Τα ζωα….Ιωάννη Πολέμη

Ποτέ δε θα πειράξω
τα ζώα τα καημένα,
μην τάχα σαν εμένα
κι εκείνα δεν πονούν;

Θα τα χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτέ δε θα τ’ αφήνω
στους δρόμους να πεινούν.

Ακόμα κι όταν βλέπω
πως τα παιδεύουν άλλοι,
εγώ θα τρέχω πάλι
με θάρρος σταθερό,

θα προσπαθώ με χάδια
τον πόνο τους να γιάνω
κι ό,τι μπορώ θα κάνω
να τα παρηγορώ.

Τα ζωα-Ιωαννης Πολεμης

Αναρτήθηκε στις Ποίηση. Ετικέτες: . 1 Comment »

Κ. Κρυστάλλη: Στο σταυραητό

Κώστας Κρυστάλλης, ένας μεγάλος ποιητής,
ένα χαμομηλάκι που πέθανε από φυματίωση,
πάμτωχο και κυνηγημένο, στα 26 του χρόνια.

Γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου το 1868, προσβλήθηκε από φυματίωση και πέθανε στην Αρτα τον Απρίλιο του 1894, σε ηλικία είκοσι έξι χρονών.
Μόνος, αβοήθητος, άρρωστος, χωρίς εφόδια, αλλά με τεράστια πίστη και ζήλο, ο νεαρός αυτός εξόριστος, ένα χωριατόπουλο άπραγο, χαμένο στη μεγάλη Αθήνα, πέτυχε να φέρει ένα ρυάκι δροσερό νερό, από τη βουνίσια ομορφιά μέσα στην αδιάφορη Αθήνα.

Πέτυχε να επιβάλει τις ποιμενικές αναμνήσεις του, να μας γνωρίσει το κάλλος της αγροτικής ζωής, να μας ξυπνήσει την πατριωτική φλόγα και να δημιουργήσει μιά δική του παράδοση, που του εξασφάλισε ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας.
Αναστημένος στη σκλαβιά, ύμνησε την ελευθερία. Και χάνοντας τίς ομορφιές της ορεινής Ηπείρου, που δεν επρόκειτο να ξαναδεί, (οι Τούρκοι τον είχαν καταδικάσει ερήμην 25 χρόνια εξορία), έκανε τραγούδι τη νοσταλγία του.

Υπάρχει πολύ πάθος και πολλή αλήθεια μέσα στους στίχους του, γι’ αυτό και μας δίνουν μιά γνήσια συγκίνηση.

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΕΤΟ

Aπό μικρό κι απ’ άφαντο πουλάκι σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμί με τον καιρό, και δύναμη κι αγέρα,
κι απλώνεις πήχες τα φτερά και σπιθαμές τα νύχια,
και μες στα σύγνεφα πετάς, μες στα βουνά ανεμίζεις!
Φωλιάζεις μες στα κράκουρα, συχνομιλάς με τ’ άστρα,
με τη βροντή ερωτεύεσαι κι απιδρομάς και παίζεις
με τ ΄γρια τ’ αστροπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.

Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,
κι απ’ άφαντο κι απ’ άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια,
και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει,
κ’ έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχιό και δράκος,
κ’ εφώλιασε βαθιά – βαθιά μες στ’ άσαρκο κορμί μου,
και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κρυφοβοσκάει τη νιότη.

Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.
Θέλω τ΄αψήλου ν’ ανεβώ, ν’ αράξω θέλω, αητέ μου,
μες στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,
θέλω ν’ αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω με σένα.
Θέλω τ’ ανήμερο καπρί, τ’ αρκούδι, το πλατόνι,
καθημερνή μου κι ακριβή να τάχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ’ αγέρι
νάρχεται από τη λαγκαδιά, σα μάνα, σαν αδέρφι,
να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ’ ανοιχτά μου στήθη.

Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά -παλιές γλυκές μου αγάπες-
να μου προσφέρνουν γιατρικό τ’ αθάνατα νερά τους.
Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαηδισμό τους
να με κοιμίζουν το βραδί, να με ξυπνούν το τάχι.
Και θέλω νάχω στρώμα μου, νάχω και σκεπασμά μου
το καλοκαίρι τα κλαδιά και το χειμώ τα χιόνια.
Κλωνάρια απ’ αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια

θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνω να πλαγιάζω,
ν’ ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.

Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,
θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ’ άγριο γίδι.
Θέλω ν’ ακούω τρυγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά – ζερβά να βλέπω.
Θέλω ν’ ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
ν’ ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.

-θέλω.., μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβιέμαι νύχτα – μέρα.
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,

και δόσμου τες φτερούγες σου, και πάρε με μαζί σου,
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!

Αναρτήθηκε στις Ποίηση. Ετικέτες: . 1 Comment »

Βίκτωρος Ουγκώ: Το Ελληνόπουλο – L’enfant

Απόδοση στα ελληνικά: Κωστής Παλαμάς

Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ’όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ’αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ’ τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ’την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ’ το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ’το δεντρί
που μεσ’ στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν’ άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ’απ’ τον ίσκιο του να βγει;

Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ’ αγαθά;
Πες. Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΛΕΥΤΕΡΑ!!


Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης – Η Πόλις – Κ.Π.Καβάφη

Η Πόλις

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γή, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάςτους ίδιους.
Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού – μη ελπίζεις –
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γή την χάλασες.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1910)

Όπου κι αν πάμε, στο ταξίδι της ζωής μας,
σε κάθε μας μάταιη απόδραση,
για να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας,
για αποσκευές μας κουβαλάμε όσα άχρηστα
δεν έχουμε αποθέσει, δεν έχουμε πετάξει.
Κουβαλάμε τις επιλογές που κάναμε πράξεις.
Αν ερείπια καταντήσαμε τη ζωή μας,
αυτά μας ακολουθούν.
Τα χρόνια που ρημάξαμε
και χαλάσαμε,
αυτά μας συντροφεύουν.
Μια ζωή ρημαγμένη σε μια γωνιά της γης
είναι παντού ρημαγμένη

Κι όμως, αν κλείσαμε μόνοι τους δρόμους,
αν μόνοι εγκλωβιστήκαμε
έχει πλοίο για μας, έχει οδό,
φτάνει να το θελήσουμε.

Ψηλά κοιτάμε, φτερά φοράμε
και ξανοιγόμαστε μέσα από τους δρόμους του αιθέρα
αφήνοντας πίσω τα βάρη που φορτώσαμε στους ώμους μας.
Βάζουμε πορεία για καινούριους τόπους, άλλες θάλασσες,
Για την καλύτερη, την ιδανική δική μας Πόλη

«…και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
— για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!…»
Κωστής Παλαμάς

The City


You said, «I will go to another land, I will go to another sea.
Another city will be found, better than this.
Every effort of mine is condemned by fate;
and my heart is — like a corpse — buried.
How long in this wasteland will my mind remain.
Wherever I turn my eyes, wherever I may look
I see the black ruins of my life here,
where I spent so many years, and ruined and wasted.
«New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will roam the samestreets.
And you will age in the same neighborhoods;
in these same houses you will grow gray.
Always you will arrive in this city. To another land -do not hope –
there is no ship for you, there is no road.
As you have ruined your life herein this little corner,
you have destroyed it in the whole world.
Constantine P. Cavafy (1910)

Αναρτήθηκε στις Ποίηση. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: Μην την εξευτελίζεις, μες την πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες τες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ’εκθέτοντάς την

στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησίαν,
Ως που να γίνει σα μιά ξένη φορτική!

Κωνσταντίνος Καβάφης
Αναρτήθηκε στις Ποίηση. Ετικέτες: , . 4 Σχόλια »

Κάποτε θα ΄ρθουν… (Λευτέρης Παπαδόπουλος)

Παύλος Σιδηρόπουλος

Κάποτε θα ‘ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν σ’ αγαπούν
και πως σε θένε
Εχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε
Κάποτε θα ‘ρθουν γνωστικοί
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν
Εχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
θα σε πουλήσουν

Και όταν θα ‘ρθουν οι καιροί
που θα ‘χει σβύσει το κερί
στην καταιγίδα
Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα

Μαρία Πολυδούρη – Tα Ποιήματα

Και τώρα, κλείστε ερμητικά τις θύρες. Τελειώσαν
όλα. Να φύγουν κι οι στερνοί, να μείνω μοναχή μου.
Όλα δικά μου ήταν εδώ μέσα κι όλα μου λείψαν
κι έμεινε τόσο απίστευτα μοναχική η ψυχή μου.

Ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής από την Καλαμάτα. Γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες.

Το 1921 θα γνωρίσει τον συνάδελφο και ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922, όταν η Πολυδούρη ήταν 20 χρονών και ο Καρυωτάκης 26. Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.

Στη διάρκεια του 1924 μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του 1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη. Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.

Το καλοκαίρι του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930.

Αναρτήθηκε στις Ποίηση. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ: ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ … ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΤΑ ΠΑΘΗ

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ

ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο,
προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες.

Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ως κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα,να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους.
Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα.
Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ‘ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον.
Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη.
Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά – μακριάμέσα στο μέλλον του – που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει.
Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, να τον φτύσει κατάμουτρα.
Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.
Πάνω σε κείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολουθούσε με τα τρία σειρήτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου.
Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε.
Τότε, τυφλός από τη λίγη πέραση πού ‘χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος, μη γνωρίζοντας τι πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε σύρριζα στο δεξί του αυτί.
Και πολύ τρομάξανε τα παιδιά, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, κέρωσαν.
Επειδή πήγανε κι ήρθανε γύρω τα χαμόσπιτα, και σε πολλές μεριές το πισσόχαρτο έπεσε και φανήκανε μακριά, πίσω απ’ τον ήλιο, οι γυναίκες να κλαίνε γονατιστές, πάνω σ’ ένα έρμο οικόπεδο, γεμάτο τσουκνίδες και μαύρα πηχτά αίματα.
Ενώ σήμαινε δώδεκα ακριβώς το μεγάλο ρολόι των αγγέλων.
Αναρτήθηκε στις Επέτειοι, Ποίηση. Ετικέτες: , . 3 Σχόλια »

Θυμάμαι το δάσκαλό μου…

«Το μικρό μου παιδί / σοβαρή αταξία έκανε πάλι. / Στο πεζούλι του σύμπαντος / σκαρφάλωσε, / σκούντησε με το χέρι του
/ το κρεμασμένο / στον τοίχο τ’ ουρανού / κόκκινο πιάτο, / κι έχυσε όλο το φως επάνω του.
Ο Θεός απόρησε / που είδε τον ήλιο / ντυμένο ρούχα παιδικά / να κατεβαίνει / τρέχοντας / της φαντασίας μου τη σκάλα / και να ’ρχεται σε μένα.
Κι εγώ κάθομαι τώρα / και μαλώνω αυστηρά / το μικρό μου παιδί / ενώ κλέβω κρυφά / τον χυμένο επάνω του ήλιο».

Κική Δημουλά («Εκστασις», 1958)
Θυμάμαι το δάσκαλό μου. Ξερακιανός, σχετικά μικρόσωμος, γύρω στα 35, Κωνσταντινουπολίτης. Μας είχε φανεί πολύ αυστηρός στην αρχή, είχαμε φοβηθεί λίγο όταν το είδαμε -πρωτάκια τότε- να μπαίνει στην τάξη, όμως αυτός ο φόβος κράτησε ελάχιστα λεπτά. «Ονομα και τι ομάδα είσαι» ήταν η πρώτη του ερώτηση που έσπασε τον παγετώνα κι αφού απαντήσαμε όλοι, δήλωσε: «Δε θα τα πάμε καθόλου καλά!», για να προσθέσει «Εγώ είμαι ΑΕΚτζής! Κουρέλες!». Με το «κουρέλες» καταλάβαμε ότι ο κύριος Νίκος μιλάει τη γλώσσα μας και ξεσπάσαμε σε γέλια μαζί του. Ευτυχισμένα γέλια. Δε θα τα ξεχάσω. Η πρώτη μου επαφή με το σχολείο ήταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές μου.
Υστερα πήρε το αναγνωστικό, έκανε ότι το φυλλομετρά και το έβαλε στην άκρη της έδρας με έναν μορφασμό ζητώντας μας να κάνουμε το ίδιο. Σαστίσαμε. Το «ιερό» βιβλίο στην άκρη; Εβγαλε ένα άλλο από την τσάντα του και άρχισε να διαβάζει: «Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο…». Το μάθημα είχε αρχίσει. Η ζωή είχε αρχίσει. Με ποίηση. Εκτός διδακτέας ύλης.
Ο κύριος Νίκος ήταν πολύ αυστηρός, όταν ήμασταν αδιάβαστοι, σχεδόν ανελέητος στα σχόλιά του. Θυμάμαι μια φορά που ένας συμμαθητής μου δεν μπορούσε να λύσει μια άσκηση στον πίνακα και του υπαγόρευσε να γράψει το εξής: «Ο Γιάννης αποφάσισε, όταν μεγαλώσει, να γίνει κομμώτρια». Αυτό δεν τους εμπόδισε, δάσκαλο και μαθητή, να παίξουν ένα εκπληκτικό μονότερμα στο επόμενο διάλειμμα (περιττό να πω ότι ο Γιάννης έγινε ένας από τους καλύτερους Ελληνες επιστήμονες στις ΗΠΑ!).
Νομίζω ότι ο κύριος Νίκος -καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται- μας έμαθε κάτι περισσότερο από γράμματα εκείνα τα έξι χρόνια: Μας έμαθε να αγαπάμε τα γράμματα. Μάθαμε, όμως, και κάτι ακόμη: Ισορροπία. Ισορροπία ανάμεσα στο παιχνίδι και τη μελέτη, ανάμεσα στο παραμύθι και την ιστορία, ανάμεσα στην επιθυμία και τα «πρέπει», ανάμεσα στην ποίηση και τον ορθό λόγο, ανάμεσα στην ασφάλεια του σπιτιού και την πειθαρχία του σχολείου, ανάμεσα στην τρυφερότητα του γονιού και την αυστηρότητα του δασκάλου, ανάμεσα στην ατομική ευθύνη και τη συλλογικότητα.
Προσπαθώντας να γίνω επαρκής («καλός» είναι μεγάλη κουβέντα) πατέρας, θυμάμαι το δάσκαλό μου και ελπίζω ότι και τα δικά μου παιδιά, όλα τα παιδιά, θα ευτυχήσουν να έχουν τέτοιους δασκάλους…
Ας γίνουμε οι γονείς και οι δάσκαλοι (δηλαδή οι ποιητές) που τους αξίζουν!

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος — Ελένη Βακαλό

(απόσπασμα)

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας…

… ας προσπαθήσουμε να μην συνεχίσουμε την ιστορία… ας σπάσουμε τον κρίκο…

Από: Η συντροφιά του χαμομηλιού αγγελόσκονη

Αναρτήθηκε στις - Αφηγήσεις, Ποίηση. Ετικέτες: , . 10 Σχόλια »
Αρέσει σε %d bloggers: