Ο πελτές του Μήτσου

Νεαρός ήταν όταν  κατέβηκε στην Αθήνα να κάνει την τύχη του. 
Τρία βρακιά ήταν όλη η περιουσία του.
Δύσκολα ήταν, εκείνα τα χρόνια.
Σιγά-σιγά κάτι κατάφερε ο Μήτσος και νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, κατέβαινε πολλά σκαλιά σ’ ένα τυφλό δωμάτιο που δεν είχε καθόλου φως. 

… το ψυγείο ήταν άδειο,
μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ.

Μετά από κανένα χρόνο μετακόμισε στα Πατήσια.
Τώρα θα μου πείτε από Παγκράτι πως βρέθηκε στα Πατήσια. Να, η διαδρομή ήταν μία, με ένα εισιτήριο, Κολιάτσου-Παγκράτι. Έτσι προέκυψε το δωμάτιο στα Πατήσια.

Παλάτι του φάνταζε το δωμάτιο στα Πατήσια. Ήταν και ημιυπόγειο. Είχε και μια μικρή, τόση δα αυλίτσα στον ακάλυπτο.
Παρέες δεν είχε ο Μήτσος στην Αθήνα, όλο δούλευε και άμα γύρναγε στο «σπίτι» του, ευχαριστιόταν, καθάριζε, τακτοποιούσε, ξεκουράζονταν και διάβαζε.
Κάποια στιγμή πήρε και ένα ψυγειάκι από το Μινιόν. Μεγάλες χαρές. Ήθελε το «σπίτι» του να το φτιάξει σπιτικό. Να μάθει να μαγειρεύει, να κόψει τα σουβλάκια. Τα πιτόγυρα.
Ένα απόγευμα, γύρναγε από τη δουλειά και συναντάει ο Μήτσος που λέτε, ένα φίλο του από πάνω από την πατρίδα. Έτσι στο πουθενά, βρήκε ένα γνωστό, ίδια ηλικία είχανε περίπου.

Μπάμπη; Τι θες εδώ;

Μήτσο, εσύ είσαι;
Αγκαλιές, φιλιά. Ο Μπάμπης είχε κατέβει από το χωριό για μια δουλειά. Φτώχεια κι αυτός, τα είπανε λίγο κι ο Μήτσος κατάλαβε.

Μπάμπη, θα έρθεις στο σπίτι. Θα μαγειρέψουμε, θα φάμε, θα ξεκουραστείς, θα κοιμηθείς και αύριο με το καλό πας στη δουλειά σου.
Στο δρόμο αγόρασαν ψωμί, μισή δραχμή έκανε.
Φτάσανε στο ημιυπόγειο, όλο καμάρι ο Μήτσος του έκανε χώρο να περάσει.
Πήγε ο Μήτσος στο κουζινάκι, άνοιξε το ψυγείο και το ψυγείο ήταν άδειο, μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ. Ντοματοπελτέ. Ντομάτα σάλτσα, πως την λένε.
Δαγκώθηκε ο Μήτσος, αλλά τί να κάνει δραχμή δεν υπήρχε στην τσέπη.

Μπάμπη, θα φτιάξουμε, ένα φαΐ που θα γλύφεις τα δάχτυλα σου.
Έβαλε το κατσαρολάκι στο πετρογκάζ, το γέμισε νερό και έριξε τον πελτέ μέσα στο νερό και το άφησε να πάρει μια βράση. Δυο πιάτα είχε ο Μήτσος, «έστρωσε» το τραπεζάκι και σέρβιρε την σούπα πελτέ.
Χαμογέλασε ο Μπάμπης και κάθισε στο τραπεζάκι. Βούταγαν το ψωμί μέσα στο ζουμί και έτρωγαν με βουλιμία. Έτσι ξεγέλασαν την πείνα τους.
Πέρασαν χρόνια κι ο Μήτσος συναντήθηκε με τον Μπάμπη στην Θεσσαλονίκη. Ήταν αλλιώς τα πράγματα.
Πήγαν για καφέ και θυμήθηκαν τα παλιά. Γέλαγαν με το περιστατικό του ντοματοπελτέ.
Όταν χωρίζανε, γυρίζει ο Μπάμπης και λέει στον Μήτσο:

Να σου πω Μήτσο, από τότε, έχω αδειάσει πολλά πιάτα, αλλά να ξέρεις την νοστιμιά που είχε εκείνο το ντοματόζουμο, δεν την ξαναβρήκα. Είχε πολλή αγάπη εκείνος ο πελτές, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, κι άμα τρώω ένα ωραίο φαγητό, πάντα λέω:
«Σαν τον πελτέ του Μήτσου όμως, δεν είναι».


Το hamomilaki

Advertisements

Μια ιστορία σαν παραμύθι: Ο βασιλιάς, τα παγώνια οι φασιανοί και ο κόκορας

Ο Κροίσος ήταν πολύ στεναχωρημένος τον τελευταίο καιρό. Ενώ ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ενώ ήταν βασιλιάς της Λυδίας και είχε δύναμη μεγάλη, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Καλά-καλά ούτε που κοιμόταν τις νύχτες. Συνέχεια σκεφτόταν πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει ένας άνθρωπος στον κόσμο, που να μη θαυμάζει τα πλούτη και τη δύναμή του.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Σόλωνας, ο σοφός Αθηναίος νομοθέτης, που εδώ και δυο μήνες ήταν φιλοξενούμενος στο λαμπρό του παλάτι.
Την προηγούμενη βδομάδα τον είχε πάει να δει τους αμέτρητους θησαυρούς του και τον στρατό του και τον ρώτησε:
      – Έχεις δει, σοφέ Σόλωνα, πιο πλούσιο άνθρωπο και πιο δυνατό από μένα; Έχεις γνωρίσει στη ζωή σου κάποιον πιο ευτυχισμένο;
Ο Σόλωνας, χωρίς να διστάσει καθόλου του απάντησε:
      – «Μηδένα πρό του τέλους μακάριζε», δηλαδή κανέναν άνθρωπο να μη θεωρείς ευτυχισμένο, πριν να δεις το τέλος του.

Η απάντηση αυτή νευρίασε πολύ τον Κροίσο και ήθελε από τότε να αποδείξει στον Σόλωνα ότι ξεχωρίζει από όλους τους ανθρώπους, ήθελε να τον θαυμάσει οπωσδήποτε ο Αθηναίος σοφός.
Περπατούσε νευρικά πέρα δώθε, μέχρι που ξαφνικά, μέσα στην αίθουσα του θρόνου του, μια ιδέα κατέβηκε στο μυαλό του. Υπέροχη η ιδέα μου, φώναξε, και αμέσως χτύπησε το ολόχρυσο κουδουνάκι, για να καλέσει τους δούλους του.
Αμέσως αυτοί παρουσιάστηκαν φοβισμένοι, αλλά έτοιμοι να εκτελέσουν τις διαταγές του.
      – Φωνάξτε τους καλύτερους μαστόρους, πρόσταξε. Τώρα αμέσως να παρουσιαστούν μπροστά μου.
Σε λίγα μόνο λεπτά ήρθαν μπροστά του οι καλύτεροι μάστορες του βασιλείου του.
      – Στις προσταγές σου, βασιλιά πολυχρονεμένε, είπαν με μια φωνή και έσκυψαν μέχρι το πάτωμα, όχι από σεβασμό, αλλά από φόβο.
      – Να φέρετε τα καλύτερα υλικά, τους διέταξε. Τα καλύτερα μάρμαρα και χρυσάφι, πολύ χρυσάφι. Πολύτιμους λίθους και ασήμι. Θέλω αυτή η αίθουσα, που βρίσκεται ο θρόνος μου να γίνει αγνώριστη. Στο ταβάνι να υπάρχει ο ουρανός με τα άστρα, στους τοίχους η γη με τα λουλούδια και στο πάτωμα η θάλασσα με τα ψάρια. Αλίμονό σας αν δεν φαίνονται όλα σαν αληθινά. Σε εφτά μέρες να είναι όλα έτοιμα. 
    Είπε και αποσύρθηκε ήσυχος πια στο υπνοδωμάτιό του, για να κοιμηθεί λιγάκι.
Για εφτά μερόνυχτα στρώθηκαν στη δουλειά οι μαστόροι και σε εφτά μέρες ακριβώς όλα ήταν έτοιμα. Η αίθουσα του θρόνου έλαμπε από το ασημοφώς των αστεριών και σαν αληθινά φάνταζαν ο ουρανός, η γη με τα λουλούδια και η θάλασσα με τα ψάρια.
Το επόμενο πρωινό ο Κροίσος πρόσταξε τους υπηρέτες, που κάθε μέρα τον έντυναν, να του φέρουν την πιο όμορφη φορεσιά του, την ολόχρυση, το καινούριο του στέμμα με τα ζαφείρια, το μεγάλο του σκήπτρο, που πάνω του λαμπύριζαν κατακόκκινα ρουμπίνια και τα καλύτερά του ποδήματα, τα κεντημένα με χρυσοκλωστή και στολισμένα με μαργαριτάρια.
Στο λαιμό του πέρασαν όλα του τα διαμαντικά, και στα χέρια του όλα του τα πολύτιμα βραχιόλια. Μέχρι και σκουλαρίκια έβαλαν στα βασιλικά του αυτιά, ολόχρυσα και αυτά και μακριά μέχρι τους ώμους του.
Κοίταξε τον εαυτό του μέσα στον μεγάλο χάλκινο καθρέφτη που κουβάλησαν οι δούλοι μπροστά του και έμεινε πολύ ευχαριστημένος από το θέαμα. Πίσω ακριβώς από το θρόνο του, από το ταβάνι κρεμόταν ένας ήλιος χρυσός που φεγγοβόλαγε.
Είμαι ο Άρχοντας όλου του κόσμου, σκέφτηκε. Είμαι ο Άρχοντας του ουρανού, της γης και της θάλασσας, είμαι η ίδια η ομορφιά! Τώρα να δούμε τι θα έχει να πει ο Σόλωνας! Αυτά σκεφτόταν και έφτυσε στον κόρφο του για να μη ματιάσει τον εαυτό του.
      – Πήγαινε να βρεις τον Σόλωνα και πες του ότι ο βασιλιάς Κροίσος τον περιμένει. Οδήγησέ τον γρήγορα μπροστά μου, είπε στον πιο πιστό του υπηρέτη.
Μέσα σε λίγη ώρα έφτασε ο Σόλωνας στην καταστόλιστη αίθουσα. Έριξε μια ματιά γύρω του και άκουσε τον Κροίσο να του λέει:
      – Πες μου, όχι πες μου, σοφέ Αθηναίε, εσύ που έχεις γυρίσει όλον τον κόσμο, έχουν δει τα μάτια σου κάτι πιο όμορφο από αυτό που τώρα βλέπεις;
      – Ναι, Κροίσε βασιλιά, απάντησε ο σοφός χωρίς να διστάσει. Κάθε μέρα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, βλέπω το πιο όμορφο θέαμα.
      – Και ποιο είναι αυτό; Ρώτησε ο βασιλιάς κάπως απότομα, προσπαθώντας με κόπο να συγκρατήσει την απογοήτευση και το θυμό του.
      – Τα παγώνια οι φασιανοί και τα κοκόρια, βασιλιά Κροίσε, απάντησε ο Σόλωνας. Η φορεσιά τους είναι τόσο λαμπερή και πλουμιστή, τόσο όμορφα και ταιριαστά τα χρώματά τους, που δεν χορταίνω να τα κοιτάζω! Και κάτι τελευταίο Κροίσε. Κανένας υπηρέτης δεν τα φροντίζει, δεν ξοδεύουν χρήματα για να αποκτήσουν κοσμήματα και χρυσό. Όλα τους τα στολίδια τα έχουν από φυσικού τους, επειδή ο Θεός έτσι τα έπλασε!
Έφυγε από την πλουμιστή αίθουσα ο Κροίσος με βήματα αργά και για πρώτη φορά στη ζωή του είχε κατεβασμένο το κεφάλι του.

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: . Leave a Comment »

prasino-hamomilaki.blogspot.com

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: . Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: