Η γλυκούλα κι ο τζουτζούκος («ερωτικό» διήγημα)

Εκείνος περπατούσε καμαρωτός και με γρήγορο βήμα.
Στα χέρια του κρατούσε μία ανθοδέσμη με κατακόκκινα τριαντάφυλλα, μία ντουζίνα, τόσα πρότεινε η γλυκανάλατη ξανθιά με τη μαύρη ρίζα στο ανθοπωλείο. 

Ο,τιδήποτε λιγότερο από δωδεκάδα ήταν απαράδεκτο, καθώς και πολύ φθηνό…


Κρατούσε αγκαλιά και ένα κουτί σοκολατάκια, με γέμιση πάστας αμυγδάλου. Ήταν σε σχήμα καρδούλας και πολύ μοδάτα. 

Έτσι του είπε ο ζαχαροπλάστης, λίγο πριν βάλει στο ταμείο του το εικοσάευρω, θωπεύοντάς το με λατρεία.


Εκείνη βαφόταν μπροστά στον καθρέφτη της. Είχε βάλει το κατακόκκινο κραγιόν, τελευταία δημιουργία της Maybelline, που άστραφτε με κρυστάλλινη λάμψη και τη μάσκαρα που φούσκωνε τις βλεφαρίδες της τρεις φορές περισσότερο. 

Αχ, και πόσο της πήγαιναν, της είπε η κοπελίτσα στο ταμείο του Hondos, σφίγγοντας το πενηντάευρω στη χούφτα της… 
Είχε φορέσει και το κατάμαυρο Nikos-Takis της, -που έκαναν κωλοτούμπες και ο Νίκος και ο Τάκης, όταν το αγόρασε με μετρητά-, και ήταν έτοιμη για τη μεγάλη έξοδο, για να γιορτάσουν μαζί, με πίστη και ευλάβεια, τον Άγιο Βαλεντίνο…

Το κουδούνι χτύπησε κι εκείνη έτρεξε να ανοίξει, αφού έβαλε πρώτα στο αυτί δύο σταγόνες από το νέο Σανέλ, που ήταν τόσο μεθυστικό, όσο έλεγε και η διαφήμιση.

– Τζουτζούκο μου!
– Γλυκούλα μου!


Φιλήθηκαν με πάθος και της έδωσε τα λουλούδια και τα σοκολατάκια.

– Αυτά για σένα, γλυκούλα μου!
– Αχ, τζουτζούκο μου, δεν έπρεπε να το κάνεις! (ένας ξαφνικός βήχας έπιασε απότομα την ανθοπώλη και τον ζαχαροπλάστη…)

Έβαλε τα λουλούδια σε ένα βάζο και πόζαρε μπροστά του με χάρη, περιμένοντας το κολακευτικό σχόλιο για το νέο φόρεμα και το μαλλί-αριστούργημα που χρυσοπλήρωσε στου Τέρη Κικέρη…

– Λοιπόν, πάμε; Έχω κλείσει τραπέζι στο εστιατόριο και θα αργήσουμε, γλυκούλα μου…

Εκείνη δυσανασχέτησε…

– Τζουτζούκο μου, δεν σου αρέσει το νέο μου φόρεμα;
– Είναι πολύ ωραίο, γλυκούλα μου… Σε κάνει πολύ όμορφη…

Το χαμόγελο έφυγε από τα χείλη της και μία γκριμάτσα εγκαταστάθηκε…

– Τι εννοείς, με κάνει; Δεν είμαι, δηλαδή;
– Όχι, γλυκούλα μου, δεν εννοούσα αυτό, είσαι πολύ όμορφη…
– Ναι, αλλά δεν είπες τίποτα για το νέο μου κούρεμα, δεν σου αρέσει;
– Άλλαξες τα μαλλιά σου; Εμένα μου φαίνονται ίδια…
– Σου φαίνονται ίδια, γιατί δεν με προσέχεις ποτέ, αναίσθητε! ξέσπασε εκείνη
– Θα σε πρόσεχα λίγο παραπάνω, αν έλεγες και τίποτε ουσιώδες που και που, όχι μόνο για μαλλιά και φούστες! αντεπιτέθηκε εκείνος.
– Είσαι ένα γουρούνι! Ένα αναίσθητο γουρούνι!
– Κι εσύ είσαι μια ανορεξική σκύλα! Φάε κάνα σοκολατάκι μπας και πάρεις κάνα γραμμάριο πάνω σου!

Η ανθοδέσμη με τα δώδεκα τριαντάφυλλα, μαζί με το βάζο, εκτοξεύθηκαν στον απέναντι τοίχο, καθώς η εξώπορτα έκλεινε με δύναμη.

– Κάθαρμα! ούρλιαξε εκείνη.
– Βλαμμένη! φώναξε απ’ έξω εκείνος.

Ο Τέρης Κικέρης, ο ζαχαροπλάστης, η ανθοπώλις, οι κοπέλες στο Hondos και ο Νίκος παρέα με τον Τάκη, νιώσανε ένα σφίξιμο στην καρδιά… Κάτι κακό είχε συμβεί!

Μυγδαλιά Αρκαδίας
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

from Blogger http://bit.ly/2TQngB9
via IFTTT

Αρέσει σε %d bloggers: