Αγανακτισμένη έφηβη

Τα τείχη
Κ.Π.Καβάφη

«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.»

Τι πέρναγε από το μυαλό σας τόσα χρόνια; Πώς κάνατε, όσα κάνατε έτσι απερίσκεπτα, έτσι απλά και όπως έλαχε; Στήσατε τείχη γύρω μου, με εγκλωβίσατε, στήσατε άτσαλα όλη τη ζωή μου.
Πώς να ζήσω; Πώς να ονειρευτώ;
Λένε ότι οι γονείς βάζουν πρώτα τα παιδιά τους. Ότι πάνω απ’ όλα το δικό τους μέλλον σκέφτονται, τη δική τους ευτυχία.
Όταν, όλοι σας, είτε δρώντας άνομα οι ίδιοι, είτε με την ένοχη ανοχή σας και χωρίς την παραμικρή λύπη, φτιάξατε για μένα μια ζωή «στημένη», μια φυτοζωή, τι είδους αγάπη είχατε μέσα σας για το σπλάχνο σας, τη συνέχειά σας, το παιδί σας;
Παιδιά όλων σας είμαστε, αυτό τουλάχιστον το έχετε καταλάβει;
 
Απερίσκεπτοι, ανάλγητοι και χωρίς τσίπα -«χωρίς αιδώ»-, πήρατε τη ζωή μου για παιχνίδι και μάλιστα στημένο κατά τα κέφια σας και τα εφήμερα συμφέροντά σας.
Ποια ονειροπαγίδα μπορείτε πια να βάλετε μπροστά στη ζωή μου για να διαλύσετε τα κακά μου όνειρα; Οι εφιάλτες μου τώρα είναι στον ξύπνιο όχι στον ύπνο μου.

«Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·»

Μόλις πριν λίγο άφησα το διάβασμα, έδωσα εξετάσεις με το δικό σας σύστημα και «πέτυχα».
Πέτυχα τι;; Θα δείξει.
«Τα τείχη» αισθάνομαι τώρα να με βαραίνουν περισσότερο. Θα σπουδάσω, ναι. Δεν έχω όμως την πολυτέλεια (με πατέρα που απολύθηκε και μάνα που σκοτώνεται σε δυο δουλειές για να τα φέρουμε βόλτα) να ονειρεύομαι μια ξέγνοιαστη φοιτητική ζωή.
Έχω μια θλίψη βαθιά, απελπισία όχι.
Θλίψη για το δικό σας κατάντημα, και αγανάκτηση για την αμυαλιά και την επιπολαιότητά σας.
Όσο για μένα;
Ευτυχώς υπάρχει και η Ποίηση…
.
«διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.»
 
Περνάω σε «καλή σχολή» της «επιλογής» μου.
Τίποτα και κανένας δε μου στάθηκε για να επιλέξω σωστά.
Και εδώ το «σύστημά» σας άρπα κόλλα το φτιάξατε.
Τείχος στην πιο κρίσιμη ηλικία μου η όλη διαδικασία επιλογής σπουδών. Καμιά ενημέρωση, καμιά φροντίδα από κανέναν.
Έχω πολλά να κάνω εκεί «έξω».
Τι λέτε; Σκοπεύετε να ανοίξετε καμιά πύλη στα πανύψηλα τείχη που σκαρώσατε, μήπως και μπορέσω να δω τα όμορφα, που επιμελώς μου κρύβετε;

«Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»
 
Όσο δουλεύατε αδιάκοπα για να υψώσετε «τα τείχη», χαμπάρι δεν πήρα. Φαίνεται ότι από παιδί συνήθισα τους κρότους και τους ήχους σας και σημασία δεν έδινα.
Κάτι καλό για μένα χτίζουν, σκεφτόμουν. Δεν μπορεί, παιδί τους είμαι. Και τα παιδιά τα αγαπούν οι μεγάλοι.

Και τέλειωσα πριν λίγο το Λύκειο, όπου έμαθα πολλά από ένα κείμενο, που το σύστημά σας θέλει να διδάσκεται μια ώρα μόνο τη βδομάδα.
Έμαθα από ένα κείμενο ότι Δημοκρατία θα πει αξιοκρατία, ισονομία, ισηγορία, εντιμότητα.
Διδάχτηκα τον «Επιτάφιο» του Περικλή.
Και ξέρετε κάτι; Πάλι θα μελετήσω αυτό το κείμενο και είμαι σίγουρη ότι απ’ αυτό θα βρω τα άριστα εργαλεία να γκρεμίσω τα «τείχη» που γύρω μου στήσατε.
 

Ευτυχώς υπάρχει ο Επιτάφιος…

Ευτυχώς υπάρχει η Ποίηση.
Δέλτα Βήτα

Να τα δικά μου ασημικά!!

Μια φορά ήταν μια μανούλα που είχε τέσσερα παιδάκια.
Το μεγαλύτερο ήταν έξι χρονών και το μικρότερο ίσα που μπουσούλαγε.
Μόλις είχε μετακομίσει η οικογένεια στο δικό της σπιτάκι. Είχαν βάλει μέσα τα απαραίτητα και πολλά ακόμα έλειπαν για να το τελειώσουν. Σιγά-σιγά, όλα θα γίνουν, σκεφτόταν και μια χαρά μεγάλωναν τα βλασταράκια της.
Ένα απόγευμα χτυπάει το κουδούνι. Μια γειτόνισσα ήρθε για επίσκεψη.
Η πόρτα άνοιξε χαρούμενα και η άγνωστη κάθισε στο σαλόνι.
Άρχισε να μελετάει τους χώρους αδιάκριτα και μετά τα τυπικά, για καλή εγκατάσταση και τα παρόμοια, έκανε το μεγάλο λάθος.
—Βλέπω ότι ακόμα δεν έχετε επιπλώσει το σπίτι. Είπε με το θράσος που δίνει η αίσθηση της «ανωτερότητας».
—Όλα θα γίνουν, απάντησε η μανούλα, προσπαθώντας να φανεί ευγενική.
—Εδώ, αυτή η γωνιά είναι ό,τι πρέπει για να βάλεις μια βιτρίνα για τα ασημικά σου, συνέχισε η άλλη.
—Ααα, τα ασημικά μου!! Δεν το είχα σκεφτεί. Μισό λεπτάκι παρακαλώ. Είπε η μανούλα και άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.

—Παιδιά, ελάτε λίγο που σας θέλω, φώναξε.

Σε ένα λεπτάκι τα παιδάκια παρουσιάστηκαν. Πρώτα τα μεγαλύτερα μέσα στις μπογιές ζωγραφικής και αμέσως μετά ο τρίτος μπόμπιρας κουβαλώντας και σέρνοντας σχεδόν το μικρό αδερφάκι του.
Αυτό που είδε η γειτόνισσα δεν πρόκειται να το ξεχάσει.
Και αυτά που άκουσε ίσως να της έδωσαν ένα καλό μάθημα.
Ο πιτσιρίκος που έσερνε το μικρό, είχε πασαλειφτεί ολόκληρος σχεδόν με μερέντα στα χεράκια και στο πρόσωπο και το μωράκι, μέσα στη μερέντα και αυτό γλυφόταν με ευχαρίστηση.
Ααα!! έκανε η ξένη, λερώθηκαν!!
-Να τα δικά μου ασημικά! Είπε με καμάρι η μάνα.

Η γειτόνισσα, όπως έμαθα, δεν επισκέφτηκε άλλη φορά τη μανούλα που δεν είχε ασημικά για να βάλει σε έπιπλο, αλλά ασημικά και μαλάματα της καρδιάς της, πασαλειμμένα με μερέντα και χρώματα ζωγραφικής.
Αναρτήθηκε στις hamomilaki. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

Κι όμως … υπάρχει Ελπίδα!

Μαζεύτηκαν, όσοι χρειάζονταν για να αρχίσει η παρουσίαση.
Πριν μπει στο θέμα ο εισηγητής, ανταλλάχτηκαν μερικές κουβέντες.
Το θέμα πήγε, στον πατέρα που σφαγιάστηκε άγρια για μια κάμερα.
 
Πήρε τον λόγο ένα από τους παρευρισκόμενους και είπε:
— Την ίδια μέρα που έγινε αυτό, φεύγοντας από την δουλειά μου, πήγα στο αυτοκίνητο, όταν χτύπησε το κινητό μου. Μετά το τηλεφώνημα, στην προσπάθεια μου να ξεκλειδώσω το αυτοκίνητο, άφησα το κινητό μου στην οροφή του αυτοκινήτου. Ξεκλείδωσα, έβαλα μπρος και .. έφυγα και φυσικά το κινητό στην πορεία … έπεσε από την οροφή του αυτοκινήτου. Όταν έφτασα στο σπίτι, αναζήτησα το τηλέφωνο, αλλά … τίποτε. Άρχισα να καλώ τον αριθμό μου από το κινητό της γυναίκας μου. Το τηλέφωνο καλούσε, αλλά δυστυχώς, κανείς δεν απαντούσε.
Είχα μεγάλη απογοήτευση. Το τηλέφωνο ήταν ακριβό, όχι από ψώνιο, αλλά σαν εργαλείο της δουλειάς μου. Είχα τα πάντα εκεί μέσα. Στενοχωρήθηκα, αλλά τι να έκανα, ζήτησα και μπήκε φραγή στον αριθμό μου.
Αργότερα, χτύπησε το κινητό της γυναίκας μου.
— Ορίστε …
—…
— Παρακαλώ;
— Χάσατε το τηλέφωνό σας;
— Ναι, ναι, παρακαλώ, πέστε μου
— Βασανίστηκα πολύ κύριε, αν έπρεπε να σας καλέσω. Ομολογώ, ότι έψαξα την συσκευή σας, ήταν ξεκλείδωτα όλα και διαπίστωσα ότι ήταν σημαντικό για σας. Αποφάσισα λοιπόν να σας το επιστρέψω.

Πήγα, στον τόπο που μου είπε και συναντήθηκα μαζί του. Ήταν ένα παλικάρι, δούλευε σε delivery.
— Όταν ήμουν φαντάρος, είπε το παλικάρι, έχασα το κινητό μου. Δυστυχώς δεν μου το επέστρεψε κανείς, αλλά στενοχωρήθηκα πολύ διότι, τότε το τηλέφωνάκι μου, ήταν μεγάλη συντροφιά για μένα. Έτσι αποφάσισα να σας το επιστρέψω, αν και … βασανίστηκα πολύ.

Κανείς μας δεν μιλούσε, ο κύριος που μας έλεγε τα παραπάνω, είχε ένα κόμπο …
— Θέλω να βοηθήσω αυτό το παλικάρι, μεσολάβησα σε ένα μαγαζί McDonald που γνώριζα και τον προσέλαβαν. Ο νέος σπουδάζει, θέλω να τον βοηθήσω στις σπουδές του, είπε με χαμηλή φωνή, σαν να μονολογούσε…
———–
Καλοί μου, αναγνώστες, μαθαίνουμε τα άσχημα, επειδή το κακό σοκάρει.
Καλά γίνονται συνέχεια, αλλά το Καλό είναι διακριτικό.
Το Καλό δεν κομπάζει.
Το Καλό … κάνει το καλό και … σιωπά, επειδή έτσι λειτουργεί το Καλό.
Και λειτουργεί συνέχεια, δίπλα μας, διακριτικά.

Γι’ αυτό υπάρχει ελπίδα.
Τίποτε δεν χάθηκε.
Ούτε πρόκειται να χαθεί.
Αναρτήθηκε στις hamomilaki. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

Φρικτό τέλος μέσα στα σκουπίδια Μόνος, ρακένδυτος, πεινασμένος έψαχνε για τροφή μέσα στους κάδους.

Διάβασα την είδηση και πήγα κατευθείαν στο ψυγείο.
Αφθονία! Aπ’ όλα έχω στην ψύξη και την κατάψυξη. Απ’ όλα!
Τίποτα να μη μου λείψει, να ‘χω να τρώω μια βδομάδα και βάλε!
Να αισθάνομαι ασφαλής και αυτάρκης!
 
Να, στο μεσαίο ράφι τρία τάπερ γεμάτα φαγητό μαγειρεμένο από προχτές, χτες και σήμερα.
Ψάρι, ρολό με πατάτες, ρύζι με λαχανικά
Περίσσεψαν, κανένας δεν πρόκειται να τα φάει.
Άντε να τα κρατήσω μια δυο μέρες ακόμα και μετά… στα σκουπίδια.
Έτσι γίνεται πάντα, έτσι κάνω πάντα.
Φαγητό στα σκουπίδια!
Το 60% των σκουπιδιών ημών των "πολιτισμένων" δυτικών είναι φαγητό!
 
Αυτός ο άνθρωπος έψαχνε στον κάδο για να φάει αυτά που εγώ, εσύ, όλοι μας πετάμε, επειδή μπαγιάτεψαν, επειδή η γεύση και η όσφρησή μας είναι πολύ λεπτεπίλεπτες, επειδή συνηθίσαμε στην αφθονία, επειδή είναι γεμάτο το στομάχι μας, επειδή… επειδή….
 
Είναι τόσο δύσκολο, σκέφτομαι, το φαγητό που περισσεύει καθημερινά όλοι μας να το βάζουμε σε ένα τάπερ και να το πηγαίνουμε στην Εκκλησία, στο Δήμο, κάπου τέλος πάντων;
Είναι τόσο δύσκολο οι τοπικές κοινωνίες να οργανωθούμε, να ορίσουμε έναν χώρο και όποτε μας περισσεύει φαγητό, αντί να το πετάμε να το προσφέρουμε;
Είναι τόσο δύσκολο όλοι μας να βάλουμε ένα στόχο;
 
Ποτέ πια φαγητό στα σκουπίδια.
 

Ο άστεγος, μόνος, ρακένδυτος και πεινασμένος συνάνθρωπός μας θα ήξερε ότι κάθε μεσημέρι ένα πιάτο φαγητό σπιτικό θα υπήρχε και γι αυτόν, το πιάτο, τα πιάτα, που αύριο, το πολύ μεθαύριο θα πετάξω στα σκουπίδια…

Αναρτήθηκε στις hamomilaki. Ετικέτες: , , , . Leave a Comment »

Γιατί σκοτώνουμε τους Αλέξανδρους;

Ο Αλέξανδρος Ανδρικόπουλος, ένας μαθητής της Γ΄ Γυμνασίου, ένα παιδί δηλαδή, έστειλε μια ανοιχτή επιστολή στον υπουργό παιδείας και κατήγγειλε τα κακώς κείμενα στην παιδεία μας.
Η επιστολή αμφισβητήθηκε για την αυθεντικότητά της από πολλούς, λόγω του νεαρού της ηλικίας του συγγραφέως.
Ο Αλέξανδρος έχει γράψει αρκετές επιστολές μέχρι σήμερα. Η πρώτη του επιστολή έτυχε ευρύτατης υποδοχής και δημοσιεύτηκε σε πρωτοσέλιδο εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας. Τα δε ηλεκτρονικά μέσα αφιέρωσαν ικανό χρόνο στην προβολή του θέματος.
Μερίδα του τύπου, ηλεκτρονικού και μη, απαξίωσε το θέμα αναβαθμίζοντάς το στο ερώτημα αν δύναται, ο νεαρός Αλέξανδρος, να συγγράψει επιστολές με τόσο καίριες επισημάνσεις.
Ο Αλέξανδρος συνέχισε να γράφει από καιρού εις καιρόν επιστολές με «καταγγελτικό» χαρακτήρα και η αποδοχή τους πλέον είναι από ψυχρή έως απορριπτέα.
Πρόσφατα, με την ευκαιρία της τελευταίας του επιστολής, κλήθηκε σε τηλεοπτική εκπομπή και απαξιώθηκε εντελώς.
Γιατί;
Γιατί σκοτώνουμε τους Αλέξανδρους;
Γιατί σκοτώνουμε τα παιδιά μας;
Τα παιδιά μπορούν, έχουν ταλέντα, έχουν χαρίσματα, προσόντα, κλίσεις. Εμείς δεν μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε. Εμείς οι «μεγάλοι» δεν μπορούμε τις περισσότερες φορές να αντιληφθούμε τα προσόντα που έχουν τα παιδιά μας και τα σκοτώνουμε. Επιθυμία μας είναι να τα εντάξουμε στο «σύστημα», να βρουν μια μόνιμη δουλίτσα στο δημόσιο και να ησυχάσουμε.
Αν διακρίνουμε κάποιο χάρισμα σε ένα παιδί, στην αρχή το επιδεικνύουμε με καμάρι, κυρίως για να προβληθούμε ΕΜΕΙΣ. «Δέστε τι παιδί κάναμε, ΕΜΕΙΣ!». Συνήθως, δημιουργείται ένας θόρυβος γύρω από το παιδί, χωρίς ουσιαστικά να δίνεται καμιά ευκαιρία για αξιοποίηση του ταλέντου του. Όσο μπορεί μόνο του, και αν δεν μπορεί, δεν πειράζει, ένα παιδί ακόμη στο «σύστημα»
Εδώ, βέβαια, στην περίπτωση του Αλέξανδρου, συμβαίνει κάτι άλλο.
Ο Αλέξανδρος, είναι εχθρός.
Ο Αλέξανδρος πρέπει να πεθάνει.
Επειδή ο Αλέξανδρος καταγγέλλει.
Το προνόμιο της καταγγελίας το έχουν οι «μεγάλοι». Ο Αλέξανδρος είναι εισβολέας. Ο Αλέξανδρος ανακατεύεται εκεί που δεν τον σπέρνουν. Μας παίρνει την δουλειά μέσα από τα χέρια μας. Διότι, μόνο εμείς μπορούμε να καταγγέλλουμε. Κανείς άλλος και κυρίως κανένα παιδί. Τί ξέρουν τα παιδιά; «Τι θέλουν πάλι τα μαλακισμένα;»

Κύριοι και κυρίες,
Ο Αλέξανδρος νομιμοποιείται να καταγγέλλει. Είναι ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος. Είναι ο βασικός πελάτης του εκπαιδευτικού συστήματος. Και τι λέει; Λέει, όλα αυτά που λέμε κι μείς στο καφενείο, στην τηλεόραση, στην παρέα, δεξιά και αριστερά. Αλλά αυτός ο Αλέξανδρος, «δεν δικαιούται δια να ομιλεί». Είναι παιδί, είναι μικρός, δεν ξέρει.
Φοβόμαστε κύριοι, φοβόμαστε να παραδεχτούμε ότι αποτύχαμε.
Αποτύχαμε να τους δώσουμε την παιδεία που τους αξίζει.
Και καθόμαστε και λέμε μπούρδες, Δεν τα έγραψε αυτός. Σιγά μην μπορεί να τα γράψει αυτά ένα παιδί 14 χρονών. Τι λέτε ρε; Σιγά τον πολυέλαιο. Το γράμμα μας νοιάζει; Την ουσία δέστε και αφήστε τις υπεκφυγές. Η ουσία είναι αυτή που λέμε όλοι και ασφαλώς την ξέρουν τα παιδιά μας καλύτερα από όλους μας και πρώτα από όλους μας. Γι αυτό κάθε χρόνο τα παιδιά είναι στους δρόμους και στις καταλήψεις. Γι αυτό.
Αλλά τα ξέρουμε όλα αυτά, ξέρουμε ότι έχουν δίκαιο, το μόνο που νοιάζει είναι μη πάρουν κεφάλι τα παιδιά.
Ντροπή να σκοτώνουμε τους Αλέξανδρους.
Ντροπή να σκοτώνουμε τα παιδιά μας.
Θυμάστε την ομιλία μίας Κύπριας στην Βουλή την Εφήβων; Μιλούσε ενώπιον Ελλήνων Πολιτικών και δεν μπορούσε να μιλήσει απ’ το κλάμα, έπεισε το ακροατήριο και παρ’ όλο που ενοχλούσε κάποιους με τα λεγόμενά της, όλοι στο τέλος όρθιοι την χειροκροτούσαν. Έχει χρόνια που συνέβη και κανένα κανάλι δεν την μετέδωσε επειδή δεν μπορούσε να την αμφισβητήσει, επειδή έγινε μπροστά τα μάτια μας.

«Προστατέψτε τα όνειρά μας»,
Δέσποινα – Κλυταιμνήστρα Λάσκαρη, από τον Πειραιά.
«Βοηθήστε μας να πιστέψουμε σε εμάς. Είναι χρέος σας», Κατσιγιάννη Μαρία, Αθήνα.
«Δεν σας προβληματίζει ότι τα προβλήματα που συζητάμε σήμερα τα έχετε ξανακούσει;», Κωνσταντινίδη Μαρία, από την Κόρινθο.
Αυτά τα είπαν φέτος στην Βουλή των εφήβων οι νέοι μας.

«Μεγάλοι» κύριοι και κυρίες,
στο κάτω-κάτω ο Αλέξανδρος υπέγραψε την επιστολή του με θάρρος και με τόλμη. Διατύπωσε απλές αλήθειες και αυτό έχει αξία. Μην τον σκοτώνετε.
Αφού δεν καταφέραμε να τον προβιβάσουμε σε παιδί-θαύμα και να ησυχάσουμε τον απορρίψαμε, αλλά για τα «πραγματικά παιδιά-θαύματα» της ελληνικής παιδείας, τις Νατάσσες, τσιμουδιά.
Τσιμουδιά!!…υποκριτές!!

Σχετικά: κ. Υπουργέ της Παιδείας, Γιατί κύριε Παπαδάκη;

Ξέρετε κάτι; Βαρέθηκα …

Ξέρετε κάτι;
Μπούχτισα με όλη αυτή την βρωμιά, με τα σκάνδαλα, με τις κομπίνες, με τα λαμόγια και τις λαμογιές, με όλη την βρώμα, με τις ξαφνικές και «αναπάντεχες» πτώσεις των οικονομικών συστημάτων.
Βαρέθηκα, να φτωχαίνω, στα λεφτά, στο πνεύμα, στην τέχνη, στην πολιτική.
Αηδίασα με την τηλεόραση, με τα δελτία της, με τις δημοσκοπήσεις της, με τις συνεντεύξεις των … εαυτών τους, με τα κουτσομπολιά, με τα ντυσίματα, με τα γδυσίματα.
Σιχάθηκα τα βολέματα, τα μέσα, τα έξω, τους δικούς μας, τους δικούς τους, τους κομματάρχες, τα βύσματα, τους γόνους, τους ανιψιούς και τις ανιψιές.
Πόνεσα με τις κακοποιήσεις, με τους βιασμούς, τις ληστείες, τις βιαιοπραγίες, τις κλεψιές, τους φόνους.
Πολλή μαυρίλα αδερφέ μου, πάρα πολλή.

Και ξέρετε κάτι;
Εκείνο που μ’ ενοχλεί περισσότερο, είναι που είναι μαγκιά να κάνεις τέτοια, όσα δηλώνονται δηλαδή. Είναι must να λες ότι έχεις βύσμα, ότι έχεις μέσον, ότι σε διόρισε το κόμμα σου.
Με αποκαρδιώνει ο τεμπέλης να είναι πρότυπο μίμησης.
Λυπάμαι συνέχεια που κέντρο της παρέας γίνεται το «κωλόπαιδο» και που τρέχουν πίσω του επειδή είναι κωλόπαιδο.
Θλίβομαι που το χρήμα είναι η μόνη αξία και που χάθηκαν οι άλλες. Δεν μπορώ πια, να βλέπω, σαν λοιμό, τους ανόητους να δανείζονται για να παίξουν στο χρηματιστήριο, στο καζίνο ή στα ομόλογα των Αδελφών Λιμού.

Δεν μπορώ πια ν’ ακούω αυτά τα ψυχοφθόρα άσματα και να βλέπω να συμπλέκονται στις επιτραπέζιες κονίστρες οι βιο-παλαιστές της παραλιακής και της Μυκόνου με την συνοδεία «λαϊκών» παιάνων.

Ξέρετε κάτι;
Ντρεπόμουν να κάνω μια καλή πράξη. Μάλιστα, όπως το ακούτε. Να βοηθήσω κάποιον σε κάτι. Ένιωθα ότι είμαι ντεμοντέ. Ντρεπόμουν να συγχαρώ κάποιον επειδή έκανε μια καλή πράξη. Δοκιμάστε να ακούσετε τα λόγια σας: «Συγχαρητήρια, γι αυτό που έκανες, μακάρι να κάναμε όλοι το ίδιο». Δοκιμάστε να το πείτε δυνατά, μπροστά σε τρίτους.
Ενώ το αντίθετο, δέστε πόσο πιο εύκολο είναι: «ωχ βρε αδερφέ, εγώ θα σώσω τον κόσμο; Ας πάει κανένας άλλος», ή «μην είσαι μαλάκας, θα μπλέξουμε, κάποιος θα τον βοηθήσει, που να μπλέκουμε εμείς τώρα», «Την σήμερον ημέρα, πρέπει να κοιτάς την πάρτη σου, δεν αξίζει τον κόπο, δεν έχει νόημα να βοηθάς». «Άσε, λουφάρισε, να μη φαίνεσαι, μη γίνεσαι στόχος».
.
Μιλούσα μ’ έναν νέο, 16 χρονών, ξέρεις, πως πάμε επισκέψεις και στο έμπα ή στο έβγα θα συναντήσεις και τον νεαρό του σπιτιού. Πιάσαμε συζήτηση, όσο με άντεχε δηλαδή, για τις πανελλήνιες και τέτοια: «Εντάξει, να, έ, λίγο φροντιστήριο, να μπούμε κάπου, έχει και κάτι άκρες ο γέρος, θα την βολέψουμε». Αυτός ο νέος, αγαπητοί μου φίλοι, πέρασε εντατική διδασκαλία, για την … κοινωνία. Προετοιμάστηκε μετά πολλών επαίνων να εκμεταλλευτεί των … ευκαιριών, διότι, μόνο το χρήμα έχει αξία σήμερα.
Αλλά να σας πω κάτι, να σας πω τι κατάλαβα;
Δεν έχει χαρά, ρε γαμώτο, αυτή φάση. ΔΕ ΛΕΕΙ.
Έτσι έκανα κι εγώ, στην λούφα, στο βόλεμα, στο δεν βαριέσαι. Αλλά, πάντα, μα πάντα, κάτι μου έλλειπε. Κάτι ήταν λειψό. Μισερό. Πετύχαινα αυτό που ήθελα με διάφορα κόλπα, αλλά πώς να σας το πω. Ένα άδειασμα μέσα μου. Ένα κενό.
Ώσπου μια μέρα, είδα ένα παιδάκι, που αγόρασε μια σοκολάτα, σ’ ένα αλβανάκι που ξερογλειφόταν έξω από ένα περίπτερο. Θα την βρείτε αυτή την ιστορία εδώ μέσα. Την είπαν και στο «Κιόσκι» ένα βράδυ.
Είδα δυο πράγματα.
Ένα: Άστραψαν τα μάτια του αλβανόπαιδος από χαρά.
Δύο: Το πιτσιρίκι που πλήρωσε για την σοκολάτα, έλαμπε ολόκληρο. Έλαμπε σας λέω. Ζήλεψα τα παιδάκια, μα τω Θεώ σας λέω, τα ζήλεψα.
Δοκίμασα φίλοι μου. Άρχισα δειλά-δειλά να κάνω ό,τι περνούσε από το χέρι μου, όταν προέκυπτε. Ε, σας ορκίζομαι, δεν περιγράφεται αυτό που νοιώθεις όταν κάνεις μιας πενιάς καλοσύνη. Έκανα κάτι καλό, αλλά ντρεπόμουν. Το έκρυβα. Τώρα δεν κρύβομαι. Κι ας μου τη λένε, δε με νοιάζει. Ακούω συχνά, όταν βγαίνω μπροστά, να υπερασπιστώ κάτι ή να κάνω κάτι: «όπα ρε μεγάλε, εσύ πως την έχεις δει;»
Παλιά έσκυβα το κεφάλι και την έκανα, τώρα κάθομαι, τους κοιτάζω στα μάτια, δεν ντρέπομαι. Δε φοβάμαι να μου την πουν. Δε με νοιάζει.
Είναι τόση, μα τόση η χαρά που παίρνεις όταν κάνεις κάτι καλό, που δεν συγκρίνεται με τίποτε.
Έτσι που λέτε, βαρέθηκα την μπόχα. Ξαναβρίσκω τον εαυτό μου. Ξαναβρίσκω αυτό με το οποίο φτιάχτηκα. Ξαναβρίσκω τον προορισμό μου. Και το κέρδος; Τεράστιο. Η Χαρά.
Κάπως έτσι φτιάχτηκε το Χαμομηλάκι.
Επειδή μια παρέα βαρέθηκε την μπόχα, τη βρώμα, το άσχημο.
Όλοι κάνετε καλά, αλλά ψιλο-ντρέπεστε, θέλετε να περάσει στο ντούκου. Βγάλτε το προς τα έξω, μην αφήνετε τα κωλόπαιδα να πάρουν κεφάλι. Κάντε χαρούμενες τις μέρες σας.
Δεν ντρέπομαι να κάνω το Καλό. Το γουστάρω. Μαγκιά είναι να κάνεις το Καλό.
Γιατί η βρώμα δεν λέει πια, δεν αντέχεται η δυσωδία.
Επειδή το Καλό είναι της μόδας πια.
Το χαμομηλάκι
Αναρτήθηκε στις hamomilaki. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

Θέλω ένα σπίτι με χαρά…

20 ΙΟΥΝΙΟΥ: ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Τη γλώσσα σου την όμορφη δεν την καλοκατέχω,
γι αυτό και να με συγχωρνάς που δύσκολα τα λέω.
Μα, σαν το θες, στα μάτια μου τα λόγια μου θα νιώσεις.

Ξεκίνησα απ’ το πουθενά, από πατρίδα όμορφη.
Άφησα πίσω μου βουνά που δέντρο δεν τα ξέρει
και ποταμούς κι αητοφωλιές απάτητες, και κάμπους.

Με χρήμα μας αγόρασαν, με αίμα μαζεμένο.
Νύχτα κρυφά μας μπάρκαραν μαυροκυνηγημένους,
δουλέμποροι του σήμερα και μας εσκυλοπνίξαν.
Μα να που τα κατάφερα και ζωντανός εβγήκα.

Κι ήρθαμ’ εδώ, που στο σχολειό από μικρό μου ‘μάθαν
πως ο θεός ο ξένιος μαζεύει και ζεσταίνει,
της προσφυγιάς της άκαρδης τους παραπεταμένους,
πως κι η δικιά σου η φυλή την προσφυγιά την ξέρει.

Άλλα περίμενα να βρω, και άλλα εδώ με βρήκαν.
Κρυώνω εδώ που μ’ έβαλες, δεν έχω τη γωνιά μου,
ν’ απλώσω το τετράδιο να γράψω, να διαβάσω.
Δε νιώθω αγάπη γύρω μου και η ψυχή πονάει,
δε βρίσκει τόπο να σταθεί και ομορφιά ν’ αράξει.
Τα παιδικά μου όνειρα τα πνίγει η ασχημάδα
κι από σχισμάδες μάταια ελπίδας φως γυρεύω,
φτερά ν’ ανοίξω να χαρώ, ν’ αρχίσω το ταξίδι.

Θέλω ένα σπίτι με χαρά,
ν’ απλώσω τη ζωή μου.
Να ‘χει δροσιά στον καύσωνα και ζέστη στο χειμώνα.
Και η μάνα μου το πάτωμα να ντύνει με χαλάκια
που να ‘χουνε τα χρώματα της μακρινής πατρίδας,
να τα κοιτώ να τα θωρώ να μη την λησμονήσω.
Μια λάμπα θέλω να ‘χω φως, να βλέπω, να διαβάζω.
Και στη γωνιά η μάνα μου γλυκά να καταπιάνεται,
μ’ αγάπης μαγειρέματα για να με μεγαλώσει.
Κι ένα σκυλάκι αδέσποτο στα πόδια μου στρωμένο
να με θωρεί να το θωρώ τους δρόμους να θυμάμαι.
Και την εικόνα του παππού στον τοίχο τηνε θέλω
να του μιλώ, να μου μιλά, πατρίδα μην ξεχάσω.

Μ΄ αν δεν μπορείς, ή άμα δε θες, σ’ ένα μικρό σπιτάκι,
σ’ ένα σπιτάκι με χαρά τη φτώχεια μου να βάλεις,
μολόγησέ το καθαρά, πες δε σε θέλω, φύγε,
να φύγω, να ‘βρω αλλού ζωή και δεύτερη πατρίδα.

Κι αν η καρδιά σου είν’ καλή και θέλει με να μείνω,
βόηθα να φύγω από δω γιατί θα μαραζώσω,
αφού μέσ’ στον καταυλισμό που μ’ έχεις πεταμένο,
χωρίς νερό, χωρίς το φως, μαύρη η ζωή μου είναι.

Το πώς με λένε δε θα πω, δεν έχει σημασία.
Πες με Αμίρ, μα άμοιρος να ξέρεις πως δεν είμαι.
Είμαι παιδάκι αληθινό, μικρό χαμομηλάκι,
δώσε μου χώρο, έδαφος, ν’ ανθίσω, να ριζώσω,
κι εγώ μεγάλος θα γινώ, τρανός και ξακουσμένος,
και της Πατρίδας σου το Φως στα πέρατα θα στείλω.

Αφιερωμένο σε όλα τα προσφυγάκια-χαμομηλάκια,
σε όλους τους Αμίρ της καρδιάς μας.

Αρέσει σε %d bloggers: