Ο Κόρακας και η Αλεπού – Ένα παραμύθι του παππού Αίσωπου

Μια φορά και έναν καιρό, πάνω σε μια μεγάλη φουντωτή ελιά, στο πιο χοντρό κλαρί της, καθόταν ο Κίτσος, ο κατάμαυρος κόρακας, καμαρωτός και περήφανος.
Μόλις είχε κλέψει από το κρεοπωλείο του διπλανού χωριού ένα λαχταριστό κομμάτι φρέσκο κρέας και σταμάτησε για λίγο στο κλαρί της ελιάς, να πάρει μια ανάσα και να ξεκουραστεί από το γρήγορο πέταγμα.
Φτερά έβαλε, που λένε, για να μην πάρουνε χαμπάρι την κλεψιά του και βγάλει το δίκανο ο χασάπης και του τη μπουμπουνήσει.
Πήρε πολλές ανάσες και ευχαριστιόταν, που σε λιγάκι θα καταβρόχθιζε το νόστιμο μεγάλο μεζέ του.

Εκεί κοντά όμως, μέσα από τα χαμόκλαδα, να την που ξεπροβάλλει η κυρά-Μαριώ, η πονηρή αλεπού.

-Μα τι μοσχομυρίζει έτσι; μουρμουρίζει και ψάχνει με τα ρουθούνια της να βρει από πού έρχεται αυτή η λαχταριστή ευωδιά που έκανε το στομάχι της να γουργουρίζει από τη λιγούρα και να τρέχουνε τα σάλια της.
Σηκώνει τα μάτια της και βλέπει τον Κίτσο, το μαυροκόρακα, να έχει στο γκρίζο ράμφος του καρφωμένο το μεγάλο κομμάτι κρέας.
-Πρέπει να του το πάρω, σκέφτεται η πονηρή αλεπού. Αλλά πώς; εγώ δεν ανεβαίνω στα δέντρα για να του το κλέψω χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Και αυτός ο κόρακας έχει και φτερά. Σε λίγο θα πετάξει για τη φωλιά του για να φάει το μεζέ και εγώ θα μείνω μόνο με τη μυρωδιά του. Κάτι πρέπει να βρω, κάποια πονηριά να κάνω για να του το βουτήξω.

Και αμέσως της έρχεται μια πολύ καλή ιδέα.
-Καλημέραααααα πανέμορφο πουλίιιι, φωνάζει δυνατά για να την ακούσει ο Κίτσος, που ήτανε και λιγάκι κουφός.
-Καλημέρααααα…μα τι ομορφιάααα είναι αυτή!!! Δεν έχω δει άλλο πουλί με τόσα χρώματα λαμπερά στα φτερά του!!! Τα πόδια σου είναι τόσο γερά, τα μάτια σου όλο εξυπνάδα, το ράμφος σου τόσο δυνατό και κατακίτρινο σαν το χρυσάφι!!!

Καμαρώνει ο κατάμαυρος κόρακας, ο χαζούλης ο Κίτσος, και κουνάει τα φτερά του πολύ ευχαριστημένος από τα λόγια της αλεπούς.
-Αααααχ, κόρακά μου, πανέμορφε…ααααχ, συνεχίζει η πονηρή κυρά-Μαριώ, ένα μόνο σου λείπει, ένααααα και θα ήσουν το πιο τέλειο πουλί από όλααααα. Αν είχες φωνή, θα ήσουν ο βασιλιάς όλων των πουλιώωωων.
-Δεν έχω φωνή;; μα τι λέει αυτή η χαζή;; σκέφτεται θυμωμένος ο Κίτσος.
Και αμέσως ανοίγει το ράμφος του και βγάζει δυο φοβερά κρααααααα, κραααααααα για να της αποδείξει ότι και φωνή έχει, και πολύ όμορφη και μελωδική είναι.
Αυτό περιμένει η πονηρή κυρά-Μαριώ.
Με το πρώτο κραααααααα, πέφτει κάτω το κρέας, το αρπάζει αυτή και όπου φύγει φύγει, έγινε καπνός.

Σταματάει πάνω στο βουναλάκι, απέναντι, κάνει μια χαψιά το νόστιμο κρέας και γελώντας λέει στον Κίτσο, το κατάμαυρο νηστικό κοράκι.
-Φίλε μου, ποτέ να μην πιστεύεις στα όμορφα λόγια των άλλων, όταν έχεις κάτι που θέλουν να σου το κλέψουν. Αν ήξερες πώς είσαι στ΄ αλήθεια, αν είχες δηλαδή μυαλό, τώρα εσύ θα ήσουν χορτάτος και εγώ νηστικιά.
Άλλη φορά να προσέχεις πολύ.

Ο μύθος του Αισώπου- Πρὸς ἄνδρα ἀνόητον ὁ λόγος εὔκαιρος.
Κόραξ κρέας ἁρπάσας ἐπί τινος δένδρου ἐκάθισεν.
Ἀλώπηξ δὲ θεασαμένη αὐτὸν καὶ βουλομένη τοῦ κρέατος περιγενέσθαι στᾶσα ἐπῄνει αὐτὸν ὡς εὐμεγέθη τε καὶ καλόν, λέγουσα καὶ ὡς πρέπει αὐτῷ μάλιστα τῶν ὀρνέων βασιλεύειν, καὶ τοῦτο πάντως ἂν ἐγένετο, εἰ φωνὴν ἔχειν. Ὁ δὲ παραστῆσαι αὐτῇ θέλων ὅτι καὶ φωνὴν ἔχει, ἀποβαλὼν τὸ κρέας μεγάλα ἐκεκράγει. Ἐκείνη δὲ προσδραμοῦσα καὶ τὸ κρέας ἁρπάσασα ἔφη· «Ὦ κόραξ, καὶ φρένας εἰ εἶχες, οὐδὲν ἂν ἐδέησας εἰς τὸ πάντων σε βασιλεῦσαι.»

Κόραξ και Αλώπηξ

Κόραξ εις άκραν υψηλήν,
κλάδου εκάθετο ελαίας,
μέλαναν είχεν την μορφήν
και εις το ράμφος είχεν κρέας.

Εις τα χαμόκλαδα κοντά
αλώπηξ ίσταται δολία,
τους ρώθωνας αυτής κεντά,
του κρέατος η ευωδία.

Τρέχει, προφτάνει, περιττός ο κόπος,
μάτην η σπουδή της
-Τι κρίμα κι είναι φτερωτός,
ο ευτυχής ιδιοκτήτης!!

Κατ΄ άλλον τρόπον μελετά
εις τα νερά της να τον φέρει,
βλέπει επάνω, χαιρετά
και ταύτα ευγενώς προφέρει:

-Χαίρε πανέμορφον πουλί,
που σαν εσέ δεν είναι άλλο.
Τις έχει τόσην ομορφιάν;
Τις πτέρυγας ποικιλοτέρας;
Αν είχες όμως και φωνήν;
Θα ήσουν των πτηνών το τέρας!!

-Φωνήν δεν έχω; να χαθείς, εντός του είπεν.
Κι ευθέως δυο τραχέα κρααα, κρααα εβγάζει
Και μπαααφ, το κρέας καταγής
και χραααπ, η πονηρά τ΄αρπάζει.

Ακόμα τρέχει εις το βουνόν
και αφού έφαγε το κρέας,
γελώσα λέγει εις το πτηνόν
τας λέξεις ταύτας τελευταίας:

-Μάθε, ω φίλτατον πουλί,
μάθε, ω άνθος των κοράκων,
πως
των ευπίστων η φυλή,
τρέφει το γένος των κολάκων!!

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Παραμύθι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Το παραμύθι στη ζωή του παιδιού

Σίγουρα δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι με ένα παραμύθι μπορείτε να καθηλώσετε στον τόπο και το πιο ζωηρό και ανήσυχο παιδί. Τα μικρά, αλλά και τα πιο μεγάλα παιδιά μπορούν να ακούν παραμύθια για ώρες ολόκληρες, σε σημείο που να ξεχνούν να φάνε.
Χάρη στα ωραία παραμύθια το παιδί σας παρακαλά να του δώσετε λίγη παράταση από την καθορισμένη ώρα του ύπνου. «Μαμά, ακόμα ένα παραμύθι και μετά θα πάμε για ύπνο». Και ύστερα ακόμα ένα, που θα είναι το τελευταίο, μετά άλλο ένα πάλι τελευταίο… Το παιδί έμαθε πια απ’ έξω το παραμύθι, μάλιστα διορθώνει τη γιαγιά ή τη μαμά αν κάνουν κάποιο λάθος. Αλλά πάλι θέλει να ακούσει ξανά και ξανά το ίδιο παραμύθι.


Μαγικός κόσμος
Γιατί όμως τα παιδία αγαπούν τόσο. πολύ τα παραμύθια; Επειδή σ’ αυτά βλέπουν ένα υπέροχο, μαγικό και εξαίσιο κόσμο, στον οποίο πάντοτε το καλό νικά το κακό, ο ήρωας πάντοτε κατορθώνει να εκπληρώσει τις επιθυμίες και τους σκοπούς του και τελικά όλοι μένουν ευχαριστημένοι και ευτυχισμένοι.
Αν διαβάσετε ή διηγηθείτε στο παιδί παραμύθι με κακό τέλος δεν θα του αρέσει και δεν θα θέλει να το ξανακούσει ακόμα κι όταν πείτε πως η κακιά μάγισσα έκανε μάγια στην ωραία κοπέλα του παραμυθιού ο ανυπόμονος μικρός ακροατής σας βιάζεται να επεξηγήσει: «Ναι, αλλά ο πρίγκιπας θα έρθει και θα διαλύσει τα μάγια». Τα παραμύθια είναι ωφέλιμα για τα μικρά παιδιά γιατί αναπτύσσουν τη φαντασία τους, το αίσθημα τους για το καλό και το κακό, το ωραίο και το άσχημο. Τα παραμύθια εμπλουτίζουν τις γνώσεις και το λεξιλόγιο τους, διευρύνουν τους ορίζοντες τους. Γι’ αυτό και εσείς δεν πρέπει να αποφεύγετε να διαβάζετε παραμύθια στα παιδιά.


Διαλέγετε τα παραμύθια
Τα μικρά παιδιά δεν πρέπει να ακούν παραμύθια για άγρια θηρία, κακές μάγισσες και στρίγκλες, που παίρνουν τα παιδιά στη σακούλα τους. Την επόμενη νύχτα το παιδάκι βλέπει στο όνειρο του την κακή μάγισσα και εσείς θα το ακούσετε να φωνάζει: «Η μάγισσα, η μάγισσα…», αγκαλιάζοντας σας σφικτά.
Τα παιδιά αγαπούν όλα τα ωραία παραμύθια αλλά τα αγοράκια ιδιαίτερα προτιμούν αυτά που εξυμνούν τον ηρωισμό, ενώ στα κοριτσάκια αρέσουν το παραμύθια όπου η μικρή ηρωίδα, όπως για παράδειγμα η Σταχτοπούτα διακρίνεται όχι μόνο για την ομορφιά της, αλλά για την καλοσύνη και την εργατικότητα της.
Μην συνηθίζετε τα παιδιά να ακούν μόνο παθητικά τα παραμύθια. Ενθαρρύνετε τα κι αυτά να σας διηγούνται. Μπορείτε να κάνετε μια συμφωνία: από τη μητέρα δυο παραμύθια και από το παιδί ένα. Όταν διηγείται ένα παραμύθι το παιδί προσπαθεί να χρησιμοποιεί λογοτεχνικές εκφράσεις, αφομοιώνει το γλωσσικό τονισμό και προσδίδει στη φωνούλα του χρώμα. Από την άλλη είναι πολύ βασικό να μην το συνηθίζουμε στα έτοιμα.


Ομιλητική τεμπελιά και παθητικότητα
Το μειονέκτημα των παραμυθιών από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, το γραμμόφωνο, το τηλέφωνο έγκειται ακριβώς στο ότι προάγουν στα παιδιά την ομιλητική τεμπελιά. Κάποτε ο μικρός ακροατής καβαλούσε το καλάμι που γινόταν το άλογο του. Τώρα καβαλάει πραγματικά άλογο, και κουνιέται πάνω του στο λούνα παρκ.

Όλα του σερβίρονται έτοιμα και το παιδί δεν συνηθίζει ή ξεμαθαίνει να κάνει κάτι μόνο του. Έτσι γίνεται και με τα παραμύθια, που του σερβίρονται έτοιμα.
Παλιότερα, τα παιδιά κάθονταν πολλά μαζί σε ένα μεγάλο κύκλο, όπου ένα από αυτά διηγείται συναρπαστικά το πιο νέο και ενδιαφέρον παραμύθι. Μετά κάποιο άλλο παιδί με τη σειρά του διηγείται το δικό του παραμύθι. Ενώ τώρα στην καθορισμένη ώρα τρέχουν μπροστά στην τηλεόραση για να μην χάσουν το παιδικό πρόγραμμα.
Ή αν για παράδειγμα η μητέρα πρέπει να πάει μέχρι το κατάστημα για να είναι σίγουρη πως τα παιδιά της θα κάτσουν σπίτι ήσυχα και φρόνιμα, τους βάζει μια βιντεοκασέτα με το λύκο και τα εφτά κατσικάκια. Έτσι, το παιδί μετατρέπεται σε παθητικό τηλεθεατή.
Αυτή η μόδα έχει κυριέψει τα μικρό παιδιά σε πόλεις και χωριά, ακόμα και τους μαθητές. Αντί να διαβάζουν διηγήματα και παραμύθια από βιβλία, επειδή είναι πιο δύσκολο και πιο αργό, συχνά προτιμούν να τα ακούν έτοιμα στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση ή το βίντεο. Τέρμα στην πρωτοβουλία των παιχνιδιών, τέρμα στο ενδιαφέρον για αφήγηση παραμυθιών, τέρμα στην δημιουργική φαντασία του παιδιού.
Γι’ αυτό μην αφήνετε τα παιδιά σας να το παρακάνουν με το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και το βίντεο.


πηγή: http://www.e-mythos.eu/gr/index.php?option=com_content&task=view&id=69&Itemid=48

Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΝΟΣ

Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα καταπράσινο και πυκνό δάσος ζούσαν ένας γίγαντας κι ένας νάνος.
Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια.
Ο νάνος ήταν κι αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.
Ο γίγαντας ζούσε σε μια πελώρια σπηλιά στη μέση του δάσους και ο νάνος σε μια μικρή-μικρή σπηλιά.

Το δάσος είχε ό τι ήθελαν για να ζουν ευτυχισμένοι. Κυνήγι, καρπούς, νερά τρεχούμενα, μέλι, χόρτα, το τραγούδι των πουλιών . . . , όμως οι δυο τους δεν ήταν ευτυχισμένοι.
Ο γίγαντας χρειαζόταν πολλή τροφή για να χορτάσει, ήταν μεγάλος φαγάς, έτσι μάζευε τα περισσότερα και ο νάνος θύμωνε. Πίστευε πως έπρεπε να τα μοιράζονται. Τα μισά ο γίγαντας, τα μισά εκείνος κι ας μην τα χρειαζόταν, αφού αυτός για να χορτάσει ήθελε πολύ λίγη τροφή.
Μάλωναν λοιπόν και πότε ο ένας μάζευε όλα τα καρύδια, πότε ο άλλος όλα τα κάστανα, όποιος προλάβαινε και ό τι προλάβαινε.
Έτσι έγινε και το φετινό φθινόπωρο. Ο γίγαντας πρωί-πρωί, πριν ξημερώσει, βγήκε από τη σπηλιά του και ξεκίνησε να μαζέψει καρύδια. Στα χέρια του είχε δέκα τεράστια καλάθια και σκεφτόταν να τα γεμίσει.
Δεν πρόλαβε όμως να προχωρήσει πολύ και άκουσε ένα γαλάζιο πουλί να τραγουδά:

Τώρα καρύδια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!

— Μα πότε; ρώτησε ο γίγαντας θυμωμένος.
— Άρχισε χτες το πρωί, πριν βγει ο ήλιος. Μάζευε όλη μέρα κι όλη νύχτα χωρίς να σταματήσει στιγμή. Πριν λίγο τέλειωσε, απάντησε το πουλί.
— Αχ, και να πέσει στα χέρια μου, είπε ο γίγαντας. Εξαιτίας του θα μείνω χωρίς καρύδια το χειμώνα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα φουντούκια κι έτσι θα γεμίσω μ’ αυτά τα καλάθια μου.
Μα το πουλί μόλις άκουσε τα τελευταία λόγια του γίγαντα είπε:

Τώρα φουντούκια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!

Ο γίγαντας έγινε κατακόκκινος από το θυμό του. Δε χάνει καιρό και πάει στη σπηλιά του νάνου. Αυτή ήταν τόσο μικρή και είχε ένα τόσο μικρό άνοιγμα που ούτε το δαχτυλάκι του γίγαντα δε χωρούσε.
— Ε, νάνε! φώναξε βγες έξω. Έχουμε κάτι να κουβεντιάσουμε.
Ο νάνος έβγαλε έξω από το άνοιγμα μόνο το κεφάλι του χαμογελώντας.
— Δεν μπορώ, γίγαντα, έχω δουλειά, έλα εσύ μέσα, είπε κοροϊδεύοντας.
Τι να κάνει ο γίγαντας, έφυγε.
Όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτότανε πως να τιμωρήσει το νάνο. Έπλεξε λοιπόν, ένα γερό δίχτυ και μόλις βράδιασε πήγε στη σπηλιά του νάνου και το στερέωσε γερά.
Έτσι δε θα μπορεί πια να βγει έξω και θα μαζέψω εγώ όλα τα κάστανα και το μέλι, σκέφτηκε. Πράγματι όταν βράδιασε καλά και ο νάνος ετοιμάστηκε να βγει για να μαζέψει το μέλι από τις μέλισσες, είδε το δίχτυ, προσπάθησε να το βγάλει μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
– Ωχ τι έπαθα! τώρα ο γίγαντας θα μαζέψει όλο το μέλι, είπε και άρχισε να κλαίει.
Έκλαιγε δυνατά πολλή ώρα και ένα ποντίκι που περνούσε τον άκουσε και τον ρώτησε τι συμβαίνει.
– Να, κλαίω γιατί με έκλεισε εδώ μέσα ο γίγαντας και δε θα προφτάσω να μαζέψω ούτε μια στάλα μέλι, θα το πάρει όλο αυτός.
Το ποντίκι που δεν ήξερε τι συνέβαινε μεταξύ τους θεώρησε ότι είναι μεγάλη αδικία αυτό που έκανε ο γίγαντας στο νάνο και άρχισε να ροκανίζει το δίχτυ για να ελευθερώσει το νάνο.
Πράγματι σε λίγο το δίχτυ είχε μια μεγάλη τρύπα και έτσι ο νάνος ήταν ελεύθερος. Ούτε που ευχαρίστησε το ποντίκι για το καλό που του έκανε, παρά πήρε τα κανάτια του και έτρεξε να μαζέψει μέλι. Όταν έφτασε στις μέλισσες όμως κατάλαβε πως δεν υπήρχε μέλι. Ο γίγαντας το είχε μαζέψει όλο.
Άρχισε να φωνάζει και να πηδά γεμάτος θυμό γι αυτό που είχε γίνει. Κάποτε γύρισε στη σπηλιά του και προσπαθούσε να βρει τρόπο να πάρει το μέλι από το γίγαντα ή τέλος πάντων να τον εκδικηθεί. Κατάλαβε πως δεν ήταν εύκολο να μπει στη σπηλιά του γίγαντα και αποφάσισε να κάνει κάτι πονηρό για να τα καταφέρει. Άνοιξε το ντουλάπι του και έβγαλε από μέσα τη γούνα ενός γέρου ασβού που είχε βρει πριν πολλά χρόνια στο δάσος.
Τη φόρεσε, έκρυψε από κάτω τα κανάτια του και κίνησε για τη σπηλιά του γίγαντα.
Περίμενε να τον δει να φεύγει, μπήκε μέσα από μια τρύπα που ήταν δίπλα στην πόρτα.
Γέμισε γρήγορα-γρήγορα τα κανάτια του και σκέφτηκα να χύσει το υπόλοιπο μέλι για να εκδικηθεί το γίγαντα.
Γέλασε πονηρά και ετοιμάστηκε να σπρώξει το δοχείο που είχε το μέλι, μα το μετάνιωσε.
Κρίμα είναι, σκέφτηκε, πήρε τα κανάτια του, τα ‘χωσε κάτω από τη γούνα του ασβού και βγήκε με προσοχή από τη σπηλιά.
Όσο μπορούσε πιο γρήγορα έφτασε στη δική του, έβγαλε τη γούνα και άφησε τα κανάτια επάνω στο τραπέζι.
Γέλασε ικανοποιημένος και έτριψε τα χέρια του.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άκουσε τις φωνές του γίγαντα. Έβγαλε τη μουρίτσα του έξω και ρώτησε τάχα με περιέργεια.
– Τι έχεις γείτονα και φωνάζεις;
– Να, ο ασβός έκλεψε το μέλι μου. Τον είδε ο κυρ-σκίουρος και μου το είπε. Δε θα τον πιάσω; Θα του δείξω εγώ.
Ο νάνος έβαλε τη μούρη του μέσα για μεγαλύτερη ασφάλεια και είπε στο γίγαντα όλη την αλήθεια και όταν τελείωσε του ζήτησε να τον συγχωρέσει που πάντα μάζευε ό τι τροφή έβρισκε στο δάσος χωρίς να σκέφτεται τους άλλους και είπε πως δε θα το ξανακάνει.
Ο γίγαντας είχε σταματήσει να φωνάζει. Περπατούσε πάνω-κάτω σκεφτικός. Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να πει λέξη. Έξυνε το κεφάλι του και στο τέλος είπε.
– Έχεις δίκιο γείτονα! Πότε εγώ, πότε εσύ μαζεύουμε ό τι τροφή υπάρχει στο δάσος και δε σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο, μα δε σκεφτόμαστε και τα ζώα του δάσους. Ντροπή μας!
– Δε θα το ξανακάνουμε, είπε ο γίγαντας.
– Δε θα το ξανακάνουμε, είπε και ο νάνος.
– Θα μαζεύουμε μόνο όση τροφή χρειαζόμαστε, είπαν και οι δυο με μια φωνή.
Ακούστηκαν χειροκροτήματα στο δάσος.
Τα ζώα χαίρονταν για τη σωστή απόφαση του γίγαντα και του νάνου.
Χαίρονταν που θα ήταν πια καλοί φίλοι.

Φίλοι αγαπημένοι,
Ζωή ευτυχισμένη
.

Στη μνήμη του παππού του Γιώργου που ήταν ο καλύτερος παραμυθάς
Άρια

ΟΔΟΣ ΑΓΑΠΗΣ

Χριστουγεννιάτικο «παραμύθι»

Οι κάτοικοι του μικρής χιονισμένης πόλης, σαν ήρθε η παραμονή των Χριστουγέννων, ένιωσαν ότι φέτος κάτι περίεργο συνέβαινε… ότι κάτι έλλειπε… κάτι πολύ σημαντικό….
Το ένιωσε ο ζαχαροπλάστης, που τα μελομακάρονά του έβγαιναν από το φούρνο αλμυρά. Το ένιωσαν όσοι στόλιζαν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και, αντί για πολύχρωμα στολίδια, κρεμούσαν γκριζωπά κουρελάκια… το ένιωσαν και οι δρόμοι, που αντί να φορούν τα γιορτινά τους, ήταν βρώμικοι, σιωπηλοί και θλιμμένοι.

Πρωί – πρωί , ο μικρός Πέτρος ντύθηκε με ζεστά ρούχα, πήρε το τρίγωνό του και βγήκε, όπως και τα άλλα παιδιά, να πει τα κάλαντα.
Πρώτα πήγε στο ζαχαροπλάστη. Τον βρήκε στεναχωρημένο να προσπαθεί να καταλάβει γιατί κάθε φουρνιά με μελομακάρονα έβγαινε πιο αλμυρή από την προηγούμενη, γιατί οι κουραμπιέδες ήταν άνοστοι σήμερα το πρωί και σκληροί σαν πέτρα. Είχε βάλει το καλύτερο, το πιο αγνό βούτυρο. Είχε καβουρντίσει τα πιο άσπρα αμυγδαλάκια. Κι όμως οι κουραμπιέδες ήταν χάλια. Όσο για τις δίπλες; Αδύνατον να διπλωθούν και να ρουφήξουν το μέλι.

— Να τα πούμε; ρώτησε ο Πέτρος.
— Και δεν τα λες, απάντησε αδιάφορα ο ζαχαροπλάστης.

Ο Πέτρος πάγωσε όταν άρχισε να χτυπά το τρίγωνό του…ο ήχος δεν ήταν ο σωστός!!! τα λόγια, που έλεγε ήταν κι αυτά… λάθος!!! Αν ήταν δυνατόν!!! Είχε ξεχάσει τα κάλαντα!!!
Δεν ήταν, όμως, ο μόνος… και τα άλλα παιδιά και ο Σπύρος και η Ελένη και ο Νίκος τα είχαν ξεχάσει και γεμάτα απορία ζητούσαν από τους μεγάλους να τους τα θυμίσουν. Η απάντηση, που έπαιρναν πάντοτε η ίδια :
— Κάτσε να δεις πώς είναι; Να κάπως έτσι … αχ δεν είμαστε καλά!! απίστευτο!!! δεν τα θυμάμαι….

Τα παιδιά προβληματισμένα και πολύ στεναχωρημένα αποφάσισαν να πάνε στη δασκάλα τους.
Η δασκάλα τα άκουσε προσεκτικά. Πράγματι, και εκείνη είχε αισθανθεί ότι φέτος τα Χριστούγεννα ήταν περίεργα και παραξενεύτηκε που κανείς από τους μεγάλους δεν θυμόταν τα κάλαντα.
Όταν η Ελένη της ζήτησε να τους τα θυμίσει, εκείνη μούδιασε και γεμάτη κόκκινη ντροπή έκατσε στην καρέκλα της… ούτε αυτή τα θυμόταν. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Μαζί με τα παιδιά άρχισε να ψάχνει στη βιβλιοθήκη της μέσα σε βιβλία μικρά και μεγάλα, παλιά και καινούργια… αλλά πουθενά τα κάλαντα!! Έλλειπαν από τις σελίδες. Φόβος κυρίευσε τη δασκάλα. Κάτι κακό είχε συμβεί γι΄ αυτό τα κάλαντα έλλειπαν και κανείς δεν τα θυμόταν, γι αυτό, φέτος, τα Χριστούγεννα ήταν περίεργα… κάτι που μόνο ένα μεγάλο μυαλό θα μπορούσε να εξηγήσει.

Ο Πέτρος μόλις το άκουσε σηκώθηκε. Ήξερε που έπρεπε να πάει. Ο Δρ Λι-γά-κι Μυαλωμένος ήταν ο μεγάλος επιστήμονας της πόλης, αυτός, ίσως καταλάβαινε το πρόβλημα. Αν και ήταν λιγάκι ντροπαλός με τις επισκέψεις στο εργαστήριο του, δέχτηκε με χαρά τον Πέτρο και άκουσε το πρόβλημα.
— Και εγώ παρατήρησα ότι αυτά τα Χριστούγεννα είναι διαφορετικά και περίεργα, είπε ο Δρ Λι-γά-κι Μυαλωμένος και άρχισε να πηγαίνει πάνω κάτω στο εργαστήριό του σκεφτικός. Περπάτησε… σκέφτηκε… περπάτησε… ξύστηκε… ξανασκέφτηκε και απάντησε:
— Μα βέβαια!!! Κάποιος έκλεψε τα κάλαντα! Κάποιος έκλεψε τα κάλαντα και δημιούργησε αυτή την αναποδιά !!! έτσι εξηγείται γιατί τα Χριστούγεννα είναι φέτος περίεργα!

Ο Δρ Λι-γά-κι Μυαλωμένος είχε για άλλη μια φορά δίκιο. Το ερώτημα που έμενε ήταν ποιος το έκανε;; και στο ερώτημα αυτό, ο μόνος, που μπορούσε να απαντήσει ήταν ο Καίσαρας ο σούπερ υπολογιστής του επιστήμονα, που, όμως, ο κακόμοιρος είχε κολλήσει ιό και έβηχε τυλιγμένος σ’ ένα ζεστό κασκόλ.
— Λοιπόν, Καίσαρα, ποιος έκλεψε τα κάλαντα των Χριστουγέννων; Ρώτησε ο Δρ Λι-γάκι Μυαλωμένος.

Ο Καίσαρας έβηξε, φτερνίστηκε ανέβασε πυρετό και αφού άλλαξε διάφορα χρώματα στην οθόνη του απάντησε:

— Τα κάλαντα τα έκλεψε ο τρελομαέστρος ΡΕΦΑΛΑ.

Ο Δρ Λι-γάκι Μυαλωμένος είχε ακούσει γι΄ αυτόν. Ήταν ένας παράξενος κύριος, που δεν κυκλοφορούσε ποτέ τη μέρα, λίγοι τον ήξεραν και έμενε στην κορυφή του λόφου, έξω από την πόλη, στον πύργο του, τον Πύργο Τρομπόνι. Ο Πέτρος αποφάσισε να πάει και θα πήγαινε μόνος του, τόσο θαρραλέος ήταν!!

Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν ο Πέτρος έφτασε στο κατώφλι του Πύργου Τρομπόνι. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και μπήκε μέσα.
Μπροστά του, σε μια τεράστια αίθουσα ήταν στρωμένο ένα τεράστιο τραπέζι και σε μια γωνιά του ένας παράξενος άνθρωπος καθόταν και ρούφαγε με θόρυβο τη σούπα του.
— Καθίστε ξένοι… ελάτε… γευματίστε μαζί μου αν θέλετε… μη δίνετε σημασία στους φρουρούς μου… έχουν σκουριασμένα μυαλά… εγώ ξέρω να ξεχωρίζω το καλό από το κακό, και εσείς είστε καλοί… ελάτε… καθίστε.

Ο Πέτρος πήρε το λόγο
— Μαέστρο μου, σας ευχαριστώ για την πρόσκληση αλλά βιάζομαι πολύ… πρέπει να βρούμε τα Κάλαντα. Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων. Αν τα έχετε πάρει, κατά λάθος βεβαια, θερμά σας παρακαλούμε να μας τα επιστρέψετε….
— Τα Κάλαντα; Ααα ναι… κάτι θυμάμαι… το κλειδί του Σολ τα πήρε και έφυγε… το τεμπέλικο άσχημο κλειδί, που δεν κάνει τίποτα άλλο όλη μέρα παρά να κλαίει, τα πήγε, εδώ και καιρό, στην άλλη πλευρά της πόλης, στο δρόμο που δεν έχει όνομα.
— Μα τη Φα δίεση, τι σημαίνει αυτό; Πετάχτηκε ένα βιολί από τη γωνία και αγκάλιασε τον Πέτρο. Υπάρχει κανένας δρόμος στο χωριό που δεν έχει όνομα;
— Δεν ξέρω τι να πω, είπε ο Πέτρος, σαστισμένος. Πρώτη του φορά έβλεπε ένα βιολί να μιλάει, να κινείται σαν άνθρωπος.
— Έχω γυρίσει όλο το χωριό και ξέρω όλους τους δρόμους και τα ονόματά τους. Κανένα δρόμο χωρίς όνομα δε γνωρίζω.
— Θα έπρεπε όλοι σας, μικροί και μεγάλοι, να τον ξέρετε, απάντησε ο Τρελομαέστρος, αυτό είναι το πρόβλημά σας. Δεν έχει όνομα επειδή θέλετε να τον αγνοείτε.

Αλήθεια πες μου, Πέτρο, τα ονόματα των δρόμων του χωριού.
— Ο κεντρικός δρόμος είναι ο δρόμος της Χαράς. Αριστερά και δεξιά του είναι οι δρόμοι της Ευτυχίας και της Ανεμελιάς. Και οι τρεις βγάζουν στην πλατεία του Γέλιου και από εκεί λοξά αριστερά ξεκινούν οι δρόμοι της Πλάκας, της Καλοπέρασης και της Ηρεμίας. Στα δεξιά ο ανηφορικός δρόμος μας βγάζει στο μεγάλο πάρκο της Δροσιάς με τα πολλά νερά και τα μεγάλα πλατάνια.
— Είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
— Ναι είμαι.
— Ποτέ κανένας σας στο χωριό δεν ενδιαφέρθηκε να ψάξει και να βρει το δρόμο που δεν έχει όνομα.
Ελάτε θα σας δώσω το δικό μου αυτοκίνητο να πάτε εκεί, έχετε καλή καρδιά, σας συμπάθησα.
Είπε ο Μαέστρος που κάθε άλλο παρά τρελός έδειχνε τώρα.

Το αυτοκίνητο έτρεξε σαν αστραπή. Πέρασε απ΄ όλους τους δρόμους του χωριού, τους δρόμους με τα ωραία ονόματα καιμέσα σε λίγη ώρα ο Πέτρος και το βιολί βρίσκονταν στην αρχή του δρόμου που δεν είχε όνομα. Ήταν σκοτεινά, πολύ σκοτεινά εκεί.
Αλλά κάτι πολύ παράξενο τους τράβηξε την προσοχή. Στην άλλη άκρη του ανώνυμου δρόμου υπήρχε ένα σπιτάκι κατάφωτο. Τράβηξαν προς τα κει, και όσο πλησίαζαν όλο και πιο καθαρά έφτανε στα αφτιά τους μια γνωστή μελωδία:
Σολ λα σι ντο σι λα σολ φα μι…
Τα κάλαντα, τα κάλαντα, ξεφώνισε ο Πέτρος.Το βιολί σήκωσε το δοξάρι και άρχισαν οι νότες να βγαίνουν σωστά και ρυθμικά:
Σολ λα σι ντο σι λα σολ φα μι…
Τα κάλαντα έβγαιναν μέσα απ’ το χαμηλό φτωχό σπιτάκι. Το κρύο έξω ήταν φοβερό. Πλησίασαν το φωτεινό παράθυρο και κοίταξαν μέσα. Πέντε παιδάκια είχαν τρίγωνα στα χέρια και είχαν κάνει ένα χαρούμενο κύκλο. Στη μέση του ήταν τα κάλαντα και όλοι μαζί χόρευαν στο ρυθμό τους.
Σολ λα σι ντο σι λα σολ φα μι…
Ήταν όλοι τους τόσο χαρούμενοι!!
Είναι το μοναδικό σπίτι στο χωριό με τους δρόμους που έχουν ωραία ονόματα, που είναι σήμερα χαρούμενο. Μόνο εδώ τραγουδούν και χορεύουν!!
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και πρόβαλε το κλειδί του Σολ. Περάστε μέσα να μην κρυώνετε, τους είπε, κι εγώ θα σας λύσω όλες σας τις απορίες. Μπήκαν μέσα διστακτικά. Αμέσως μια γλυκιά ζέστη τους τύλιξε, αλλά πουθενά δεν υπήρχε φωτιά, ούτε σόμπα, ούτε τζάκι, ούτε καν ένα μαγκάλι.
Μια ζέστη και μια υπέροχη μυρωδιά από φρεσκοφτιαγμένα γλυκά ήταν στην ατμόσφαιρα. Κοίταξαν από δω, κοίταξαν από κει, πουθενά γλυκά. Μόνο η μυρωδιά τους!!!
— Εδώ έκρυψα τα Κάλαντα που ψάχνετε να βρείτε, είπε το κλειδί του Σολ.
— Μα γιατί το έκανες αυτό, ρώτησε σαστισμένος ο Πέτρος.
— Ακόμη δεν κατάλαβες μικρέ; Για πες μου πως λένε τα παιδάκια που ζουν στο σπίτι αυτό; Σε ποια τάξη πηγαίνουν; Τους κάνετε παρέα; Είστε φίλοι τους;
Οι ερωτήσεις ήταν απανωτές. Έτριψε τα μάτια του ο Πέτρος και προσπάθησε να θυμηθεί τα πρόσωπα των μικρών παιδιών. Ούτε στο σχολείο τα έβλεπε, ούτε στο μεγάλο πάρκο… μα κάπου τα είχε δει… ήταν σίγουρος γι αυτό….
Μα ναι!! Τα δυο κοριτσάκια με τα γαλανά ματάκια, είναι οι μικρές που ζητιανεύουν στη γωνία του δρόμου της Ευτυχίας…. Το αγοράκι στα δεξιά τους, είναι ο μικρός που πλένει τα τζάμια των αυτοκινήτων στο φανάρι του κεντρικού δρόμου!! Τα άλλα αγόρια, κάπως μεγαλύτερα, είναι τα παιδιά που μαζεύουν τα σκουπίδια στο πάρκο!!
Στο μεταξύ το βιολί είχε γίνει ένα με τη χαρούμενη παρέα. Οι νότες και οι δοξαριές του σκόρπιζαν τη χαρά. Τα παιδιά ήταν τόσο ευτυχισμένα!!
Μόνα σας μένετε εδώ; Ρώτησε δειλά ο Πέτρος τα δυο κοριτσάκια.
— Ναι απάντησαν τα κοριτσάκια με τα γαλανά μάτια. Μόνα μας είμαστε. Ολόκληρο το χρόνο που μας πέρασε, δύσκολα τα βγάλαμε πέρα. Έχουμε όμως ο ένας τον άλλο κι έτσι ελπίζουμε ότι το αύριο θα είναι καλύτερο.
Το αύριο; Μα αύριο είναι Χριστούγεννα, σκέφτηκε ο Πέτρος και μέσα από την καρδιά του ξεπήδησε μια ιδέα που έκανε τα μάγουλά του να κοκκινίσουν από ευχαρίστηση.
— Αύριο, που είναι Χριστούγεννα, είπε δυνατά και με ενθουσιασμό, δεν πρέπει να τα περάσετε μόνοι σας. Σας προσκαλώ στο σπίτι μου. Ελάτε από τώρα. Θα φάμε όλοι μαζί, θα τραγουδήσουμε, θα χορέψουμε, θα περάσουμε όμορφα… θα δείτε!!!
Άνοιξε η πόρτα του μικρού σπιτιού από μόνη της. Πρώτα βγήκαν τα κάλαντα…
Σολ λα σι ντο σι λα σολ φα μι…
και φωτίστηκε με μιας όλο το χωριό. Λαμπάκια χρωματιστά παντού, χαρούμενοι Αγιοβασίληδες, έλκηθρα καμπανάκια, και μουσική, γλυκιά μουσική απλώθηκε παντού.Μια πινακίδα στη γωνία του δρόμου χωρίς όνομα έγραφε:
ΟΔΟΣ ΑΓΑΠΗΣ
Στο γωνιακό Ζαχαροπλαστείο άρχισε ένα πανηγύρι. Οι κουραμπιέδες μαλάκωσαν και μοσχοβολούσαν βουτυράκι και αμυγδαλάκι καβουρντισμένο. Οι δίπλες με τη μια ρούφηξαν το μέλι και τα μελομακάρονα γλύκαναν, λαχταριστά και πεντανόστιμα.Όλοι οι δρόμοι γέμισαν φωτάκια λαμπερά, πολύχρωμα, που αναβόσβηναν.
Μουσική και τραγούδια ακούγονταν παντού μέσα στη μικρή χιονισμένη πόλη, που μέσα από την Αγάπη ξαναβρήκε τη χαρά της
.
ΤΕΛΟΣ
από τη Μέλισσα
Αναρτήθηκε στις Παραμύθι. Ετικέτες: . 1 Comment »

H Eλίζα…

Αγαπητό μου χαμομηλάκι,
με την ελπίδα ότι η παγκόσμια ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού
δεν θα είναι μια ακόμη φευγαλέα γιορτούλα
αφιερώνουμε το αληθινό παραμύθι της κας Χριστίνας Μαραγκού για την ελίζα.
Την μικρή ελίζα που δεν είχε μόνο μαμά, αλλά και μπαμπά…
Μόνο που δεν τον είχε για πάντα, όπως νόμιζε.
Είναι πρωτότυπο και δεν εχει δημοσιευθεί πουθενά αλλού. Διαβάστε το!
Η Ελίζα

Η ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ελίζα. Από την Χριστίνα Μαραγκού

Mιά ροδαλή μελαχρινή κουκλίτσα! Έτσι την έλεγαν όλοι. Η μικρή παραπονιάρα Ελίζα ήταν μόλις 9 ετών. Ζούσε με τη μανούλα και τον μπαμπά της. Οι γονείς της δεν είχαν άλλο παιδάκι και η Ελίζα πάντα παραπονιόταν γι’ αυτό. Ονειρευόταν πάντα ένα αδερφάκι, για να μοιράζεται τα παιχνίδια της και το δωμάτιό της ακόμα. Μα…. Δυστυχώς ήταν μόνη.

– «Έλα Ελίζα, αν είχες ένα μικρό αδερφό , μάλλον θα σου πείραζε τις κούκλες σου και θα σου χάλαγε τα παιχνίδια σου.» Προσπαθούσε να την παρηγορήσει ο μπαμπάς της.

Εκείνη το έβρισκε λογικό προς στιγμή τουλάχιστον, και συνέχιζε να παίζει ξέγνοιαστη. Χαιρόταν η αλήθεια είναι κάθε στιγμή. Η μαμά της, την πρόσεχε και την αγαπούσε σαν τα μάτια της, το ίδιο και ο μπαμπακούλης!!

Πολλές φορές ασχολιόταν τόσο πολύ μαζί της και οι δύο που…της έδινε και λίγο στα νεύρα. Ιδίως όταν η ενασχόλησή τους είχε να κάνει με τα μαθήματά της και το σχολείο!!

  • Πουφ!!! Αυτό το σχολείο!!

Όλο το πρωί σχολείο και το βράδυ κλεισμένη να διαβάζει για τα μαθήματα της άλλης μέρας!!!! Τελικά οι μεγάλοι είναι πιο τυχεροί!!! Σκεφτόταν η μικρή Ελίζα.

Πήγαιναν το πρωί στη δουλειά και μετά ήταν ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν!!!! Αδικία!

Η Ελίζα περνούσε πολλές ώρες με τη μαμά της. Της άρεσε να τη βοηθά στο μαγείρεμα και στις διάφορες δουλειές του σπιτιού. Ήταν ένα παιχνίδι για εκείνη και ταυτόχρονα μια ευκαιρία να ξεσκάει από τα διαβάσματα. Η μαμά της φρόντιζε τα πάντα στο σπίτι για όλους!

Το σπίτι να είναι καθαρό , τα ρούχα τους , το φαγητό και μμμμ…. κάτι πεντανόστημα γλυκά!!! Μόνο η μανουλίτσα έφτιαχνε τέτοια γλυκά και η Ελίζα τρελαινόταν γι’ αυτά.

Η μεγάλη διασκέδαση ήταν όταν η μαμά κλείδωνε τα γλυκά σε κάποιο ντουλάπι για να μη τα τρώνε όλα η Ελίζα και ο μπαμπάς της! Κάποιες φορές λοιπόν ο μπαμπάς διοργάνωνε «συνωμοσία» !! Φώναζε την Ελίζα κρυφά από τη μαμά. Κάνανε οι δυο τους «σύσκεψη» για το πού μπορεί να έχει καταχωνιάσει η μαμά το κλειδί. Ο μπαμπάς έβαζε τις ιδέες :

– Μήπως σε εκείνο το βάζο στο σαλόνι ? τι λες εσύ Ελίζα??? Χμμμ???

– Ή μήπως στο κουτάκι που φυλάει τα κοσμήματά της???

– Που αλλού…???

Η Ελίζα αναλάμβανε την εξακρίβωση… ήταν σαν το «κυνήγι του χαμένου θησαυρού» !!

Για την ακρίβεια ήταν το «Κυνήγι του Κρυμμένου Κλειδιού!!» Μόλις το ανακάλυπταν οι δυο τους , άνοιγαν το ‘μαγικό’ ντουλάπι και έπαιρναν το γλυκό της μαμάς κρυφά, συνωμοτικά μη τους ακούσει!! Έτρωγαν το περισσότερο λαίμαργα, χαχανίζοντας τρισευτυχισμένοι που έλυσαν και αυτή τη φορά το μυστήριο – κλειδί!!! Χα! Χα!!!

  • Έτσι και ανακαλύψει η μαμά ότι το φάγαμε θα γίνει χαμός….!!! Της Βοσνίας!!! Έλεγε η Ελίζα γελώντας.
  • Να της φυλάξουμε ένα κομμάτι ? τι λες Ελίζα…ή να το φάμε όλο μπας και μας φτιάξει καινούριο!!!!
  • Όλο! Όλο… ψιθύριζε συνωμοτικά η Ελίζα….

Μα στο τέλος κατέληγαν και οι δύο να της φυλάξουν ένα κομμάτι και να της το δώσουν αφού πρώτα της πουν ότι το ‘φαγαν όλο… για να τη δουν να θυμώνει!!!!

Όταν τους ανακάλυπτε η μαμά…φώναζε. Μα δεν θύμωνε στ’ αλήθεια. Ήταν ένα παιχνίδι και για τους τρεις. Έτρωγε και αυτή το δικό της κομμάτι αφού το αποσπούσε με χίλια βάσανα και σαφώς με την υπόσχεση ότι θα φτιάξει καινούριο γλυκό.

Ο μπαμπάς της Ελίζας ήταν πολυάσχολος. Αυτοί οι μπαμπάδες!!! Όλο τρέχουν και έχουν δουλειές!!! Τις περισσότερες ώρες έλλειπε από το σπίτι και όταν ήταν, συνήθως ήταν χωμένος στο γραφείο του μέσα σε κάτι περίεργα χαρτιά και στον υπολογιστή. Η Ελίζα θύμωνε συχνά γι’ αυτό. Ήθελε να πηγαίνουν βόλτες, να παίζουν μαζί.. Μα εκείνος ήταν πολύ κουρασμένος συνήθως. Εντάξει… ίσως ήταν και λίγο παραπονιάρα…!! Μια και βόλτες πήγαινε με τον μπαμπά και εκδρομές πήγαιναν όλοι μαζί. Μα ήθελε περισσότερο!!! Στο κάτω κάτω ήταν ο μπαμπάς της!!! Ο πιο όμορφος μπαμπάς του κόσμου και ο πιο έξυπνος και ο πιο δυνατός!!! Και όφειλε να είναι μαζί της!!! Αμάν πια…!! Θύμωνε και κατσούφιαζε ατελείωτες ώρες η Ελίζα όταν ο μπαμπάς είχε πάλι απ’ αυτή τη «δουλειά»!

Ευτυχώς είχε μια καλή φίλη που πήγαιναν μαζί σχολείο. Η Μαριάνα έμενε σχετικά κοντά στο σπίτι τους. Έτσι πολλές φορές πήγαιναν η μια στο σπίτι της άλλης και έπαιζαν χάζευαν και «χάλαγαν τον κόσμο» όπως έλεγαν οι μαμάδες τους.

– Μμμμ…. Σιγά τι κάνουμε ? παίζουμε μόνο ! λέγανε και οι δυο με μια φωνή και έσκαγαν στα γέλια. Μετά έτρωγαν τα κουλουράκια που είχε φτιάξει η μαμά, της μιας ή της άλλης και τάιζαν και τις κούκλες τους.

Η Μαριάνα και η Ελίζα άκουγαν με τις ώρες μουσική στο δωμάτιο της Ελίζας. Τους άρεσε πάρα πολύ ο Σάκης Ρουβάς η Έλενα Παπαρίζου και άλλοι!!! Μάζευαν τα cd’s και τα αντάλλαζαν. Συχνά τρέχανε στον μπαμπά… μυξοκλαίγοντας ή… με νεύρα να τους αντιγράψει κάποιο cd στον υπολογιστή. Εκείνος γέλαγε ή γκρίνιαζε αλλά πάντα τους έκανε στο τέλος το χατίρι. Yeaaahhh!!! To πήραμε!!! Λέγαν και οι δυο τους πετώντας από χαρά!!!

Πήγαιναν συχνά βόλτες, τους πήγαινε πάντα κάποιος από τους γονείς τους, πότε οι μαμάδες πότε οι μπαμπάδες. Πήγαιναν σε πάρκα ή στα goodies που τρελαινόντουσαν και οι δυο. Επίσης αρκετές φορές πήγαιναν σε παιδικές παραστάσεις στο θέατρο ή στο σινεμά. Συνήθως φρόντιζε ο μπαμπάς της Ελίζας να βρει εισιτήρια να τα αγοράσει και να βρει τον κατάλληλο χρόνο για να πάνε τα κορίτσια. Όμως εκείνος δεν ερχόταν πάντα μαζί!!! Ουφ!!! Αλήθεια ο μπαμπάς της Μαριάνας όμως γιατί ποτέ δεν τους έβρισκε εισιτήρια και δεν τους πήγαινε έστω με το αμάξι ως εκεί…. Χμμ? περίεργο!!

Η μανούλα πάντως πάντα την πήγαινε χαρούμενη και μαζί διάλεγαν τα ρούχα που θα φορούσαν!! Εμ!! Δυο γυναίκες είχε το σπίτι. Έπρεπε να είναι και οι δυο πανέμορφες. Μαμά και κόρη!!!

Η Ελίζα έμοιαζε πολύ στη μαμά της. Μα εκείνη ήταν τόσο πολύ πιο όμορφη!! Τουλάχιστον έτσι την έβλεπε η Ελίζα. Όλοι της έλεγαν ότι εκείνη είναι πιο όμορφη, μα η Ελίζα θεωρούσε τη μανούλα της ομορφότερη απ’ οοοολες!! Της άρεσε το ελαφρά κοραλλί κραγιόν που φορούσε συνήθως στα χείλη της , τα όμορφα γυαλιστερά μαλλιά της και τρελαινόταν να χαζεύει με τις ώρες τα σκουλαρίκια και τους κολιέδες που είχε στο συρτάρι της τουαλέτας της. Η μαμά της συνήθιζε να λέει πως δεν είναι παιχνίδια αυτά και να πάει στο δωμάτιό της να παίξει με τα δικά της παιχνίδια, μα η Ελίζα ξετρελαινόταν να χαζεύει τον εαυτό της στον καθρέφτη φορώντας αυτά τα πολύχρωμα στολίδια που έκαναν τη μαμά της να δείχνει τόσο όμορφη!!!

Της άρεσε ακόμα να φοράει τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της μαμάς της και να κόβει βόλτες πέρα δώθε στο δωμάτιο. Όμως αυτό σπάνια το πετύχαινε!! Γιατί η μαμά φώναζε και τη μάλωνε σοβαρά. !!!

  • Αφού δεν τα χαλάω!!! Γιατί δεν μ’ αφήνεις να τα φορέσω…? Λίίίγο… μόνο λίγο

Παραπονιόταν η Ελίζα. Όμως η μαμά ήταν πάντα ανένδοτη σ’αυτό

το ζήτημα. Έτσι η μικρή Ελίζα πήγαινε τσαντισμένη στο δωμάτιό της και έβαζε κανένα παιχνίδι στον υπολογιστή.

Ναι είχε έναν δικό της υπολογιστή!!! Της τον χάρισε ο μπαμπάς της όταν πήρε τον έλεγχο και σε όλα τα μαθήματά της είχε ΑΡΙΣΤΑ! Βέβαια δεν την άφηναν να παίζει και πολύ… Ο μπαμπάς έλεγε ότι ο υπολογιστής είναι «εργαλείο δουλειάς και γνώσης» και όχι μόνο για παιχνίδια και μουσικές. Η μαμά γκρίνιαζε όταν την έβρισκε να παίζει «πάλι» και έλεγε

– Ο μπαμπάς σου φταίει που σου τον πήρε!!! Αντί να διαβάζεις χαζεύεις!!!

Τέτοια δεν λένε όλοι οι γονείς…??? Ουφφφ…..!! Και η φίλη της η Μαριάνα θα πάρει και αυτή τώρα. Και μάλιστα έναν καλύτερο , πιο σύγχρονο με περισσότερα γραφικά και κονσόλα ειδική για video games… Η Ελίζα το άκουσε που το έλεγε η μαμά της Μαριάνας στη δική της μαμά. Την παρακάλεσε μάλιστα να ζητήσει από τον μπαμπά της να τους βοηθήσει στην εγκατάσταση γιατί αυτοί δεν ήξεραν από τέτοια….

Χμμμ ευτυχώς θα είχε τώρα και η φίλη της υπολογιστή δικό της! ΄Έτσι σε όποιο σπίτι και να ήταν θα είχαν τη βολή τους οι δυο φιλενάδες.

Μια μέρα ζήτησαν να πάνε σε ένα καινούριο Luna Park. Eνα τεράστιο, που μόλις είχε ανοίξει. Είχε λέγαν τόοοοσα παιχνίδια και τόσες δραστηριότητες όσο κανένα άλλο στην Ελλάδα!!! Η μητέρα της Ελίζας το είπε στο μπαμπά και αποφάσισαν να πάνε όλοι μαζί μια Κυριακή πρωί. !!!!!!!!!

Αααααα!!! Ήταν υπέροχα!! Κόσμος πολύς, πολλά παιδιά, δυνατή μουσική και όλα εκείνα τα τρομακτικά παιχνίδια!!! Σε όλα ήθελε να μπει η Ελίζα. Η Μαριάνα φοβόταν λίγο. Μα η Ελίζα ήθελε να τα δοκιμάσει όλα… και ας φοβόταν και αυτή!!

Η χαρά της ήταν τόση που έτρεχε από δω και από κει χαζεύοντας και η φωνούλα της κάθε τόσο έλεγε:

– Μπαμπά και εδώ θέλω να μπω , και στο τραινάκι,

– και σ’ αυτό που γυρίζει ανάποδα…Ουααααου!!!

-και αυτό? Μπαμπά αυτό τι είναι ? πως πέφτει τόσο απότομα…

-Έλα σε παρακαλώ πάμε να μπούμε….

Ο πατέρας της χαμογελούσε με τον ενθουσιασμό της και την ανυπομονησία της, φορτώνανε στη μαμά τις ζακέτες και τα πράγματά τους και τρέχαν να μπούνε από παιχνίδι σε παιχνίδι. Κάθε τόσο η Ελίζα φώναζε στη μαμά της…

– Είναι υπέέέέροχα μαμά !! Έλα και συ!!!!!!!

Η μαμά όμως προτιμούσε την ασφάλεια του εδάφους. Άλλωστε είχε συντροφιά και τη μικρή τους φίλη τη Μαριάνα. Εκείνη δοκίμασε ελάχιστα από τα παιχνίδια. Έτσι η Ελίζα και ο μπαμπάς χάθηκαν στον κόσμο της ταχύτητας, του ύψους και της αδρεναλίνης…

Όταν κάποια στιγμή κουράστηκαν συνάντησαν τη μαμά με την Μαριάνα σε ένα καφέ που ήταν εκεί δίπλα στα βαρκάκια που κάνουν μόνο μωρά!!

– πφφφ!!! Χάσατε!! Φώναξε ενθουσιασμένα η Ελίζα και άρχισε να εξιστορεί κάθε λεπτό της μοναδικής της εμπειρίας στα «κορίτσια»!

-πες τους μπαμπά!! Δεν ήταν υ π έ ρ ο χ α??

– Είστε μουρλοί και οι 2 !! μπαμπάς και κόρη, αστειεύτηκε η μαμά

– Ο μπαμπάς υποσχέθηκε ότι την άλλη φορά θα με πάει στα καρτ!!! Θριαμβολόγησε η Ελίζα

– Στα κάρτ? Μα εκεί πάνε αγόρια και γενικά μεγαλύτερα παιδιά … Μα τι της λές?? Τον μάλωσε η μητέρα.

– Θα πάμε να δούμε και αν είναι ασφαλές θα κάνει και η Ελίζα . Είπε ο μπαμπάς καθυσηχαστικά.

– Α!!!! δεν είμαστε καλά!!! Μονολόγησε η μαμά της Ελίζας

Οι μέρες κυλούσαν ήσυχα. Οι καλοκαιρινές διακοπές πλησίαζαν! Η Ελίζα ήταν ενθουσιασμένη. Επιτέλους θα τέλειωναν τα μαθήματα τα φροντιστήρια. Μόνο για το μπαλέτο στεναχωριόταν. Της άρεσε πολύ το μπαλέτο. Όταν ακόμα ήταν πολύ μικρούλα 3-4 ετών η μαμά και ο μπαμπάς είχαν συμφωνήσει να τη «γράψουν» στο μπαλέτο. Κάθε φθινόπωρο ψώνιζε μαζί με τη μαμά της καινούρια παπούτσια και φόρμα (καλσόν κορμάκι) και στο τέλος κάθε χρονιάς η δασκάλα της στο χορό διοργάνωνε μια παράσταση, όπου όλα τα κορίτσια της τάξης χόρευαν ένα θέμα που μελετούσαν σχεδόν το μισό της σχολικής χρονιάς. Πρόβες ατελείωτες και αγωνία για την ‘επίδειξη’. Και τι να πει κανείς για τα ρούχα της παράστασης!!! Κάθε χρόνο ήταν διαφορετικά, όμορφα χρωματιστά τούλινα φουστάκια . Άλλοτε πιο κοντά άλλοτε πιο μακριά. Τα μαλλιά τους θα τα είχαν όλες πιασμένα ένα όμορφο κότσο στολισμένο με ασορτί μικρά λουλουδάκια, στα ίδια χρώματα με τη στολή τους!!! Φέτος θα ήταν κατάλευκα όλα! Θα χόρευαν ένα απόσπασμα από τη ‘λίμνη των κύκνων !! Ήταν πιο μεγάλες φέτος και είχαν μια πραγματικά δύσκολη παράσταση. Όμως η Ελίζα ήταν ενθουσιασμένη παρά την αγωνία που είχε. Χόρευε και προβάριζε ξανά και ξανά τα βήματά της στο σπίτι. Η μαμά την καμάρωνε και ο μπαμπάς της χαμογελούσε …

  • Μόλις τελειώσεις και με το μπαλέτο ετοιμάσου Ελίζα! Φεύγουμε για διακοπές!!
  • Μπαμπά θα έρθεις και συ στις επιδείξεις !! Έτσι δεν είναι? Τον είχε ρωτήσει τουλάχιστον 1000 φορές. Μα κάθε φορά περίμενε την απάντησή του με αγωνία.
  • Θα είμαι εκεί Ελίζα! Και γω και η μαμά σου! Και πολύ φοβάμαι , συμπλήρωνε γελώντας, ότι θα είναι και οι 2 γιαγιάδες σου και ο παππούς… Όλο το σόι!!!

Οι τελευταίες μέρες περνούσαν μάλλον γρήγορα. Το σχολείο είχε τελειώσει. Οι βαθμοί της Ελίζας ήταν τέλειοι. Η μαμά και ο μπαμπάς ήταν πολύ ευχαριστημένοι μαζί της. Της έκαναν και δώρο! Ένα υπέροχο βραχιολάκι χρυσό που από την αλυσιδίτσα του κρεμόταν διάφορα μικρά πραγματάκια… μια καρδουλα, ένα κλειδάκι, μια μπαλίτσα… και ένα παπουτσάκι μπαλέτου!!!!!

– Θα το φορέσω στις επιδείξεις!!!! Ξεφώνισε κατενθουσιασμένη…

Η μέρα των επιδείξεων ήρθε. Όλα πήγαν τέλεια! Η τάξη της χόρεψε τελευταία γιατί ήταν οι μεγαλύτερες! Και όταν τέλειωσαν ο κόσμος από κάτω χειροκροτούσε πολύ ώρα. Δεν είχαν κάνει σχεδόν το παραμικρό λάθος και όλοι έδιναν συγχαρητήρια στη δασκάλα και στα κορίτσια της που τα πήγαν τόσο καλά!!!!

Τελειώνοντας, η παράσταση ο μπαμπάς είπε ότι θα ‘έπρεπε’ να το γιορτάσουν και θα πήγαιναν όλοι μαζί σε ένα καλό εστιατόριο στη θάλασσα να φάνε. Έτσι και έγινε! Οι γιαγιάδες ο παππούς η μανούλα ο μπαμπάς και η Ελίζα γιόρτασαν με ένα καλό δείπνο και όλοι ήταν ενθουσιασμένοι.

Την ώρα που έτρωγαν ο μπαμπάς ανακοίνωσε :

– Κορίτσια, έχετε 15 μέρες να ετοιμαστείτε να πάτε για ψώνια και ότι άλλο θέλετε. Σε 15 μέρες ακριβώς φεύγουμε για διακοπές!

Η Ελίζα άρχισε να κάνει σχέδια με τη μαμά της. Πρέπει να πάρουμε μαγιό… τα παιχνίδια μου, αντηλιακά… α! και καινούρια γυαλιά για τον ήλιο.

– Μπαμπά? μπορώ να πάρω καινούρια γυαλιά έτσι δεν είναι? Τα περσινά είναι πολύ παιδικά!!!

– Χμ… παιδικά ε?? Η μαμά τι λέει..?

-Ε..! ναι είναι λίγο παιδικά τα περσινά της… και έχουν λίγο χαλάσει.

-Οκ τότε! να πάρετε ότι πρέπει, είπε ο μπαμπάς και η Ελίζα ενθουσιασμένη αγκάλιασε τη μαμά της και άρχισε να τη ρωτά πότε θα πήγαιναν για ψώνια…

Οι 15 μέρες πέρασαν σαν νεράκι. Ούτε που τις κατάλαβε η Ελίζα. Ο μπαμπάς είχε κανονίσει που θα πάνε, σε κάποιο νησί είχε πει που θα ήταν πολύ όμορφα και το ξενοδοχείο θα είχε και πισίνα και παιδική χαρά!! Θα ήταν και μια άλλη οικογένεια, φίλοι του μπαμπά και της μαμάς που είχαν και αυτοί ένα αγοράκι τον Νίκο. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος από την Ελίζα και περνούσαν καλά μαζί. Κάνανε καλή παρέα και ας ήταν αγόρι!!!!

Ο Νίκος την πρόσεχε και ήταν ευγενικό παιδί. Μοιραζόταν τα παιχνίδια τους πάντα χωρίς να μαλώνουν και όταν είχαν την ευκαιρία κάνανε βόλτες. Εκείνος πάντα του άρεσε να είναι ο «Εξερευνητής» και την παρέσυρε μαζί του σε πράγματα που η Ελίζα δεν έκανε με κορίτσια ποτέ. ΄Όπως να σκαρφαλώνουν σε δέντρα, ή να κάνουν εξερεύνηση στο μικρό ποταμάκι που ήταν κάτω από το σπίτι της… να πιάνουν βατραχάκια…. και άλλα τέτοια extreme!!! Διασκέδαζε ατελείωτα με το Νίκο και τη ζωηρή φαντασία του!!!

Η μέρα της αναχώρησης έφτασε! Ο μπαμπάς είχε πει ότι θα ταξίδευαν με αεροπλάνο και η Ελίζα ήταν πολύ χαρούμενη. Εκεί μόλις έφταναν θα τους περίμενε κάποιο αμάξι. Ποιος ξέρει…

– αυτά τα κανονίζει ο μπαμπάς!! Είχε απαντήσει η μαμά στις αμέτρητες ερωτήσεις της Ελίζας.

– μα τι αμάξι μαμά? Γιατί όχι το δικό μας? Και αυτό θα είναι μεγάλο σαν το δικό μας? Τι χρώμα θα είναι?

-Ελίζα! Θα δεις . Ο μπαμπάς ξέρει!

Πήγανε λοιπόν όλοι μαζί στο αεροδρόμιο και πήραν την πτήση που έπρεπε για να βρεθούν στο νησί των διακοπών τους. Η πτήση ήταν υπέροχη και βγαίνοντας από το αεροπλάνο η Ελίζα ενθουσιάστηκε με το μαγευτικό τοπίο. Δεν είχε ξανάπαει σ’ αυτό το μέρος. Ήταν παντού γεμάτο πάρκα, λουλούδια πράσινο, μεγάλα ξενοδοχεία με τεράστιες πισίνες και τσουλήθρες… Η διαδρομή μέχρι το δικό τους ξενοδοχείο , την έκανε να τα χάσει. Όλα ήταν υπέροχα!

  • Μπαμπά ο Νίκος θα μας περιμένει στο ξενοδοχείο?
  • Όχι Ελίζα, θα έρθουν με τους γονείς του αύριο.
  • Αααα!!! Μα γιατί??? Ρώτησε απογοητευμένη η Ελίζα
  • Γιατί ο μπαμπάς του είχε δουλεία και δεν μπορούσε να φύγει από σήμερα! Είπε ο μπαμπάς
  • Μέχρι να τακτοποιηθούμε και να γνωρίσουμε λίγο το χώρο θα ‘ρθει και ο Νίκος, την παρηγόρησε η μητέρα της.

Πραγματικά , η μέρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουν. Πήγαν λίγο στην πισίνα με τον μπαμπά, μέχρι η μαμά να αδειάσει τις βαλίτζες και μετά ήρθε και εκείνη μαζί τους , έφαγαν, έκαναν ντους και το βραδάκι πήγαν βόλτα στην παραλία του νησιού για παγωτό!

Την άλλη μέρα ήρθαν και οι φίλοι τους και ο Νίκος!! Τι καλά!!! Τα πράγματα έδειχναν ότι θα πέρναγαν υπέροχα!!!

Ατελείωτες ώρες ξενοιασιάς, παιχνίδια στην πισίνα, εκδρομές, βόλτες…σκανδαλιές…!!

Μόλις μια εβδομάδα αργότερα και ενώ οι διακοπές ήταν υπέροχες, ο μπαμπάς ανέβασε ξαφνικά υψηλό πυρετό. Ψηνόταν !! 39,5 ο γιατρός είπε ότι δεν πρέπει να ήταν κάτι σοβαρό και ότι μάλλον ένα απλό κρύωμα. Η Ελίζα ψιλοκατσούφιασε, μα ήξερε ότι ο μπαμπάς της σε 2-3 μέρες θα ήταν περδίκι!! Σιγά! Ο μπαμπάς ποτέ δεν παθαίνει τίποτα! Ποτέ δεν πονάει…. Ούτε αρρωσταίνει… είναι δυνατός!

Συνέχισε να παίζει με το Νίκο στην πισίνα, και να πηγαίνει βόλτες. Η μαμά καθόταν στο προσκέφαλό του μπαμπά μα η Ελίζα πήγαινε με το Νίκο και τους γονείς του.

Δυο τρεις μέρες μετά, ο πυρετός δεν έλεγε να υποχωρήσει. Ο γιατρός είπε ότι θα έπρεπε να γυρίσει ο μπαμπάς στην Αθήνα, να κάνει κάποιες εξετάσεις.

Κρίμα… και οι διακοπές??? Πάνε????

Η Ελίζα στεναχωριόταν πολύ που θα χάλαγαν οι διακοπές τους. Δεν ανησυχούσε για τον μπαμπά της. Σίγουρα θα γινόταν καλά! Μα οι διακοπές…. Πάνε!!!

Και ενώ ήταν έτοιμοι να γυρίσουν στην Αθήνα η μαμά του Νίκου πρότεινε στη μαμά της Ελίζας να μείνει η Ελίζα μαζί τους.

  • Ναιιιιι!!! Είπε χαρούμενα η Ελίζα.
  • Μα θα σας φέρει βάρος, θα σας κουράσει…. Είπε διστακτικά η μαμά της
  • Καθόλου! Επέμεινε η μαμά του Νίκου. Άλλωστε θα έχει συντροφιά και ο Νίκος και σεις θα είστε πιο ήσυχοι. Να πάτε στους γιατρούς, στο νοσοκομείο , όπου πρέπει τέλος πάντων!!

Έτσι και έγινε. Η μαμά τηλεφωνούσε κάθε μέρα δύο φορές στην Ελίζα. Έλεγε ότι όλα πάνε καλά. Ο μπαμπάς δεν είχε πια πυρετό , απλά έπρεπε να κάνει ακόμη κάποιες εξετάσεις.

Η Ελίζα ήταν χαρούμενη. Περνούσε πολύ καλά. Δεν ήταν βέβαια το ίδιο, όπως όταν ήταν ο μπαμπάς και η μανούλα εκεί, αλλά περνούσαν εξίσου καλά. Ο μπαμπάς και η μαμά του Νίκου την πρόσεχαν πολύ και δεν της χάλαγαν χατίρι. Ήταν τόσο καλοί!!!

Χα ! χα! Ευχαρίστως θα τους άλλαζε, με τους δικούς της…αν και η μαμά της ήταν πιο όμορφη από τη μαμά του Νίκου…χμμμ και ο μπαμπάς της ήταν πιο…όμορφος και πιο δυνατός!! Ήξερε σαφώς πιο πολλά,… ο μπαμπάς του Νίκου δεν τα ήξερε όλα… όπως ο δικός της!!!! Ούτε τη σήκωνε στον αέρα σαν πούπουλο…ούτε στην πισίνα της έκανε εκείνες τις υπέροχες θεαματικές βουτιές, όταν ανέβαινε στους ώμους του…

Ουφ!! Όμως περνάγανε καλά και ο Νίκος την πήγαινε μεγάάάλες βόλτες σε ένα μικρό πάρκο που ήταν μέσα στο ξενοδοχείο… και ξεχνιόντουσαν εκεί με τις ώρες, μέχρι που ερχόταν οι γονείς του Νίκου να τους φωνάξουν για φαγητό ή για να πάνε καμιά βόλτα όλοι μαζί.

Οι μέρες πέρασαν έτσι ευχάριστα. Ήρθε η μέρα της επιστροφής. Πίσω στην Αθήνα!!! Όλα ήταν τόσο βαρετά τώρα. Να μαζέψει τα πράγματά της η Ελίζα, ακόμη και η πτήση δεν την διασκέδασε καθόλου. Όλα προμήνυαν το τέλος του καλοκαιριού, των διακοπών της ξενοιασιάς και ήταν σκουντούφλικα! Το μόνο ευχάριστο ήταν ότι θα γύρναγε επιτέλους στη μαμά της. Της είχε λείψει τόσο πολύ η μαμά!!! Η αγκαλιά της , τα χάδια της, οι περιποιήσεις της… Και ο μπαμπάς φυσικά!!!

Την περίμεναν και οι δύο στο αεροδρόμιο!! Έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά τους, δεν ήξερε ποιον να πρωτοδιαλέξει!!

Η Ελίζα κάθισε με τη μαμά της στο πίσω κάθισμα, ενώ ο μπαμπάς μπήκε στη θέση του οδηγού στο αυτοκίνητό τους. Η Ελίζα είχε τόσα να διηγηθεί στη μαμά της για τις μέρες που πέρασε μόνη της μακριά της.

Έτσι όλη η διαδρομή μέχρι το σπίτι πέρασε γεμάτη από τις διηγήσεις της Ελίζας. Μμμμ!! Επιτέλους το δωμάτιό της!! Την περίμενε εκεί έτοιμο, η μανούλα το είχε συγυρίσει και οι αγαπημένη της κούκλα ήταν στο μαξιλάρι της και την περίμενε. Η Ελίζα ήταν τόσο απασχολημένη που δεν διέκρινε ότι η μαμά ήταν λίγο αδυνατισμένη και κάπως στεναχωρημένη, ούτε ότι ο μπαμπάς δεν είχε τη συνηθισμένη καλή του διάθεση για παιχνίδια και πειράγματα…

Οι κούκλες της πάντως ήταν όλες εκεί, και τα παιχνίδια της και ο υπολογιστής της, η μουσική της που τόσο της είχε λείψει στις μέρες των διακοπών!

Οι μέρες περνούσαν βαρετά για την Ελίζα. Το σχολείο θα άρχιζε σε περίπου 1 μήνα και εκείνη βαριόταν αφόρητα. Η φίλη της η Μαριάνα έλλειπε ακόμη σε διακοπές και η Ελίζα ένιωθε τόσο μόνη.

Ο μπαμπάς είχε ακόμη άδεια, γιατί όπως της έλεγαν έπρεπε να κάνει κάποιες εξετάσεις στο νοσοκομείο ακόμη. Η μαμά της ήταν τόσο απορροφημένη με τις δουλειές του σπιτιού και με τα πήγαινε-έλα στους γιατρούς και στο νοσοκομείο με τον μπαμπά. Τα περισσότερα πρωινά η Ελίζα έμενε σπίτι με τη γιαγιά της.

Η γιαγιά της, την αγαπούσε πολύ, όμως δεν ήταν σαν τις περισσότερες γιαγιάδες. Ήταν αρκετά νέα για γιαγιά και πολύ δυναμική γυναίκα. Δεν ήταν ο τύπος της γιαγιάς που κανάκευε τα παιδιά. Της Ελίζας της «έσπαγε τα νεύρα». Όλο υποδείξεις ήταν και όλο μη ετούτο , μη εκείνο…

– Ούφ…! Αμάν βρε γιαγιά! Ασχολήσου με τίποτε άλλο και άσε με!!!

– Όχι Ελίζα. Όλο στην τηλεόραση είσαι. Κάνε κάτι χρήσιμο. ‘Άνοιξε κανένα βιβλίο να προετοιμαστείς για την καινούρια χρονιά…!!

-Αμάν! Άσε με σου λέω! Φώναζε η Ελίζα

– Η μαμά μου δεν είπε να διαβάσω, εντάξει????

Και οι ψιλό – καυγάδες έδιναν και έπαιρναν! ΄Όταν γύριζε η μαμά και ο μπαμπάς η Ελίζα έτρεχε να τους πει τα παράπονα της για τη γιαγιά, άλλοτε κλαίγοντας και άλλοτε με νεύρα.

Εκείνοι την καθησύχαζαν και της έλεγαν πάντα ότι η γιαγιά την αγαπάει και θέλει το καλό της. Μα ποτέ δεν μάλωναν τη γιαγιά!!!!!

-«Επιτέλους πότε θα γίνουν τα πράγματα όπως πριν» σκεφτόταν η Ελίζα.. «πότε θα σταματήσει η μαμά να λείπει όλα τα πρωινά τρέχοντας στους γιατρούς και ο μπαμπάς στη δουλειά του? Να ησυχάσω και γω από το ‘δυνάστη- γιαγιά’??»

Οι μέρες περνούσαν, το σχολείο ξεκίνησε. Όχι όπως τις άλλες χρονιές. Φέτος πήγε με τη μαμά σε ένα απόγευμα και ψώνισε βιβλία , τσάντα και όλα τα χρειώδη όμως στα γρήγορα.

Κανείς δεν ασχολιόταν πολύ μαζί της πια. Ούτε πέρναγε η μαμά της όλα τα απογεύματα μαζί της διαβάζοντας και γράφοντας. «Αυτό ήταν και λίγο καλό βέβαια» σκεφτόταν πονηρά η Ελίζα. Καμιά φορά ψιλό-χάζευε και δεν ήταν ανάγκη να διαβάσει τόσο επιμελώς…αφού δεν θα έπαιρνε κανείς είδηση ότι δεν είχε διαβάσει!!! Καθόταν ώρες ατελείωτες στο γραφείο της, με κλεισμένη την πόρτα του δωματίου της και ζωγράφιζε πεταλούδες σε λευκά χαρτιά , που μετά τα πέταγε .

Βαριόταν αφόρητα, να διαβάσει, αλλά και να ζωγραφίσει και όλα… ! Σκεφτόταν! Ο μπαμπάς ήταν άρρωστος είχαν πει. Μα πότε θα γινόταν καλά επιτέλους? Και πως ήταν άρρωστος? Της Ελίζας της φαινόταν μια χαρά. Ούτε στο κρεβάτι καθόταν, ούτε συνάχι είχε ούτε πυρετό!! Τι σόι άρρωστος ήταν? Και γιατί όλοι φαινόταν κάπως.. εκνευρισμένοι κάπως κουρασμένοι?? Πότε θα ξαναγύριζε η ζωή τους στους φυσιολογικούς της ρυθμούς. Οι βόλτες είχαν λείψει, τα παιχνίδια με τον πατέρα της, τα ψώνια με τη μαμά ακόμα και αυτό το βαρετό …

  • Ελίζα διάβασες??? Έλα δείξε μου τι κάνατε σήμερα στο σχολείο!!

Μήπως είχε κάνει κάτι ? Μήπως δεν την αγαπούσαν πια όσο πριν?? Το μόνο που της είχε μείνει ήταν η φίλη της η Μαριάνα. Όμως …και αυτή τη βαριόταν φέτος…

Η μαμά είχε πει πως φέτος θα την πήγαινε σε ένα καινούριο σχολείο , ιδιωτικό. Μα τελικά δεν την έγραψε εκεί

– «Είναι δύσκολα τα πράγματα και δεν ξέρουμε τι μας περιμένει του χρόνου» είχε πει η μαμά.

Η Ελίζα δεν κατάλαβε τι εννοούσε μα… στο τέλος – τέλος καλύτερα!! Στο δημόσιο σχολείο θα είχε τους συμμαθητές της από την περσινή χρονιά και δεν θα αναγκαζόταν να ξυπνά αξημέρωτα για να πάει με το σχολικό στο ιδιωτικό!!

Το μόνο καλό ήταν το μπαλέτο που της είχε απομείνει. Αν και εκεί υπήρξαν αλλαγές. Την γύριζε πάντα σπίτι η γιαγιά της πια. Ενώ παλιά την πήγαινε και την έφερνε η μαμά, που πάντα της αγόραζε μια μικρή σοκολάτα toblerone στην επιστροφή. Η Ελίζα λάτρευε αυτή τη σοκολάτα και ήταν το μυστικό τους με τη μαμά. Πάντα έπαιρναν μια σοκολάτα στο γυρισμό από το μπαλέτο και την έτρωγαν στο δρόμο μαζί!!

Η γιαγιά όμως…. Πούφφφ…. Αηδίες!!!

– Θα χοντρύνεις, έλεγε στην Ελίζα, οι σοκολάτες δεν κάνουν καλό στα παιδιά!!!

Και άλλα τέτοια σοφά!!

Ο χειμώνας άρχισε να μπαίνει για τα καλά. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν. Οι βιτρίνες είχαν αρχίσει να στολίζονται, τα φωτάκια στους δρόμους σιγά – σιγά άναβαν! Η πόλη μεταμορφωνόταν! Όλοι ετοιμαζόταν για τα Χριστούγεννα

Στο σπίτι κανείς ακόμα δεν είχε ασχοληθεί με τις συνήθης προετοιμασίες για τις γιορτές. Η Ελίζα άρχισε να ρωτά πότε θα αγοράσουν δέντρο πότε θα στολίσουν και όλα τα σχετικά.

  • Όλα θα γίνουν! της έλεγε κουρασμένα η μανούλα
  • Έλα βρε μαμά… πότε????
  • Μόλις μπορέσω Ελίζα
  • Καλά! Εγώ θα πάω στον μπαμπά!! Έτρεχε στον μπαμπά της παραπονεμένη.
  • Μπαμπά πες της μαμάς πότε θα στολίσουμε το δέντρο?
  • Ελίζα γλυκιά μου, κάνε υπομονή, αν αύριο είμαι καλύτερα θα πάμε μαζί εντάξει?
  • Ναίιιι!!! Και τρέχοντας πήγε στην κουζίνα να πει τα ευχάριστα της μαμάς και να της τονίσει :
  • Ο μπαμπάς μου θα με πάει για δέντρο και στολίδια αύριο!!!!! Να μάθεις!!!
  • Ελίζα, άσε τον μπαμπά σου ήσυχο. Είναι άρρωστος και κουρασμένος
  • Αφού το είπε!!! Θα με πάει!!!! Εσύ τι ανακατεύεσαι??
  • Καλά – καλά… απάντησε ήσυχα η μαμά της

Το βράδυ η Ελίζα σκεφτόταν πριν κοιμηθεί τι χρώματα στολίδια θα διάλεγε φέτος, και πόοοοοσο μεγάλο θα ήταν το δέντρο τους.

Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε Χριστουγεννιάτικες μπάλες στολίδια και βόλτες στη στολισμένη Αθήνα , πάνω στα καρουζέλ και στα ζαχαρόσπιτα!

Είχε μέρες να δει ένα τόσο όμορφο όνειρο.

Τελευταία ο ύπνος της δεν ήταν ήσυχος, τα όνειρά της μπερδεμένα και συχνά έβλεπε το μπαμπά της… άρρωστο ανήμπορο να προσπαθεί μάταια να διασχίσει ένα δρόμο γεμάτο αυτοκίνητα κρατώντας ένα μπαστούνι και κουτσαίνοντας, σαν κάτι γέρους που έβλεπε η Ελίζα στα πάρκα…!!!

Αν ήταν δυνατόν! Ο μπαμπάς ήταν νέος, όμορφος ψηλός και δυνατός! χα χα!! Και βέβαια δεν χρειαζόταν μπαστούνι να στηριχτεί. Αντίθετα μπορούσε να πηδήξει μια μάντρα κρατώντας και την Ελίζα αγκαλιά!!! Μα τι χαζό όνειρο και αυτό??? Το έβλεπε συχνά τελευταία… όλο το ίδιο και ξύπναγε δακρυσμένη.

Δεν το είχε πει σε κανέναν όμως. ¨Ήταν τόσο θλιβερό… Σε ποιον να το πει??

Την άλλη μέρα όταν γύρισε από το σχολείο βρήκε τους γονείς της κατσούφηδες στο τραπέζι της κουζίνας να μιλάνε?

  • Τι έγινε? Ρώτησε ανήσυχη
  • Τίποτα Ελίζα όλα καλά! Κάθισε να φας, είπε η μητέρα της
  • Θα πάμε για το δέντρο?
  • Ναι θα πάμε παιδί μου , το απόγευμα είπε ο μπαμπάς λίγο βαριεστημένα

Η μαμά ήταν αμίλητη σε όλη τη διάρκεια του μεσημεριανού. Ο μπαμπάς τη ρώταγε αφηρημένα τι έγινε στο σχολείο και πως ήταν η μέρα της.

Κανείς τους δεν έφαγε. Μόνο η Ελίζα.

Μετά το φαγητό η Ελίζα νοιώθοντας λίγο αμήχανα, σκέφτηκε ότι καλό θα ήταν να πάει να ετοιμάσει τα μαθήματά της για την άλλη μέρα, ώστε να μην βρουν ευκαιρία να αναβάλλουν την αγορά του δέντρου.

  • Όταν θα είναι η ώρα να με φωνάξετε για το δέντρο οκ?? Είπε ανυπόμονα
  • Εντάξει – εντάξει πήγαινε τώρα να διαβάσεις, είπε η μαμά.

«Πουφφ…!! Κανέναν ενθουσιασμό δεν έχουν αυτοί οι μεγάλοι πια!! Μα τι συμβαίνει?» σκέφτηκε η Ελίζα.

Για καλή της τύχη το απόγευμα πράγματι πήγαν με τον μπαμπά της για το δέντρο. Η μαμά έμεινε σπίτι, λέγοντας τους συνέχεια να μην αργήσουν πολύ και να μη το παρακάνουν με τα ψώνια.

Σε αντίθεση με άλλες χρονιές δεν πήραν πολύ μεγάλο δέντρο. Ο μπαμπάς είπε ότι η μανούλα ήταν κουρασμένη και να μη το παρακάνουν. Η Ελίζα διάλεξε με την άνεσή της όσα στολίδια ήθελε κόκκινα και χρυσά. Και μετά πήγαν στα φωτάκια.

Πόσα πολύχρωμα φωτάκια? Κουρτίνες ολόκληρες από λαμπιόνια, φωτεινοί άγιοι Βασίληδες, φωτεινά αστέρια … τόσα πολλά τόσα χρώματα τόσα σχέδια. Η Ελίζα δεν ήξερε τι να πρωτοδιαλέξει.

  • Μπαμπά να πάρουμε και φωτάκια για το μπαλκόνι μας ε?
  • Ναι θα πάρουμε Ελίζα , διάλεξε
  • Αυτό, αυτό και αυτό… α! και αυτό!! Ε? μπαμπάκα?
  • Χμμ όλα αυτά? Ποιος θα τα βάλει?
  • Εσύ βρε μπαμπά δεν τα βάζεις κάθε χρόνο???
  • Ναι! σωστά! Εγώ τα βάζω. Άντε πάρε όποια θες και θα προσπαθήσω να τα βάλω όλα
  • Έλα καλέ μπαμπά… αφού όλο γκρινιάζεις στο τέλος όμως τα βάζεις ΥΠΕΡΟΧΑ!!! Γέλασε η Ελίζα

Φορτώθηκαν ένα σωρό στολίδια φωτάκια και διάφορα τέτοια και γύρισαν επιτέλους στο σπίτι. Η μητέρα τους περίμενε στην πόρτα.

  • Αργήσατε, είπε ανήσυχη
  • Σιγά βρε μαμά…ουτε 2 ώρες δεν λείψαμε!!! Είπε ναζιάρικα η Ελίζα
  • Πως είστε? Ρωτησε μα η ερώτηση μάλλον αφορούσε τον πατέρα και όχι την κόρη.
  • Καλά μια χαρά είμαστε, είπε εκείνος, και ψωνίσαμε όλα τα στολίδια. Φέτος διάλεξε η κόρη σου τα πιο όμορφα… και τα πιο ακριβά είπε γελώντας.
  • Καλά… μπράβο σας, είπε η μητέρα, ελάτε τώρα να ξεκουραστείτε. Εχω ετοιμάσει και μια ωραία μηλόπιτα.
  • Τι καλάάά!! Είπε χαρμόσυνα η Ελίζα, θα μας φτιάξεις και μια ζεστή σοκολάτα μανούλα? Εξω έκανε ψοφόκρυο και σίγουρα και ο μπαμπάς θα θέλει.
  • Ναι, ελάτε είπε η μαμά, και η μηλόπιτα είναι ακόμα ζεστή. Λίγο ακόμα αν αργούσατε θα πάγωνε.
  • Εγώ πάω να ξαπλώσω λίγο, είπε ο μπαμπάς, μόνο ένα τσάι για μένα, ευχαριστώ

Η Ελίζα απογοητεύτηκε λιγάκι.

– Μα μαμά… πότε θα στήσουμε το δέντρο, πότε θα βάλουμε τα φωτάκια αφού ο μπαμπάς πάει να ξαπλώσει??

– Μη σε πιάνει ανυπομονησία Ελίζα. Ο μπαμπάς κουράστηκε, μόλις ξεκουραστεί λίγο θα μας βοηθείσει. Εντωμεταξύ μπορούμε να αρχίσουμε εμείς αν θέλεις.

– Μμμμ… καλά… απλά όλοι μαζί έχει πιο πολύ γούστο… είπε λίγο κατσουφιασμένη δοκιμάζοντας ταυτόχρονα μια μεγάλη πιρουνιά από τη μηλόπιτα της μαμάς.

Τελικά το δέντρο το στόλισαν μόνες τους, και έβαλαν και τα φωτάκια και όταν το ετοίμασαν έκλεισαν όλα τα φώτα και φώναξαν τον μπαμπά να του κάνουν έκπληξη!!!

  • Υπέροχο! Είπε εκείνος! Μπράβο κορίτσια και του χρόνου!!!
  • Είδες μπαμπά??? Μπορούμε και μόνες μας… χα! Χα! Δεν σ’ έχουμε ανάγκη…!!! πανηγύρισε η Ελίζα
  • Ναι… ναι… το βλέπω! Ψιθύρισε ο πατέρας της.

Μα τι ήταν αυτό? Της Ελίζας της φάνηκε πως ο μπαμπάς της βούρκωσε… Δάκρυα? Ο μπαμπάς???!!!!

  • Χμμ… βέβαια ο μπαμπάς θα πρέπει να φτιάξει τα φωτάκια στο μπαλκόνι. Αυτό είναι δύσκολη δουλειά και σίγουρα δεν θα τα καταφέρουμε μόνες μας, ε? Ελίζα?? είπε η μητέρα κάπως αμήχανη
  • Ναι! Βέβαια!! Αφού ο μπαμπάς τα φτιάχνει πάντα αυτά!!! Η Ελίζα σκέφτηκε ότι μάλλον ο πατέρας της στεναχωρήθηκε που δεν τις βοήθησε με το στόλισμα… και μετάνιωσε που του είπε ότι ‘δεν τον είχαν ανάγκη’. Σιγά, θα του περάσει σκέφτηκε και χώθηκε κάτω από το δέντρο για να φτιάξει τη φάτνη.

Οι μέρες περνούσαν και τα Χριστούγεννα πλησίαζαν. Όλα ήταν πια έτοιμα. Εκείνο το απόγευμα η μαμά ανακοίνωσε στην Ελίζα ότι την επόμενη μέρα θα πήγαινε με το μπαμπά της στο νοσοκομείο.

Έπρεπε να κάνει κάποια θεραπεία, είπε και ίσως χρειαζόταν να μείνουν και ένα βράδυ εκεί, στο νοσοκομείο.

Τα ματάκια της Ελίζας κοίταξαν έντρομα τη μητέρα της.

  • Γιατί μαμά? Τι θεραπεία είναι αυτή? Γιατί δεν μπορεί να την κάνει σπίτι μας?
  • Όχι καρδιά μου, πρέπει να είμαστε κοντά στους γιατρούς, τα φάρμακα είναι πολύ ισχυρά και ίσως χρειαστεί να τον επιβλέπει κάποιος ειδικός.
  • Θα πονέσει?
  • Όχι, όχι μωρό μου, δεν θα πονέσει. Ισα – ίσα θα πάρει τα φάρμακα για να γίνει καλύτερα.
  • Μαμα… δεν θέλω να πάτε… Δεν θέλω να μείνετε εκεί… Εγώ πως θα μείνω μόνη μου???
  • Όχι καρδούλα μου, θα μείνεις με τη γιαγιά. Όμως πρέπει να πάμε. Δεν γίνεται! Πρέπει!! Είπε η μαμά και σηκώθηκε

Το θέμα δεν έπαιρνε συζήτηση. Το καταλάβαινε καλά αυτό η Ελίζα. Μα ανησυχούσε τόσο πολύ…

  • Μαμά?? Μόνο μια μέρα θα λείψετε ναι??
  • Ναι μωρό μου , μόνο μία
  • Καλά. Είπε λες και μπορούσε να πει και τίποτε άλλο.

Την άλλη μέρα όταν η Ελίζα ξύπνησε για το σχολείο, οι γονείς της ήδη είχαν φύγει από το σπίτι.

Η γιαγιά της, της είχε ετοιμάσει το πρωινό της. Μα η Ελίζα ήταν πολύ κακόκεφη.

– Το γάλα δεν πίνεται γιαγιά έτσι όπως το ‘κανες!!

– Γιατι παιδί μου τι έχει?

– Πολύ ζαχαρη… μπλιάχχχ!

– Να σου κάνω άλλο!

– Όχι να λείπει! Ποτέ δεν θα το κάνεις όπως το κάνει η μαμά, είπε θυμωμένα και την έπιασαν τα κλάματα.

Η γιαγιά της πρότεινε να της φτιάξει κάτι άλλο, τσάι ή κάτι τέλος πάντων, μα η Ελίζα απλά είχε πολύ κακή διάθεση. Δεν της έφταιγε το γάλα , ούτε η ζάχαρη… Μα δεν καταλάβαιναν επιτέλους??

Πήγε στο σχολείο το ίδιο κακοδιάθετη και η φασαρία και τα πειράγματα των συμμαθητών της, δεν βοήθησαν και πολύ.

Το μεσημέρι γύρισε και βρήκε τη γιαγιά να την περιμένει……

Τίποτα δεν ήταν όπως πρώτα. Τίποτα!!! Πόσο στεναχωριόταν η Ελίζα.

Εκείνο το βράδυ κλείστηκε στην κάμαρά της και έβλεπε τα φωτάκια που είχε βάλει ο μπαμπάς της ν’ αναβοσβήνουν. Χάζευε την ανταύγεια των χρωμάτων που άφηναν κάθε φορά που έσβηναν… Μια ανταύγεια που έμενε στα μάτια της πότε κόκκινη, πότε κίτρινη, πότε πράσινη… και πριν προλάβει να σβήσει άναβε κάποιο από τα άλλα χρώματα… και ξανά και ξανά και ξανά!!!

Χάζευε έτσι τα χρώματα και δεν σκεφτόταν τίποτα… το μόνο που ήξερε ήταν ότι ένιωθε θλίψη… στο τέλος το βλέμμα της χάθηκε στη σκοτεινιά της νύχτας… δεν έβλεπε πια ούτε τα φωτάκια που συνέχιζαν να ανάβουν και να σβήνουν ρυθμικά.

Το πρωί, ένα γλυκό φιλί την ξύπνησε. Ήταν η μανούλα της!!

  • Γυρίσατε?? Είπε θριαμβευτικά
  • Εγώ γύρισα μωρό μου, να πάρω κάποια χαρτιά που χρειάζονται και μέχρι να γυρίσεις από το σχολείο θα πάω στο νοσοκομείο και θα φέρω και τον μπαμπά! Είπε χαμογελώντας η μαμά της
  • Α! τι καλά!!! Μπράβο – μπράβο, χτύπησε τα χέρια της χαρούμενα η Ελίζα
  • Ο μπαμπάς?? Είναι καλά??? Δεν πόνεσε εεεε???
  • Καλά είναι γλυκιά μου, όχι δεν πόνεσε. Μόνο που θα είναι λίγο κουρασμένος το μεσημέρι. Δεν κοιμήθηκε καλά το βράδυ… ξέρεις τώρα, ο μπαμπάς σου δεν μπορεί αν δεν έχει το κρεβάτι του…
  • Ναι ναι!!! Όμως θα κοιμηθεί το μεσημέρι και όλα καλά! Ε? μανούλα?
  • Ναι μωρό μου… όλα καλά θα είναι, θα δεις! Σήκω τώρα, πλύσου , ντύσου και γάλα!! Μετά σχολείο! Οκ???
  • Μμμμμ … ναι μαμά !

Το μεσημέρι γύρισε χαρούμενη στο σπίτι. Όλα θα ήταν πάλι όπως πάντα. Έτρεξε αγκάλιασε τον μπαμπά της σφιχτά και τον ρώτησε αν ήταν καλά. Εκείνος τη διαβεβαίωσε και κάθισαν όλοι στο τραπέζι να φάνε.

Το φαγητό ήταν εντελώς άνοστο…! Και η Ελίζα παρατήρησε :

  • Μαμά ξέχασες να βάλεις αλάτι!!
  • Χμμ όχι Ελίζα, ο γιατρός είπε ότι ο μπαμπάς δεν κάνει να τρώει αλάτι στο φαγητό. Αν θες εσύ όμως μπορείς να προσθέσεις
  • Μα, αυτό δεν τρώγεται, αμάν πως θα το φας εσύ μπαμπά???
  • Έτσι πρέπει Ελίζα μου, είπε ο πατέρας της ήσυχα
  • Άλλωστε το αλάτι γενικά δεν κάνει καλό, συμπλήρωσε η μαμά.
  • Καλά, εγώ θα βάλω λίγο και ας μην κάνει καλό, επέμεινε η Ελίζα.

Ο πατέρας της έφαγε ελάχιστα και πήγε να ξεκουραστεί, η μαμά μάζεψε το τραπέζι και η Ελίζα πήγε για διάβασμα.

Τα Χριστούγεννα έφθασαν!! Όλα ήταν ήρεμα, σχεδόν όπως παλιά. Η Ελίζα όμως ένιωθε ότι κάτι έλλειπε, κάτι δεν ήταν όπως πρώτα… Όλα ήταν τόσο ίδια, μα και τόσο διαφορετικά ταυτόχρονα.

Οι γιορτινές μέρες πέρασαν σύντομα , σχεδόν αδιάφορα και η ζωή ξαναμπήκε στην καθημερινότητά της.

Οι μέρες περνούσαν, το φαγητό εξακολουθούσε να είναι άνοστο και οι βόλτες , οι εκδρομές δεν ήταν πια στο πρόγραμμα της οικογένειας. Ο μπαμπάς, όπως έλεγε ο γιατρός δεν έκανε να πηγαίνει σε μέρη κλειστά και με πολύ κόσμο , έτσι ούτε τις Κυριακές δεν πήγαιναν πια για φαγητό έξω όπως συνήθιζαν παλιά. Επίσης οι επισκέψεις στο νοσοκομείο για 2ή και 3 μέρες είχαν μπει τώρα στο πρόγραμμα τουλάχιστον μια φορά το τρίμηνο.

Η Ελίζα δεν πήγαινε πολύ καλά στο σχολείο αυτή τη χρονιά. Όλοι όμως έδειχναν κατανόηση. Της έλεγαν απλά

  • Δεν πειράζει Ελίζα, απλά προσπάθησε. Είναι κρίμα μπορείς πολύ καλύτερα…

Μα εκείνη βαριόταν αφόρητα!! Συχνά ήταν αφηρημένη στο μάθημα και καμιά φορά οι φίλοι της στο σχολείο τη ρωτούσαν τι έχει και είναι στεναχωρημένη. Εκείνη τους απαντουσε :

  • Τίποτα είμαι μια χαρά!

Όμως η αλήθεια ήταν ότι ήθελε να κλαίει… να κλαίει….

Ένα ανοιξιάτικο βράδι, ο μπαμπάς κάπου είχε πάει… αλήθεια που? Η μητέρα φώναξε την Ελίζα.

  • Ελίζα, θελω να μιλήσουμε καρδούλα μου, έλα πάμε μέσα στο δωμάτιό σου
  • Τι είναι μαμά?

Κάθισαν και οι δύο στο κρεβάτι της με την πλάτη τους ακουμπησμένη στον τοίχο, η μαμά, πήρε ένα ύφος σοβαρό κατι άσχημο πορμύνειε αυτό το ύφος. Πήρε την Ελίζα αγκαλιά και της είπε:

  • Ελίζα, γλυκιά μου, ο μπαμπάς είναι άρρωστος .
  • Ναι μαμά το ξέρω, τόσο καιρό!! Μα πότε θα γίνει καλά ?
  • Δυστυχώς μικρή μου, δεν θα γίνει καλά.
  • Τι??? Τα μάτια της Ελίζας ορθάνοιξαν γεμάτα απορία
  • Μα πως? Πως δεν θα γίνει καλά?
  • Δυστυχώς Ελίζα μου, είναι κάποιες αρρώστιες που τα φάρμακα και οι γιατροί δεν μπορούν να τις γιατρέψουν. Μια από αυτές έχει και ο μπαμπάς σου.
  • Μα… τι λες τωρα? Πως είναι δυνατόν? Και τι θα γίνει?
  • Τιποτα καλή μου, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’αυτό. Μόνο να τον φροντίζουμε και να τον αγαπάμε. Δυστυχώς τίποτε άλλο
  • Μα τι θέλεις να πεις μαμά??? Ο μπαμπάς θα πεθάνει από αυτή την αρρώστια??? αυτό μου λες??
  • Όχι άμεσα Ελίζα, μα δυστυχώς… δεν υπάρχει τρόπος να γίνει καλά… η μαμά είχε βουρκώσει…Με το ζόρι κρατούσε τα δάκριά της και τα χέρια της έσφιγγαν την Ελίζα δυνατά.
  • Και μεις? Τι θα απογίνουμε μαμά αν πεθάνει ο μπαμπάς??? Πως… τι…γιατί… ξέσπασε σε λυγμούς η Ελίζα.

Ο καιρός κυλούσε πολύ αργά πια. Όλα ήταν θλιμμένα. Η Ελίζα καθόταν μονη στο δωμάτιό της τα βράδια με τα φώτα σβηστά και προσπαθούσε να φανταστεί πως θα ήταν το «αύριο» πώς θα ήταν όταν ερχόταν εκείνη η ώρα……

Εκείνη η «ώρα» ήρθε 2 χρόνια αργότερα. Όλα ήταν έτσι περίππου όπως τα είχε φανταστεί η Ελίζα. Τα είχε ζήσει τόσες φορές.

Τώρα ο πόνος, η πίκρα και η θλίψη ήταν τόσο οικεία για κείνη….

Τα χρόνια πέρασαν. Η ζωή συνεχίστηκε. Το σχολείο, οι φίλοι κάποια πάρτι. Εξετάσεις στο τέλος του λυκείου.

Όλα προχώρησαν.

Ο μπαμπάς έλλειπε από κοντά τους σχεδόν 6 χρόνια τώρα, μα η θύμησή του ήταν πάντα μια ζεστή και συνάμα στενάχωρη ανάμνηση.

Η μητέρα της Ελίζας ήταν δυνατή, στάθηκε στο πλευρό της και τη βοήθησε να γίνει και εκείνη δυνατή!

Όλα τα μπορεί ο άνθρωπος αρκεί να θέλει, να προσπαθήσει, να είναι δυνατός!

Η Ελίζα είχε φθάσει σχεδόν 20! Ολόκληρη γυναίκα πια! Έπιασε δουλειά σε μια εταιρεία, έμαθε να οδηγεί, έκανε καινούριους φίλους. Ήταν ένα ζεστό, χαμογελαστό κορίτσι , που όλοι ήθελαν για παρέα.

Τα δύσκολα χρόνια είχαν μάλλον περάσει.

Στο γραφείο διοργάνωσαν μια 3ήμερη εκδρομή. Η Ελίζα ήταν πολύ χαρούμενη που θα πήγαινε με τους συναδέλφους της. Η τελευταία εκδρομή που είχε πάει ήταν η πενθήμερη με το σχολείο στην τελευταία τάξη του Λυκείου. Χα! Χα!! Είχαν περάσει υπέροχα!!!!

Ευκαιρία ήταν τώρα να κάνει άλλη μια εκδρομούλα που τόσο της άρεσαν. Πήγαν όλοι μαζί, πέρασαν πολύ όμορφα και έβγαλαν πολλές φωτογραφίες. Όταν γύρισαν στο γραφείο ξανά για δουλειά, αντάλλαξαν φωτογραφίες με τους συναδέλφους της …

  • Πω… πώ… κοίτα μαμά πόσες φωτογραφίες!!!
  • Μμμ.. ναι Ελίζα και είσαι τόσο όμορφη σε όλες. Χαίρομαι που πέρασες τόσο όμορφα
  • Ναι!! ήταν ωραία μανούλα. Αλήθεια έχουμε κανένα άλμπουμ να τις βάλω ή να πάω να αγοράσω ένα.
  • Ελίζα κοίτα στη βιβλιοθήκη. Εκεί υπάρχουν νομίζω κάποια άλμπουμ για φωτογραφίες. Άλλα είναι άδεια, άλλα γεμάτα, για δες…
  • Οκ… πάω να κοιτάξω μάμυ!!

Η Ελίζα χώθηκε στο μικρό δωματιάκι που είχαν μέσα τη βιβλιοθήκη του μπαμπά. Της άρεσε πολύ από μικρή να ψαχουλεύει τα πράγματά του. Η βιβλιοθήκη του ήταν γεμάτη βιβλία και διάφορα, χαρτικά και γραφική ύλη. Δεν τα είχε πειράξει κανείς. Μόνο η Ελίζα χωνόταν εκεί και χάζευε κάποιες φορές ή έπαιρνε κάποιο βιβλίο για να διαβάσει. Όλα ήταν στην ίδια θέση που τα είχε αφήσει ο μπαμπάς της.

Ψάχνοντας λοιπόν τα ντουλάπια βρήκε πολλά άλμπουμ και μαζί και μια σακούλα γεμάτη φωτογραφίες.

Τα πήρε όλα μαζί και πήγε στο δωμάτιό της να τα χαζέψει.

Πόσες φωτογραφίες!!! Ανάκατες και μπερδεμένες.

  • Κάποιος πρέπει να σας βάλει σε τάξη!!! Σκέφτηκε η Ελίζα
  • Και αυτός ο κάποιος μάλλον θα είμαι ΕΓΩ… χα χα…!

Άδειασε όλες τις φωτογραφίες στο πάτωμα και άρχισε να τις μελετά μια – μια προκειμένου να βάλει κάποια σειρά. Χρονολογικά έστω!!! Χάος!!

Πόση πλάκα είχε!! Η Ελίζα μωρό, η Ελίζα στο νηπιαγωγείο, ….α! η μαμά της μωρό!! Χα χα… με τα αδέρφια της.

Ασπρόμαυρες φωτογραφίες, κιτρινισμένες από τον καιρό…Αλήθεια πόσα χρόνια πριν???

Να! Ο παππούς στα νιάτα του… α…!! η γιαγιά της νύφη… Χα!Χα αν είναι δυνατόν η γιαγιά… τι όμορφη!!! Κούκλα…! Κρίμα που δεν τις μοιάσαμε οι εγγονές της… σκέφτηκε η Ελίζα χαμογελώντας

Να και ο μπαμπάς της, όταν ήταν φαντάρος, αργότερα γαμπρός… Να και εδώ σε κάποια γενέθλια της Ελίζας με τη μαμά… τι όμορφοι που ήταν?? Καλά πρέπει να είναι πριν από 15-18 χρόνια. Μπααα!! όχι 19 η τούρτα στη φωτογραφία έχει μόλις 1 κεράκι, χα! χα η Ελίζα ενός έτους!!!!

Άρχισε πολύ μεθοδικά να τακτοποιεί τις φωτογραφίες.

Εδώ οι παππούδες στα νιάτα τους

Η μαμά μωρό… τα αδέρφια της…

Ο μπαμπάς μωρό… με την οικογένειά του…

Ο γάμος της μαμάς και του μπαμπά!!

Η γέννηση της Ελίζας, φωτογραφίες από το μαιευτήριο… μετά στο σπίτι

Τα πρώτα της γενέθλια

Τα πρώτα Χριστούγεννα… η πρώτη μέρα σχολείο, εκδρομές, καθαρή Δευτέρα…ο μπαμπάς με το χαρταετό… Πάσχα στο χωριό… πω πω… χαμός..

Κι άλλες!! Πόσες πολλές!! Ο μπαμπάς τρελαινόταν να βγάζει φωτογραφίες και πήγαιναν τόσες βόλτες… τόσα ταξίδια, διακοπές…

Της πήρε ώρες πολλές, να τις βάλει σε κάποια σειρά. Όμως εκεί που πια είχε βρει μια άκρη, συνειδητοποίησε ότι υπήρχε ένα κενό.

Οι τελευταίες φωτογραφίες που βρήκε ήταν από κείνες τις καλοκαιρινές διακοπές στο νησί με το Νίκο και τους γονείς του. Μετά??? Μετά υπήρχαν μόνο οι φωτογραφίες της Ελίζας από την πενταήμερη του σχολείου και κάποιες σκόρπιες από γάμους και βαφτίσεις συγγενών….

Ένα κενό μεγάλο! Κανείς δεν πέταξε χαρταετό με την Ελίζα ξανά τα επόμενα χρόνια, κανείς δεν σούβλιζε αρνάκι το Πάσχα… το πήγαινε στο φούρνο η μαμά, κανείς δεν στόλιζε το μπαλκόνι με φωτάκια τα Χριστούγεννα, δεν πήγαιναν πια εκδρομές δεν πήγαιναν στα λούνα πάρκ, και απλά κανείς δεν έβγαζε φωτογραφίες πια!! Είχαν αλλάξει όλα τόσο πολύ…

Ένα κενό σχεδόν 10 ετών!! Το τεράστιο κενό που δημιούργησε η απουσία του μπαμπά της, που ποτέ δεν θα έκλεινε ακόμα και όταν εκείνη θα ήταν γιαγιά.

Θα της έλλειπε πάντα …

Χριστίνα Μαραγκού

Αναρτήθηκε στις Παραμύθι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Emperor’s new suit

Αγαπητό μου χαμομηλάκι,

βρήκα ένα παραμύθι στα Αγγλικά το οποίο θα αρέσει στα μικρά χαμομηλάκια!

In a time that is now almost forgotten there was a great land that had an Emperor.
He was a very strange Emperor indeed! He was not at all interested in conquering new lands. He was not at all interested in seeing how well his soldiers paraded up and down the street in front of his palace. He was not at all interested in music, dance or even the theater.
The only thing that interested the emperor was buying and wearing new clothes. He would spend all the money that his tax collectors collected on clothes made of fine cloth.
The King’s wardrobe grew as each year passed and everyone lived merrily in the capital where the King kept his clothes.

One day two strangers came to the capital. One of them was very large and wore a stunning yellow suit and the other was very short and wore a very handsome green suit. Both of them had magnificent hats made of rare feathers from distant lands. They introduced themselves to the most important people in the capital and told them of all the incredible creations they had made for dukes and duchesses, counts and countesses, princes and princesses, Kings and Queens and all sorts of very important people around the world. They even bragged that they used magic silk that would render the clothes invisible to anyone who did not have enough intelligence, education, and wisdom to be holding the position they did in the Kingdom.

It was not long after the arrival of these two tailors that the King heard of their skills and commanded that they be brought to the palace. He thought to himself that these clothes would be the best purchase he could ever make. He thought that he might catch every individual in a job that should not have the job. He would remove everyone who was foolish from his or her office. He called the head tax collector and told him to double the taxes and to take the money to the two tailors. He sent a message to tell them to create the finest suit ever made. The Emperor even had a studio built in the most beautiful wing of the palace and had the finest looms put at their disposal. The two weavers were very demanding and asked for dozens of things. They did not sit still at all during the day. They appeared to be working on the looms that the Emperor had provided and were often seen running up and down between them turning knobs and gears and yelling quite loudly at each other that all was going well.

Barely a month had passed by and the Emperor was beginning to grow anxious. He knew that it must take a fair amount of time to produce such a wonderful suit but he wanted to know if it was getting close to being finished. The Emperor was a bit nervous as he recalled the promises of the tailors. Only very wise and intelligent people would be able to see the cloth that they were weaving on the looms. Only those people that were fit for their jobs would be able to gaze upon the cloth. The Emperor thought that he didn’t have anything to worry about but thought that it would be better if he sent someone in his place to see how his suit was progressing. After a few minutes of reflection he sent a servant to find the High Minister of the palace. «He will be able to tell me how the suite looks», the Emperor spoke to himself, and «he is a very wise man and looks after all the affairs of the palace.»

The High Minister went to see how the suit was progressing and entered the large room where the tailors were hard at work. He heard the looms creaking and saw them running and yelling at each other to be careful with the fabric. The High Minister rubbed his eyes and was about to say: «What have you been doing here all this time. I see nothing on your looms.» Before he let the words out of his mouth he bit his tongue. He did not say a word. The two tailors had seen the High Minister enter the room. They walked over to him and invited him to inspect the cloth and the intricate designs that they had woven. They walked between the looms pointing at the air, as there was nothing on them. «Is it possible», thought he «that I am too stupid to hold my office and that I am not as wise as I thought myself to be?» he walked beside the tailors and continued to nod his head and muttered that he had never seen such wonderful work.

«It will never do», said he «that I tell anyone in the Kingdom that I couldn’t even see a thread.»
«The patterns and designs are superb» the High Minister began «they are so intricate and lovely that the Emperor is sure to find them to be the finest in the land. I will go directly to the Emperor and tell him that your work is astonishing and that he should not be impatient as fine cloth such as this takes time to make.» «We are very happy that you appreciate our work,» said the two tailors. The tailors than asked that the High Minister bring them more jewels, silk, and gold so that they could complete their designs and patters. They pointed to the empty frames and explained where each piece must be placed. The High Minister listened with great attention and tried to remember every word they said so he could repeat their words verbatim to the Emperor.

In case you want to read what happens next, follow the link: Emperor’s new suit

Αναρτήθηκε στις Παραμύθι. Ετικέτες: . Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: