Σ΄ αγαπώ, μη φοβάσαι μικρό μου

Μη φοβάσαι μικρό μου,
η μανούλα ποτέ

δε θ΄ αφήσει κανέναν
να πειράξει το σπλάχνο της.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
το δικό μου το χέρι
ποτέ δε θ΄ απλώσω
με βία επάνω σου άκαρδη,
τη μικρή σου καρδιά

να πληγώσω.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
παραμύθια με τέρατα,
με δράκους και μάγισσες
που τρων τα παιδάκια,
ποτέ μα ποτέ

το γλυκό σου τον ύπνο,
τα γαλάζια σου όνειρα,

δε θα ταράξουν.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
εδώ είμαι για σένα,
το καλό να σου μάθω.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
για σένα,
πανοπλία Αγάπης
υφαίνουν τα χέρια μου
το κακό και το άδικο
ποτέ, μα ποτέ

μη σ΄ αγγίξουν,

Σ΄ Αγαπώ, μη φοβάσαι, μικρό μου.
Ασπίδα η Αγάπη,
πύργος ουράνιος,
απόρθητος,
ήλιος μεσούρανος,
σκορπίζει, διαλύει
του μαύρου του φόβου

τα σύννεφα,
και δύναμη δίνει

σταθερά να μαθαίνεις.

Σ΄ Αγαπώ, μη φοβάσαι μικρό μου.
Κάποια χρόνια, αργότερα,
γελαστό και γενναίο,
μαχητής – νικητής,
της ζωής την ευθεία,
του καλού και του όμορφου,
με χαρά θα διαβαίνεις.


Ο πίνακας:
Le berceau (The Cradle) 1872 Oil on canvas, 56 x 46 cm (22 x 18″); Musee d’Orsay, Paris The models are her sister Edma and Edma’s daughter Blanche.

Μικρό παιδί σαν ήμουνα…

Μικρό παιδί σαν ήμουνα
και πήγαινα σχολείο,

μικρό παιδί,
στα μάτια είχα τη χαρά
στα χέρια το βιβλίο,
μικρό παιδί

Κι όταν η βαρυχειμωνιά
μου πάγωνε τα χέρια
στον ουρανό τα σήκωνα
να ζεσταθούν στ’ αστέρια

Παιδί στα δεκατέσσερα
κλέψανε τη χαρά μου,

μικρό παιδί
στα μάτια είχα τη φωτιά
τον ήλιο στη καρδιά μου,
μικρό παιδί

Μικρό παιδί σαν ήμουνα
και πήγαινα σχολείο,

μικρό παιδί,
το γέλιο είχα συντροφιά
στα χέρια το βιβλίο,
μικρό παιδί.
Αναρτήθηκε στις - Στίχοι. Ετικέτες: . 1 Comment »

Ο ιδανικός άνθρωπος βρίσκεται μέσα μας.

“Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.”
Κ.Π.Καβάφης

Μέσα μας βρίσκονται οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες όταν ξεκινάμε για την Ιθάκη μας, όταν ξεκινάμε για το θαυμάσιο ταξίδι της ζωής. Μέσα από τη δική μας ψυχή ξεπηδούν τα εμπόδια που ανυπέρβλητα φαντάζουν και μας τρομοκρατούν.
Λαιστρυγόνες ανθρωποφάγοι οι ανασφάλειές μας, Κύκλωπες απειλητικοί τα αρνητικά μας συναισθήματα απαξιώνουν τη μέρα μας.
Ναι, τη μέρα μας, αφού το ταξίδι αυτήν αφορά.
Την κάθε μας μέρα που είναι μοναδική και ανεπανάληπτη.
Την κάθε στιγμή της ζωής μας που μας καλεί να την απολαύσουμε,
με τη χαρά ή τη λύπη της,
με τις αντιξοότητες ή τις ευκολίες.
Κάθε στιγμή που είναι δική μας,
μας καλεί να τη ζήσουμε αληθινά
και ουσιαστικά να την απολαύσουμε.
Σαν βγαίνουμε στον πηγαιμό προς τη δική μας Ιθάκη,

τα μόνα εμπόδια που θα συναντήσουμε είναι αυτά που εμείς γεννάμε.
Έχουν τη θλιβερή μορφή του φθόνου,
την ασχήμια της μιζέριας,
το γκρίζο χρώμα της απαισιοδοξίας,
την εφιαλτική φιγούρα της απελπισίας.
Μέσα μας βρίσκονται τα μυθικά τέρατα που μαυρίζουν τη ζωή μας.
Μέσα μας όμως είναι και η δύναμη να τα αντιμετωπίσουμε.


Μια απόφαση χρειάζεται.
Ένα πλατύ χαμόγελο και μια απόφαση.
Θα χαρώ της ζωής μου το ταξίδι,
θα πετάξω από μέσα μου φοβίες,
συμπλέγματα, ανασφάλειες και θα χαρώ.
Στα δύσκολα θα αντιτάσσω τη θέλησή μου,
στα άδικα τον ανθρωπισμό μου,
στα άτιμα την καθαρή μου σκέψη,
στα άσχημα την ομορφιά του ιδανικού ανθρώπου,
που σταθερά όλο και σχηματοποιείται μέσα μου.

Ναι, μέσα μας βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός,

μόνο που τον κρατά σε ύπνωση το τραγούδι των σειρήνων,
των δικών μας απατηλών σειρήνων.
Μέσα μας βρίσκεται, μόνο που στη λήθη τον αφήσαμε,
τον ξεχάσαμε,
επιτρέψαμε να τον σκεπάσουν οι θόρυβοι
και οι απόηχοι του ανερμάτιστου περίγυρου,
τον καλύψαμε με γυαλιστερά κουρέλια του συρμού
και κάπου σε μια γωνιά χωμένο τον κοιμίσαμε.

Και είναι αυτός που γνωρίζει το δίκιο,
είναι αυτός που προστατεύει τους αδύνατους,
είναι αυτός που ξέρει να αγαπά,
που προσφέρει χωρίς ανταλλάγματα,
που κάνει κάθε δύσκολο αγώνα πανηγύρι,
που θέλγεται από τα ουσιώδη,
που ερωτεύεται το καλό και το όμορφο,
που σταθερή κρατά την πορεία με πυξίδα αλάνθαστη το μυαλό και την καρδιά του.

Εμείς γι αλλού κινήσαμε και ακριβώς εκεί σκοπεύουμε να πάμε.
Βάλαμε πλώρη για μια Ιθάκη και εκεί κάποτε θα φτάσουμε,
και, πιστέψτε με αξίζει τον κόπο,
αφού εκεί θα φτάσει ένας άλλος εαυτός μας,
ο ιδανικός μας εαυτός,
όπως αποκαλύφθηκε και, κατά το δυνατόν,
τελειώθηκε στη διάρκεια της θαυμάσιας διαδρομής.

Αναρτήθηκε στις - Στίχοι, - Σκέψεις. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

Θέλω ένα σπίτι με χαρά…

Τη γλώσσα σου την όμορφη δεν την καλοκατέχω,
γι αυτό και να με συγχωρνάς που δύσκολα τα λέω.
Μα, σαν το θες, στα μάτια μου τα λόγια μου θα νιώσεις.

Ξεκίνησα απ’ το πουθενά, από πατρίδα όμορφη.
Άφησα πίσω μου βουνά που δέντρο δεν τα ξέρει
και ποταμούς κι αητοφωλιές απάτητες, και κάμπους.

Με χρήμα μας αγόρασαν, με αίμα μαζεμένο.
Νύχτα κρυφά μας μπάρκαραν μαυροκυνηγημένους,
δουλέμποροι του σήμερα και μας εσκυλοπνίξαν.
Μα να που τα κατάφερα και ζωντανός εβγήκα.

Κι ήρθαμ’ εδώ, που στο σχολειό από μικρό μου ‘μάθαν
πως ο θεός ο ξένιος μαζεύει και ζεσταίνει,
της προσφυγιάς της άκαρδης τους παραπεταμένους,
πως κι η δικιά σου η φυλή την προσφυγιά την ξέρει.

Άλλα περίμενα να βρω, και άλλα εδώ με βρήκαν.
Κρυώνω εδώ που μ’ έβαλες, δεν έχω τη γωνιά μου,
ν’ απλώσω το τετράδιο να γράψω, να διαβάσω.
Δε νιώθω αγάπη γύρω μου και η ψυχή πονάει,
δε βρίσκει τόπο να σταθεί και ομορφιά ν’ αράξει.
Τα παιδικά μου όνειρα τα πνίγει η ασχημάδα
κι από σχισμάδες μάταια ελπίδας φως γυρεύω,
φτερά ν’ ανοίξω να χαρώ, ν’ αρχίσω το ταξίδι.

Θέλω ένα σπίτι με χαρά,
ν’ απλώσω τη ζωή μου.
Να ‘χει δροσιά στον καύσωνα και ζέστη στο χειμώνα.
Και η μάνα μου το πάτωμα να ντύνει με χαλάκια
που να ‘χουνε τα χρώματα της μακρινής πατρίδας,
να τα κοιτώ να τα θωρώ να μη την λησμονήσω.
Μια λάμπα θέλω να ‘χω φως, να βλέπω, να διαβάζω.
Και στη γωνιά η μάνα μου γλυκά να καταπιάνεται,
μ’ αγάπης μαγειρέματα για να με μεγαλώσει.
Κι ένα σκυλάκι αδέσποτο στα πόδια μου στρωμένο
να με θωρεί να το θωρώ τους δρόμους να θυμάμαι.
Και την εικόνα του παππού στον τοίχο τηνε θέλω
να του μιλώ, να μου μιλά, πατρίδα μην ξεχάσω.

Μ΄ αν δεν μπορείς, ή άμα δε θες, σ’ ένα μικρό σπιτάκι,
σ’ ένα σπιτάκι με χαρά τη φτώχεια μου να βάλεις,
μολόγησέ το καθαρά, πες δε σε θέλω, φύγε,
να φύγω, να ‘βρω αλλού ζωή και δεύτερη πατρίδα.

Κι αν η καρδιά σου είν’ καλή και θέλει με να μείνω,
βόηθα να φύγω από δω γιατί θα μαραζώσω,
αφού μέσ’ στον καταυλισμό που μ’ έχεις πεταμένο,
χωρίς νερό, χωρίς το φως, μαύρη η ζωή μου είναι.

Το πώς με λένε δε θα πω, δεν έχει σημασία.
Πες με Αμίρ, μα άμοιρος να ξέρεις πως δεν είμαι.
Είμαι παιδάκι αληθινό, μικρό χαμομηλάκι,
δώσε μου χώρο, έδαφος, ν’ ανθίσω, να ριζώσω,
κι εγώ μεγάλος θα γινώ, τρανός και ξακουσμένος,
και της Πατρίδας σου το Φως στα πέρατα θα στείλω.

Αφιερωμένο σε όλα τα προσφυγάκια-χαμομηλάκια,
σε όλους τους Αμίρ της καρδιάς μας.

"Σώπα μη μιλάς" !

Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
«σώπασε».

Στο σχολείο μού κρύψανε την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!»

Με φίλησε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ….σώπα!»

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρείς το μπελά σου, σώπα».

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα»

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα».

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα η επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
Μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές «έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα’ ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!….

Αζίζ Νεσίν

Αναρτήθηκε στις - Στίχοι, - Σκέψεις. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

Η Ευτυχία είναι απλή

Η Ευτυχία είναι απλή

Η Ευτυχία είναι απλή, ρώτα παιδί να μάθεις.
Ανάγνωσε τη σκέψη του, μελέτα την καρδιά του,
άγγιξε την ψυχούλα του και θα βρεις θρονιασμένο
αυτό που τόσο λαχταράς, που τόσο σε μαγεύει
και που γι αυτό γεννήθηκες, μα τόσο σε παιδεύει.

Δες τη χαρά την άδολη στου δώρου το ξεδίπλωμα,
που η ευτέλειά του δε μετρά για τη δική του σκέψη,
αγνότητα στην έκπληξη, και στο ξεφωνητό του…
τ’ αγγίζει με τα μάτια του, με την καρδιά μιλάει,
κι απλώνοντας τα χέρια του γλυκοχαμογελάει.

Κοίτα στη σκέψη του παιδιού τον κόσμο πώς τον βλέπει.
Μια λακουβίτσα με νερό είναι γι΄ αυτό λιμνούλα
και καλοτάξιδο σκαρί η χάρτινη βαρκούλα.
Οι ευωδιές των λουλουδιών και οι απλές οι νότες,
σε γελαστό παιάνα, χαριτωμένο, αυθεντικό,
σε τραγουδάκι παιδικό, μεμιάς μετουσιώνονται,
για να υμνούν το ξέχωρο, της ομορφιάς το κάλλος.

Της σκέψης μας γυρίσματα μέσα σε κύκλο φαύλο.
Τα ένοχα τα θέλω μας, τα πρέπει μας με κόπο,
– σαν τοξοβόλοι αδέξιοι, άλλα κι αλλού χτυπάμε -,
τις σκέψεις τις πολύπλοκες, τις βαριοφορτωμένες
με χρώματα τις ντύνουμε μα πάντα γκρίζες βγαίνουν.

Κι αν κανονάρχες στη ζωή και καπετάνιους πρώτους,
επέλεξες και όρισες τους θησαυρούς της μάθησης,
τ’ αποτυπώματα σοφών, την επιστήμη όλη,
σε τόμους, σε πολύπτυχα, σε δεδομένα μύρια,
γι΄ αυτό που ψάχνεις άπληστα, μια στάλα ευτυχίας,
δε θα το βρεις, δεν είν’ εκεί και μάταια το ψάχνεις.

Η ευτυχία που ζητάς αλλού ‘ναι θρονιασμένη

Βρες το παιδάκι μέσα σου, ξαναζωντάνεψέ το,
και στοργικά απίθωσ΄ το στης εξοχής τον κήπο.
Στρώσε χαλάκι ευωδιαστό επάνω του να κάτσει
και πάνωθέ του σκιερό το μόσχο του ελάτου,
κι αυτό με κελαηδίσματα, σα σπίνος, σαν αηδόνι,
σαν τσιροπούλι της αυγής και σαν νυχτοπουλάκι,
με τραγουδάκια θα σου πει, λογάκια της αλήθειας,
για τα ουράνια χρώματα στον κόσμο της αγάπης,
για το καλό και τ΄ όμορφο, για της ζωής το δίκιο.

Θε να σου πουν τα μάτια του, της σκέψης χελιδόνια,
και το καθάριο, φωτεινό, το άδολό του βλέμμα,
η ζεστασιά της αγκαλιάς, τ’ ακούραστο παιχνίδι,
ο φωτεινός ο κόσμος του, το γάργαρό του γέλιο,
η σπίθα στα ματάκια του -δυο λαμπερά πετράδια
απ΄ αργαστήρι ουράνιο με τέχνη δουλεμμένα-
για να ζυγιάσεις και μετά απλά να καταλάβεις:
H ευτυχία είναι απλή, σαν του παιδιού τη σκέψη.

Αναρτήθηκε στις - Στίχοι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Mε ποιο δικαίωμα;;

Γεννήθηκα για να χαίρομαι,
γεννήθηκα σαν άγγελος
μαντατοφόρος της ελπίδας.
Γεννιέμαι για να ζήσω, να ζήσω, ΝΑ ΖΗΣΩ


Είμαι ΕΓΩ, εδώ,
στο χτες, το τώρα και το αύριο
εδώ, πάντα ανάμεσά σας,
ΕΓΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ,
σταθερός αντιπρόσωπος
της αθωότητας.
Με ποιο δικαίωμα
γύρω μου στήνετε δόκανα,
παγίδες αθλιότητας;

Με ποιο δικαίωμα
τη χαρά μου την κάνετε λύπη ανείπωτη;
Με ποιο δικαίωμα
το γέλιο μου, πόνου μορφασμό;

Με ποιο δικαίωμα
το βλέμμα μου,
που αναπαύεται στα όμορφα,
το αλλοιώνουν τα δάκρυα;

Αναρτήθηκε στις - Στίχοι. Ετικέτες: . 3 Σχόλια »
Αρέσει σε %d bloggers: