοι τους δρόμους,
αν μόνοι εγκλωβιστήκαμε
έχει πλοίο για μας, έχει οδό,
φτάνει να το θελήσουμε.

Ψηλά κοιτάμε, φτερά φοράμε
και ξανοιγόμαστε μέσα από τους δρόμους του αιθέρα
αφήνοντας πίσω τα βάρη που φορτώσαμε στους ώμους μας.
Βάζουμε πορεία για καινούριους τόπους, άλλες θάλασσες,
Για την καλύτερη, την ιδανική δική μας Πόλη

«…και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
— για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!…»
Κωστής Παλαμάς

The City


You said, «I will go to another land, I will go to another sea.
Another city will be found, better than this.
Every effort of mine is condemned by fate;
and my heart is — like a corpse — buried.
How long in this wasteland will my mind remain.
Wherever I turn my eyes, wherever I may look
I see the black ruins of my life here,
where I spent so many years, and ruined and wasted.
«New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will roam the samestreets.
And you will age in the same neighborhoods;
in these same houses you will grow gray.
Always you will arrive in this city. To another land -do not hope –
there is no ship for you, there is no road.
As you have ruined your life herein this little corner,
you have destroyed it in the whole world.
Constantine P. Cavafy (1910)

Αναρτήθηκε στις Ποίηση. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: Μην την εξευτελίζεις, μες την πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες τες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ’εκθέτοντάς την

στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησίαν,
Ως που να γίνει σα μιά ξένη φορτική!

Κωνσταντίνος Καβάφης
Αναρτήθηκε στις Ποίηση. Ετικέτες: , . 4 Σχόλια »

Κάποτε θα ΄ρθουν… (Λευτέρης Παπαδόπουλος)

Παύλος Σιδηρόπουλος

Κάποτε θα ‘ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν σ’ αγαπούν
και πως σε θένε
Εχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε
Κάποτε θα ‘ρθουν γνωστικοί
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν
Εχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
θα σε πουλήσουν

Και όταν θα ‘ρθουν οι καιροί
που θα ‘χει σβύσει το κερί
στην καταιγίδα
Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα
Αρέσει σε %d bloggers: