12.000 άστεγοι στην Αθήνα-«Δεν θέλω να δακρύσω μπροστά σας. Αλλά χρειάζομαι βοήθεια».

ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 2008…
ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΠΟΥ ΣΚΟΡΠΙΣΕ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ,
ΑΜΕΤΡΗΤΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΣΤΟΛΙΣΜΟ ΤΗΣ…
ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΠΟΥ ΞΟΔΕΨΕ
ΕΝΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΕΥΡΩ
ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ…

Η ΕΙΔΗΣΗ…
Απόψε, κάηκε ζωντανός ένας άστεγος (ΧΑΜΟΜΗΛΑΚΙ) μέσα σε ερειπωμένο νεοκλασικό…

«Δεν θέλω να δακρύσω μπροστά σας. Αλλά χρειάζομαι βοήθεια».
Είναι η κραυγή απελπισίας ενός άστεγου, του Χάρη, που μπορεί (όπως κι άλλοι άστεγοι τα παγωμένα αθηναϊκά βράδια) να κάνει αξιόποινη πράξη ή να αυτοτραυματιστεί προκειμένου να περάσει μια νύχτα στο κρατητήριο ή στο νοσοκομείο.
Ακόμη και στην Ελλάδα της ιδιοκατοίκησης και της

οικογενειακής πρόνοιας οι σύγχρονες κοινωνικές
καταστάσεις έχουν διαρρήξει τα προστατευτικά δίκτυα. Δώδεκα χιλιάδες άτομα, Ελληνες, αλλοδαποί, άντρες και γυναίκες, οικονομικά κατεστραμμένοι από δάνεια και κάρτες, απολυμένοι λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση, χρήστες ναρκωτικών, αποφυλακισμένοι, απόκληροι, άνθρωποι, κάποτε, της διπλανής πόρτας που ζούσαν μια κανονική ζωή, περιφέρονται σαν σκιές στην πλατεία Κλαυθμώνος, στο Σαράφειο, στο Πεδίον του Αρεως, σε παρκάκια και πεζόδρομους του κέντρου, πριν καταλήξουν στις «καβάτζες» τους, τα πρόχειρα σπιτικά τους από χαρτόκουτα, σανίδες και πλαστικά.

Δεν είναι τέρατα, είναι άνθρωποι…
Tης Τασουλας Καραϊσκακη
«Στο μυαλό μας ο άστεγος είναι ένα απωθητικό επικίνδυνο πλάσμα, που θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να δουλέψει ή να πλυθεί, και δεν θέλει τίποτʼ άλλο από το να ζητιανεύει, να πίνει και να κλέβει… Λάθος.
Οι άστεγοι είναι τα πιο συμμαζεμένα και υποταγμένα άτομα που μπορεί να σκεφθεί κανείς. Δεν είναι άστεγοι επειδή τους αρέσει, αλλά γιατί μια κοινωνική νόρμα τους υποχρεώνει να το κάνουν· όπως τα αυτοκίνητα είναι υποχρεωμένα να πηγαίνουν αριστερά.
Δεν είναι τέρατα, αλλά κανονικοί άνθρωποι, κι αν είναι χειρότεροι από άλλους, είναι όχι επειδή ζουν έτσι.
Είναι πλάσματα με καταρρακωμένο “εγώ” και συντριπτική την αίσθηση ότι η φτώχεια είναι αμαρτία…» γράφει ο Τζορτζ Οργουελ στο σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Down and out in Paris and London» (1933).
Δεν έχουν καμία διαφορά οι άστεγοι του Παρισιού, του Λονδίνου από τους αστέγους της Αθήνας, δεκαετίες αργότερα.
Ιδιο το πρησμένο από το αλκοόλ και τις κακουχίες πρόσωπο, η απελπισία, η σχεδόν ηδονική εγκατάλειψη στο αργόσυρτο πέρασμα του χρόνου.
Ιδια η αίσθηση ότι μπορείς να καθίσεις, να κοιμηθείς, να φας, να χαζέψεις όπου βρεις, ότι μπορείς να δημιουργήσεις από το τίποτα στο τίποτα, έναν κόσμο γύρω σου.
Ή αντίθετα, ότι είσαι διαρκώς σε χώρους όπου νιώθεις πως δεν χωράς.
Μετρημένοι κάποτε στα δάχτυλα στην Ελλάδα της οικογένειας «κουκούλι», αριθμούν σήμερα χιλιάδες…Από 10 ή 20 το ʼ70 στην Αθήνα, 500 το ʼ95, πάνω από 12.000 σήμερα…
Ελληνες και αλλοδαποί, άντρες και γυναίκες, αποφυλακισμένοι, χρήστες ναρκωτικών, απολυμένοι, οικονομικά κατεστραμμένοι από δάνεια και κάρτες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας που ζούσαν κάποτε μια κανονική ζωή, αλλοδαποί που δεν πρόλαβαν να τη χτίσουν στον ξένο τόπο ή την άγγιξαν για λίγο κι έπειτα χάθηκαν στην άβυσσο της εξαθλίωσης, συνωστίζονται σε εγκαταλελειμμένα σπίτια, μαγαζιά, αυτοκίνητα, σε παρκάκια, παγκάκια, πιλοτές, στοές, μέσα σε χαρτόκουτα, ξεπαγιασμένοι από το κρύο.
Μόνιμοι πελάτες των συσσιτίων του δήμου, σκιές στην πιο αθέατη γωνιά της ζωής, περνούν από την ελευθερία των μηδενικών υποχρεώσεων, τη νωθρή ευχαρίστηση της απόλυτης αποσύνδεσης από τα πρέπει του καθημερινού βίου (δεν τους βαραίνει η ευθύνη και η αγωνία για κάτι, δεν φοβούνται μια πιθανή κλοπή, μια απόλυση, δεν αγχώνονται για τα υπάρχοντά τους αφού δεν έχουν) στον φόβο, τούτο το βράδυ να μη βγει· να ξυλοκοπηθούν, να αρρωστήσουν, να δολοφονηθούν, να χαθούν στο σκοτάδι του αλκοόλ ή των ναρκωτικών για πάντα.
Είναι σκληρή η ζωή του άστεγου, βίαιη, ρευστή. Παγερό το αίσθημα της έλλειψης προστασίας απέναντι στις αβεβαιότητες. Εύκολο το μίσος, ο θυμός, η σκληρότητα, το θράσος, ο κυνισμός της απελπισίας, οι γροθιές, οι κλοτσιές στον ανταγωνιστή.
Δεν υπάρχει κουλτούρα αλληλεγγύης μεταξύ των φτωχών. Υπάρχει ένας έντονος αμυντικός ή επιθετικός ατομισμός (όπως στην περίπτωση των δύο αστέγων που ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου τον παρείσακτο «συνάδελφο» στη Γλυφάδα).
Δεν αγαπούν την παρέα – ρέπουν στην εξάρτηση (οι κολλητοί άστεγοι αλληλοβρίζονται, αλληλοχτυπιούνται, αλλά δεν ξεκολλούν). Το αίσθημα ενοχής για την κοινωνική αχρηστία, η αλυσίδα των στερήσεων και των ελλείψεων διαταράσσουν την ψυχή τους.

Ετσι, καμιά φορά συμβαίνει,
μαζί με τα υπάρχοντα
και την κοσμιότητά τους,
να χάνουν και τα λογικά τους.
Για μια στιγμή ή για πάντα…
Advertisements
Αναρτήθηκε στις Αστεγοι. Ετικέτες: . Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: