Ο παθιασμένος με τα χρήματα …

Τα είχε όλα.

Είχε υγεία.

Είχε ομορφιά.

Είχε εξυπνάδα.

Είχε την δυνατότητα να σπουδάσει.

Ήταν πρωταθλητής.

Είχε δόξα μεγάλη.

Έγινε βουλευτής.

Έγινε υφυπουργός.

Έκανε μια όμορφη οικογένεια.

Ο κόσμος τον αγαπούσε.

Το έκανε δήμαρχο της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της πιο δοξασμένης χώρας.

Και αυτός την ντρόπιασε.

Και όλα τα δώρα του Θεού τα έχασε.

Μάταια όλα, τα πλούτη, κάθε μορφής, που μάζεψε.

Μάταια, επειδή δεν τα τίμησε.

Η απληστία, ακύρωσε όλα τα δώρα.

.

Κι όλοι εσείς
που σωρεύετε λεφτά,
βοηθάτε τον διπλανό σας
επειδή μάταιο είναι να μαζεύεις …
να μαζευεις … να μαζευεις …

Λέει ο Εκκλησιαστής: «ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ, …»

Ἐκκλησιαστής Κεφ. 05, 9-16
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Μετάφραση Βασιλική Π. Δεδούση
9 ᾿Αγαπῶν ἀργύριον οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου· καὶ τίς ἠγάπησεν ἐν πλήθει αὐτῶν γένημα; καί γε τοῦτο ματαιότης.
Οπαθιασμένος  με τα χρήματα

ποτέ δε θα χορτάσει.

Και ποιο το κέρδος από τα πλούτη τα πολλά και τα γεννήματά τους;
Όλα, κέρδη και πλούτη, μάταια.
10 ἐν πλήθει ἀγαθωσύνης ἐπληθύνθησαν ἔσθοντες αὐτήν· καὶ τί ἀνδρεία τῷ παρ᾿ αὐτῆς ὅτι ἀλλ᾿ ἢ τοῦ ὁρᾶν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ;
Όσο πληθαίνουν τ΄ αγαθά, 

μαζεύονται και οι άχρηστοι 

οπού τα κατατρώγουν.

Και ποιο είναι τάχα τ’ όφελος 

του πλούσιου που τα ‘χει, 

παρά να βλέπει, 

έτσι μπροστά στα μάτια του

τ’ αγαπημένο του το βιός 

αυτοί  να σπαταλούνε;

 

11 γλυκὺς ὕπνος τοῦ δούλου εἰ ὀλίγον καὶ εἰ πολὺ φάγεται· καὶ τῷ ἐμπλησθέντι τοῦ πλουτῆσαι οὐκ ἔστιν ἀφίων αὐτὸν τοῦ ὑπνῶσαι. Ο τίμιος ο δουλευτής, 

για λίγο φάει, για πολύ,

γλυκόν έχει τον ύπνο.

Από την άλλη ο πάμπλουτος,

από τις έγνοιες τις πολλές

και την αχορτασιά του,

δεν ημπορεί ποτέ γλυκά

τα μάτια του να κλείσει.

12 ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ, Μιαν άλλη αρρώστια, ολέθρια

είδα στη γη να υπάρχει.

Τον πλούτο, που σωρεύεται

και μόνο βλάβες φοβερές

στον κάτοχό του φέρνει.

13 καὶ ἀπολεῖται ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος ἐν περισπασμῷ πονηρῷ, καὶ ἐγέννησεν υἱόν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν χειρὶ αὐτοῦ οὐδέν. Και έρχεται ώρα κακιά,

κι ο πλούτος πάει,

σαν τον καπνό σκορπίζεται,

και στο παιδί που γέννησε

από τα πλούτη τα πολλά

τίποτα δεν του έμεινε 

κληρονομιά να δώσει.

14 καθὼς ἐξῆλθεν ἀπὸ γαστρὸς μητρὸς αὐτοῦ γυμνός, ἐπιστρέψει τοῦ πορευθῆναι ὡς ἥκει, καὶ οὐδὲν οὐ λήψεται ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, ἵνα πορευθῇ ἐν χειρὶ αὐτοῦ. Γυμνός γεννιέται ο άνθρωπος,

γυμνός στο χώμα μπαίνει.

Μένουν τα χέρια του αδειανά

και δεν τον συντροφεύουν

τα αγαθά των κόπων του

στο ύστερο ταξίδι.

15 καί γε τοῦτο πονηρὰ ἀρρωστία· ὥσπερ γὰρ παρεγένετο, οὕτως καὶ ἀπελεύσεται, καὶ τίς ἡ περισσεία αὐτοῦ, ᾗ μοχθεῖ εἰς ἄνεμον; Και τούτο είναι βέβαια

ακόμα λυπηρότερο,

αφού, έτσι, όπως ήρθε, φεύγει.

Και ποιο το κέρδος του λοιπόν,

που σ΄ όλη του τη ζήση

τον άπιαστο τον άνεμο

συνέχεια κυνηγούσε;

16 καί γε πᾶσαι αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ἐν σκότει καὶ ἐν πένθει καὶ θυμῷ πολλῷ καὶ ἀρρωστίᾳ καὶ χόλῳ. Και όλες οι μέρες βέβαια 

του πλεονέκτη άνθρωπου 

είναι σκοταδιασμένες

μέσα σε πένθος και οργή,

σε βάσανα και πόνους.

Όλη τη ζήση την περνά

μ΄έγνοιες αρρωστημένες.

17 ᾿Ιδοὺ εἶδον ἐγὼ ἀγαθόν, ὅ ἐστι καλόν, τοῦ φαγεῖν καὶ τοῦ πιεῖν καὶ τοῦ ἰδεῖν ἀγαθωσύνην ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ ἐὰν μοχθῇ ὑπὸ τὸν ἥλιον ἀριθμὸν ἡμερῶν ζωῆς αὐτοῦ, ὧν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός· ὅτι αὐτὸ μερὶς αὐτοῦ. Να ποιο είναι το καλό 

που ευτυχία φέρνει.

Ο άνθρωπος να τρώει, να πίνει

και τα καλά που κέρδισεμε μόχθο

και κοπιάζοντας, για όσες μέρες ο Θεός 

έδωσε στη ζωή του,

ν απολαμβάνει με χαρά.

Αυτό είναι το κέρδος του,

αυτό το μερτικό του.

18 καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ᾧ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς πλοῦτον καὶ ὑπάρχοντα καὶ ἐξουσίασεν αὐτῷ φαγεῖν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ λαβεῖν τὸ μέρος αὐτοῦ καὶ τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, τοῦτο δόμα Θεοῦ ἐστιν. Σε όποιον έδωσ’ ο Θεός πλούτη πολλά 

και υπάρχοντα,

του ‘δωσε και την άδεια

να χαίρεται τα δώρα,

να παίρνει τη μερίδα του

και τους καρπούς του κόπου του

να τους απολαμβάνει.

Αυτά είναι δώρα απ’ τον Θεό,

19 ὅτι οὐ πολλὰ μνησθήσεται τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ· ὅτι ὁ Θεὸς περισπᾷ αὐτὸν ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας αὐτοῦ. γιατί αυτόν τον άνθρωπο δεν τόνε βασανίζουν σκοτούρες

και προβλήματα

στις μέρες της ζωής του,

αφού η καρδιά του ευφραίνεται

με τα καλά που έχει.

Το χαμομηλάκι

Κάνε το Καλό …

Όλο και πιο πολλοί χτυπάνε την πόρτα σου για βοήθεια. 
Με διάφορους τρόπους και διάφοροι άνθρωποι. 
Δύσκολοι καιροί. Ο καθένας μας βοηθάει, όπως μπορεί.
.

Ο καθένας μας βοηθάει, όπως μπορεί.

Κι αυτοί που ζητάνε, είναι Πακιστανοί, Αιγύπτιοι, Έλληνες….
Και ζητάνε απ’ όλα. Ρούχα, φαγητό, λεφτάκια, δουλειά.
Κι έχουν ένα ύφος, όλο πόνο. 
Κι’ ούτε ξέρω αν ο πόνος είναι αληθινός ή ψεύτικος.
Πολλές φορές θέλω να αποφύγω να δώσω, αλλά ντρέπομαι. Τις περισσότερες φορές κάτι δίνω.
Πάντα όμως με πιάνει μια αμφιβολία. 
Μήπως με εκμεταλλεύονται; Μήπως συνεννοούνται μεταξύ τους και έρχονται για «βοήθεια».
Δίνω το κάτι τις μου και ζορίζομαι.
Μισερή βοήθεια μου φαίνεται.
Λειψή.
Ούτε ξέρω τι να κάνω.
Βασανίζομαι, ανάμεσα στο Καλό και το σωστό.
Δίνω και έχω ενοχές.
Ούτε με την καρδιά μου δίνω, ούτε αρνιέμαι να δώσω.

Πήγαμε μια κοντινή εκδρομούλα, σ’ ένα μοναστήρι.
Σ’ ένα παγκάκι έξω από το μοναστήρι ήταν ένας καλόγερος.
Λιγνός, κάτισχνος δηλαδή, μου φάνηκε μεγάλος στην ηλικία. Ένα ράσο φορούσε, μ’ ένα σχοινί στη μέση.
Κάπου ήταν προσηλωμένος, σαν προσεύχονταν.
Πήγα κοντά του, γύρισε και με κοίταξε, μ’ ένα  βλέμμα διαπεραστικό, φωτιές έβγαζαν τα μάτια του.   
Είδα ότι δεν ήταν πολύ μεγάλος. Κοιταχτήκαμε. Το πρόσωπο του έλαμπε στο Φως. Ίσως να ήταν ο ήλιος που χτύπαγε πάνω του.
— Κάθισε, μου είπε.
Σαν να γνωριζόμασταν από χρόνια, άρχισα να του μιλάω, του είπα το ζόρι μου, αυτό με τις «βοήθειες», αυτό που είπα παραπάνω.
— Εσύ να δίνεις, μου είπε, άμα μπορείς, να δίνεις.
— Μη σε νοιάζει. Δεν πειράζει, αν σε εκμεταλλεύεται.
— Τ’ ακούς; ΔΕΝ ΠΕΙΡΆΖΕΙ.
….
Έφυγα και πήγα να βρω τους άλλους. Είχα χαρά. 
Μεγάλη ΧΑΡΑ. Σαν να ελευθερώθηκα. 
Όχι «σαν», ΕΛΕΥΘΕΡΏΘΗΚΑ. Άμα μπορώ, δίνω. Τόσο απλό.
Πριν μπω στο μοναστήρι, γύρισα να τον δω.
Δεν ήταν κανείς στο παγκάκι.

Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Leave a Comment »

Στα ξεχωριστά παιδιά

Special Olympics World Summer Games
ATHENS 2011

Ολυμπία
Στο χώρο αυτό, και οι πέτρες μιλούν,
αρκεί τη λαλιά τους να κατέχεις.


Στο χώρο αυτό, το χώμα είναι ζεστό,
αρκεί γονατιστός να το αγγίξεις.

Στο χώρο αυτό, η φλόγα αγρυπνεί,
αρκεί στο μεγαλείο της τη ματιά σου να γυρίσεις.

Στο χώρο αυτό, το ΕΥΓΕ αντηχεί,
αρκεί στην αντήχηση την ακοή σου να στήσεις.

Στο χώρο αυτό, η νίκη περπατά ξυπόλητη,
αρκεί τα ‘χνάρια της να ψάξεις.

Στο χώρο αυτό, η δόξα με εσθήτα περιφέρεται,
αρκεί ανάργυρος στο στίβο να κατέβεις.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο αγέρας σε τυλίγει,
αρκεί το πετσί σου να τον νιώσει.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο ήλιος σε ντύνει,
αρκεί γυμνός απ’ όλα να μείνεις.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς οι παλμοί σου χτυπούν,
αρκεί στην καρδιά το χέρι να βάλλεις.

D.B.
30/04/2004
Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Αγανακτισμένα Χαμομηλάκια

είμαστε αγανακτισμένοι όλοι εμείς οι έφηβοι

είμαστε αγανακτισμένοι όλοι εμείς οι νέοι
είμαστε αγανακτισμένα όλα εμείς τα παιδιά
Δεν δέχομαι, δεν μπορώ να δεχτώ ότι έφυγε
το φιλότιμο από τον τόπο μου.
—-Το καταλαβαίνετε;
Αυτό με πονάει και με θυμώνει περισσότερο απ’ όλα.
επειδή:

—-δεν προστατεύσατε την πατρίδα μας
—-εκμεταλλευτήκατε και καταχραστήκατε ό,τι ήταν δυνατόν
—-υποθηκεύσατε το μέλλον μας με κάθε τρόπο
—-αφαιρέσατε τις ελπίδες μας

—-Με ποιο δικαίωμα για δεκαετίες ξεσαλώνατε υποθηκεύοντας τα αγέννητα;
—-Με ποιο δικαίωμα αφήσατε τόσες γενιές απαίδευτες με αποτέλεσμα να ψηφίζουν και να ξαναψηφίζουν εσάς τους ίδιους που φέρατε εδώ τα πράγματα;
—-Με ποιο δικαίωμα;

—-Αηδιάζω να σας ακούω να επαγγέλλεστε «λύσεις», εσείς που τίποτα δεν αφήσατε όρθιο.
—-Εσείς που χαρίσατε στους γερμανούς τον πλούτο που έκλεψαν, στην Κατοχή ντε, και από το ’50 φέρατε τη Siemens να αλωνίζει και μαζί τα τρώγατε.

—-Βαρέθηκα να σας βλέπω στα κανάλια και ντρέπομαι για λογαριασμό σας, που έχετε ακόμα μούτρα και εμφανίζεστε.
—-Βαρέθηκα να σας ακούω να μιλάτε και να μην κάνετε τίποτα.
—-Βγάλτε τις μοδάτες γραβάτες και στρωθείτε στη δουλειά ή ξεκουμπιστήτε.

—-Δε θέλω άλλο να φοβάμαι βλέποντας τις ειδήσεις σας.
—-Δε θέλω φωνές στο σπίτι και γκρίνιες επειδή δεν υπάρχουν λεφτά.

Ζάπλουτοι καταχραστές, κλέφτες του δημοσίου χρήματος, διαπλεκόμενοι αλητήριοι, δεν ανέχομαι πια να παρατηρώ αδιάφορα να ασελγείτε πάνω στο δικό μου μέλλον και στο μέλλον των αγέννητων παιδιών μου.

Στη συνείδησή μου είστε ένα όλοι, επειδή επιμένετε στην παραγραφή των δικών σας εγκλημάτων σε βάρος μου.
Έχω φτάσει στο σημείο να κλείνω τα αυτιά μου, να κατεβάζω ρολά για μη βλέπω και να μην ακούω τον άδικο λόγο σας. Ένα λόγο που με θράσος απίστευτο τον υπερασπίζεστε, όπως ο απόλυτα άμεμπτος αδικημένος άνθρωπος μάχεται για την τιμή του.
Δεν δέχομαι, δεν μπορώ να δεχτώ ότι έφυγε το φιλότιμο από τον τόπο μου.
—-Το καταλαβαίνετε;
Αυτό με πονάει και με θυμώνει περισσότερο απ’ όλα.

—-Θέλετε να βγει η Πατρίδα από την κρίση;
—-Εεε;; Θέλετε;;
—-Βάλτε φυλακή τους κλέφτες. Δημεύστε τις περιουσίες που άτιμα αποκτήθηκαν. Θυμώνω που μας περνάτε για ηλίθιους

Εμείς αυτό που θέλουμε είναι:
—-μια καλύτερη πατρίδα
—-θέλουμε δικαιοσύνη
—-θέλουμε παιδεία
—-θέλουμε ασφάλεια
—-θέλουμε μέλλον

—-θέλω να παιζω ελευθερα, με χαρά, γιατί είμαι παιδί

μας το χρωστάτε

Άντε μη … θυμώσω κι άλλο…!!
Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Στη λιμνούλα με τα νούφαρα – Ένα οικολογικό «παραμύθι»

Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός μεγάλου καταπράσινου δάσους υπήρχε μια λιμνούλα με νεράκι γαλάζιο στη μέση και πρασινωπό στις όχθες, από τους μικρούς θάμνους και τα χορταράκια που ολόγυρά της φύτρωναν.
Ήταν ήσυχα εκεί που άρχιζε το μεγάλο δάσος και όποιος πήγαινε μια βόλτα στη λιμνούλα θαρρούσε πως βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο, μακριά και πέρα από τη βουερή φασαρία της κοντινής μεγάλης πόλης.
Η λιμνούλα είχε για στολίδια όμορφα νούφαρα, που σαν στρογγυλές βαρκούλες έπλεαν λες πάνω στα νερά της, με τα κόκκινα, κίτρινα ή πορτοκαλί λουλούδια τους, χωρίς όμως να πηγαίνουν πουθενά.
Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. Στα δυο ήταν χωρισμένη η γαλάζια λιμνούλα.
Από τη μια μεριά, πάνω στα νούφαρα, ήταν καθισμένα πολλά-πολλά βατραχάκια, που ποτέ δεν πήγαιναν στην άλλη μεριά. Ποτέ.
Από την άλλη, μέσα στο νερό, πολλά-πολλά χρυσοψαράκια, που ποτέ δεν πήγαιναν στην άλλη μεριά. Ποτέ.
Βλέπετε βατραχάκια και χρυσοψαράκια ήταν μαλωμένα, κανείς δεν ξέρει από πότε και για ποιο λόγο. Έτσι, βλέπανε μόνο τα άσχημα και τα κακά των άλλων, των απέναντι,… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »
Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Η ψυχή του ναυτικού


Όποιο μέρος του κορμιού μου κι αν στύψεις
θαλασσόνερο θα βγει.
Αρμυρό.
 
Με όπλο το νου, που ερευνά, συγκρίνει,
αποτυπώνει και φτάνει στη γνώση

το πλεούμενο —ένα με μένα που ‘ναι—,

επιδέξια ορίζω,
κι ο Άξενος Πόντος, Εύξεινος πια,
τον ιχνηλάτη του άπιαστου,
τον δαμαστή καλοδέχεται,
ερέτη επιδέξιο, παγιδευτή ψαρά,
κι έμπορο μεταπράτη.
 
Σε όρμους νηνεμίας απάνεμους,
καιροφύλακας των ανέμων των ούριων,
—προσμονή, υπομονή κι απαντοχής σκληράδα—
μέχρι να πνεύσει ο Ζέφυρος,
μέχρις η Λευκοθέα* ν’ απλώσει τα λυτά μαλλιά,
μιαν αγκαλιά αφροστόλιστη
τριγύρω στο σκαρί μου,
για να ναι καλοτάξιδο.
 
Αυλακωμένα τα χέρια μου, δες.
Των χεριών οι παλάμες χαραγμένες βαθιά,
τραχιά των σκοινιών μονοπάτια,
της αγριάδας των κυμάτων καθρέφτες.
 
Όσο αγριεύει η θάλασσα,
τόσο η ψυχή βαθαίνει.
 
Το δικό μου το αύριο ξέρω τι κρύβει.
Ναυάγιο, φουρτούνα,
μπουρίνι άξαφνο, ολοσκότεινο,
για  ταξίδι απρόσκοπτο,
όλα τα λογαριάζω προτού ν’ ανοίξω το πανί
και  ξανοιχτώ στο πέλαγο.
 
Όντας  χτυπάνε το σκαρί τα τρομερά δρολάπια
και ο πλατύς ορίζοντας απ’ τη ματιά μου φεύγει
και σμίγουν Γαία κι Ουρανός τέρατα να γεννήσουν,
τότες στυλώνονται γερά τα δυο μου τα ποδάρια,
χώνονται, λες, μέσα στη σάρκα του σκαριού,
βιδώνομαι και στο κατάρτι δένομαι
το κύμα μη με πάρει.
 
Κύμα το κύμα,

μια πάνω μετέωρος,
μια κάτω χαμένος στα άπατα βάθη,
παλεύω και μάχομαι
με στέρνο φουσκωμένο
από μιαν άγρια χαρά,
που όμοιά της καμιά οι στεριανοί δε γεύονται.
 
Την τραχιά μου την όψη
σμιλέψαν, χαράξαν οι άνεμοι,
του ήλιου η κάψα, οι καιροί οι αντίξοοι,
κι η διψασμένη αρμύρα της θάλασσας.
Μα πιότερο απ’ όλα, δώρο μου κάναν τη ματιά,
το καραβίσιο βλέμμα,
—αγριάδα και γλύκα μαζί—,
πόχει το χρώμα του χαλκού σαν αγριεύει το πέλαγο
το γαλανό και ξάστερο, όταν αυτό μερεύει.
 

Θαλασσογράφος πίνακας
σ’ όλα του Πόντου τα χρώματα.
 
Πλατιά η ψυχή σαν τη θάλασσα.
Η καρδιά, του κρυσταλλένιου νερού
καθάριο αντιφέγγισμα.
 
Τα λόγια μου λίγα, κοφτά και σταράτα,
καταφυγιώτες στις ρωγμές των κυμάτων,
αισθήσεων ο λόγος.
Μάινααα καρδιά, όρτσααα ψυχή.
Στις ρωγμές των κυμάτων τρυπώνουν οι λέξεις,
του πελάγου αντιβούισμα, χαραγμένος αχός
ζωντανεύουν το πέλαγο
και με τα πλάσματά του
αρχινώ τις κουβέντες.
 
Τα πελάγια ρεύματα οι δικοί μου οι δρόμοι.
Η ψυχή μου ακρόπρωρη
—άροτρο, λιβαδιών χαλκογάλανων—,
ορμητικά διαβαίνοντας
στα μάτια μου μπρος τους χαράζει
καθαρούς, διαυγείς για σταθερή πορεία.
 
Τις άφεγγες νυχτιές τις ατέλειωτες
τ’ αστροκεντήδια του θόλου του ουράνιου,
των εποχών ανάλογα,
οδηγοί μου για να βρω τη σωστή την πορεία.
Στης μέρας το φως,
των δελφινιών συντροφικά ξεπετάγματα,
αγαπημένοι φίλοι και πλοηγοί αλάνθαστοι.
 
Δεν την αντέχω την στεριά.
Αντραλίζομαι.
Στου σκαριού μου τη ράχη τα βήματά μου σταθερά,
το χώμα σαν πατώ παραπαίουν.
Της Γης και του Αιθέρα ο γιος,
ο Πόντος ο απέραντος,
το σπιτικό και το βιός μου.
Κι άμποτες, σαν έρθ’ η ώρα η καλή,
χώμα μη με σκεπάσει.
Η θάλασσα να με δεχτεί
κι ένα μ’ αυτή να γένω
Άμποτες.
Δέλτα Βήτα


* Θαλάσσια θεότητα του αφρού των κυμάτων που βοηθούσε τους ναυτικούς.

Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Ο ιδανικός άνθρωπος βρίσκεται μέσα μας

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

»

 Κ.Π. Καβάφης


Μέσα μας βρίσκονται οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες όταν ξεκινάμε για την Ιθάκη μας, όταν ξεκινάμε για το θαυμάσιο ταξίδι της ζωής.
Μέσα από τη δική μας ψυχή ξεπηδούν τα εμπόδια που ανυπέρβλητα φαντάζουν και μας τρομοκρατούν.
Λαιστρυγόνες ανθρωποφάγοι οι ανασφάλειές μας, Κύκλωπες απειλητικοί τα αρνητικά μας συναισθήματα απαξιώνουν τη μέρα μας.
 
Ναι, τη μέρα μας, αφού το ταξίδι αυτήν αφορά.
Την κάθε μας μέρα που είναι μοναδική και ανεπανάληπτη.
Την κάθε στιγμή της ζωής μας που μας καλεί να την απολαύσουμε,
με τη χαρά ή τη λύπη της,
με τις αντιξοότητες ή τις ευκολίες.
Κάθε στιγμή που είναι δική μας,
μας καλεί να τη ζήσουμε αληθινά
και ουσιαστικά να την απολαύσουμε.
Σαν βγαίνουμε στον πηγαιμό προς τη δική μας Ιθάκη,
τα μόνα εμπόδια που θα συναντήσουμε είναι αυτά που εμείς γεννάμε.
Έχουν τη θλιβερή μορφή του φθόνου,
την ασχήμια της μιζέριας,
το γκρίζο χρώμα της απαισιοδοξίας,
την εφιαλτική φιγούρα της απελπισίας.
Μέσα μας βρίσκονται τα μυθικά τέρατα που μαυρίζουν τη ζωή μας.
Μέσα μας όμως είναι και η δύναμη να τα αντιμετωπίσουμε.
Μια απόφαση χρειάζεται.
Ένα πλατύ χαμόγελο και μια απόφαση.
Θα χαρώ της ζωής μου το ταξίδι,
θα πετάξω από μέσα μου φοβίες,
συμπλέγματα, ανασφάλειες και θα χαρώ.
Στα δύσκολα θα αντιτάσσω τη θέλησή μου,
στα άδικα τον ανθρωπισμό μου,
στα άτιμα την καθαρή μου σκέψη,
στα άσχημα την ομορφιά του ιδανικού ανθρώπου,
που σταθερά όλο και σχηματοποιείται μέσα μου.

Ναι, μέσα μας βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός,
μόνο που τον κρατά σε ύπνωση το τραγούδι των σειρήνων,
των δικών μας απατηλών σειρήνων.
Μέσα μας βρίσκεται, μόνο που στη λήθη τον αφήσαμε,
τον ξεχάσαμε, τον αποκηρύξαμε μαζί με την πίστη μας στο Θεό.
Επιτρέψαμε να τον σκεπάσουν οι θόρυβοι
και οι απόηχοι του ανερμάτιστου περίγυρου,
τον καλύψαμε με γυαλιστερά κουρέλια του συρμού
και κάπου σε μια γωνιά χωμένο τον κοιμίσαμε.
 
Και είναι αυτός που γνωρίζει το δίκιο,
είναι αυτός που προστατεύει τους αδύνατους,
είναι αυτός που ξέρει να αγαπά,
που προσφέρει χωρίς ανταλλάγματα,
που κάνει κάθε δύσκολο αγώνα πανηγύρι,
που θέλγεται από τα ουσιώδη,
που ερωτεύεται το Καλό και το Όμορφο,
που σταθερή κρατά την πορεία με πυξίδα αλάνθαστη το μυαλό
και την καρδιά του.

Εμείς γι αλλού κινήσαμε και ακριβώς εκεί σκοπεύουμε να πάμε.
Βάλαμε πλώρη για μια Ιθάκη και εκεί κάποτε θα φτάσουμε,

και, πιστέψτε με αξίζει τον κόπο,
αφού εκεί θα φτάσει ένας άλλος εαυτός μας,
ο ιδανικός μας εαυτός,
όπως αποκαλύφθηκε και, κατά το δυνατόν,

τελειώθηκε στη διάρκεια της θαυμάσιας διαδρομής.

Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: