Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Χωρίς στεφάνι

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Χωρίς στεφάνι (πασχαλινό διήγημα)

Τάχα δὲν ἦτον οἰκοκυρὰ κι αὐτὴ στὸ σπίτι της καὶ στὴν αὐλήν της; Τάχα δὲν ἦτο κι αὐτὴ ἕναν καιρὸν νέα μὲ ἀνατροφήν; Εἶχε μάθει γράμματα εἰς τὰ σχολεῖα. Εἶχε πάρει τὸ δίπλωμά της ἀπὸ τὸ Ἀρσάκειον. Κι ἐτήρει ὅλα τὰ χρέη της τὰ κοινωνικά, καὶ μετήρχετο τὰ οἰκιακὰ ἔργα της καλλίτερ᾿ ἀπὸ καθεμίαν.

Εἶχε δὲ μεγάλην καθαριότητα εἰς τὸ σπίτι της, κι εἰς τὰ κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾿ ἀσπρίζῃ καὶ νὰ σφουγγαρίζῃ, χωρὶς ποτὲ νὰ βαρύνεται καὶ χωρὶς νὰ δεικνύῃ τὴν παραξενιὰν ἐκείνην, ἥτις εἶναι συνήθης εἰς ὅλας τὰς γυναῖκας, τὰς ἀγαπώσας μέχρις ὑπερβολῆς τὴν καθαριότητα. Καὶ ὅταν ἔμβαινεν ἡ Μεγάλη Ἑβδομάς, ἐδιπλασίαζε τὰ ἀσπρίσματα καὶ τὰ πλυσίματα, τόσον, ὁποὺ ἔκαμνε τὸ πάτωμα ν᾿ ἀστράφτῃ καὶ τὸν τοῖχον νὰ ζηλεύῃ τὸ πάτωμα.

Ἤρχετο ἡ Μεγάλη Πέμπτη καὶ αὐτὴ ἄναφτε τὴ φωτιάν της, ἔστηνε τὴν χύτραν της, κι ἔβαφε κατακόκκινα τὰ πασχαλινὰ αὐγά. Ὕστερον ἡτοίμαζε τὴν λεκάνην της, ἐγονάτιζεν, ἐσταύρωνε τρεῖς φορὲς τ᾿ ἀλεῦρι κι ἐζύμωνε καθαρὰ καὶ τεχνικὰ τὶς κουλοῦρες, κι ἐνέπηγε σταυροειδῶς ἐπάνω τὰ κόκκινα αὐγά. Καὶ τὸ βράδυ, ὅταν ἐνύχτωνε, δὲν ἐτόλμα νὰ πάγῃ ν᾿ ἀνακατωθῇ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας, διὰ νὰ ἀκούση τὰ Δώδεκα Εὐαγγέλια. Ἤθελε νὰ ἦτον τρόπος νὰ κρυβῇ ὀπίσω ἀπὸ τὰ νῶτα καμιᾶς ὑψηλῆς καὶ χονδρῆς ἢ εἰς τὴν ἄκραν οὐρὰν ὅλου τοῦ στίφους τῶν γυναικῶν, κολλητὰ μὲ τὸν τοῖχον, ἀλλ᾿ ἐφοβεῖτο, μήπως γυρίσουν καὶ τὴν κοιτάξουν.

Τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐρρέμβαζε κι ἔκλαιε μέσα της, κι ἐμοιρολολοῦσε τὰ νιάτα της, καὶ τὰ φίλτατά της, ὅσα εἶχε χάσει, καὶ ὠνειρεύετο ξυπνητή, κι ἐμελετοῦσε νὰ πάγῃ κι αὐτὴ τὸ βράδυ, πρὶν ἀρχήση ἡ Ἀκολουθία, ν᾿ ἀσπασθῇ κλεφτὰ κλεφτὰ τὸν Ἐπιτάφιον, καὶ νὰ φύγῃ, καθὼς ἡ Αἱμόρρους ἐκείνη, ἡ κλέψασα τὴν ἴασίν της ἀπὸ τὸν Χριστόν.

Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅταν ἤρχιζε νὰ σκοτεινιάζῃ, τῆς ἔλλειπε τὸ θάρρος καὶ δὲν ἀπεφάσιζε νὰ ὑπάγῃ. Τῆς ἤρχετο παλμός.

Ἀργὰ τὴν νύκτα, ὅταν ἡ ἱερὰ πομπή, μετὰ σταυρῶν καὶ λαβάρων καὶ κηρίων, ἐξήρχετο τοῦ ναοῦ, ἐν μέσῳ ψαλμῶν καὶ μολπῶν καὶ φθόγγων, ἐναλλὰξ τῆς μουσικῆς τῶν ὀρφανῶν Χατζηκώστα, καὶ θόρυβος καὶ πλῆθος καὶ κόσμος εἰς τὸ σκιόφως πολύς, τότε ὁ Γιαμπής, ὁ ἐπίτροπος, προέτρεχεν νὰ φθάση εἰς τὴν οἰκίαν του, διὰ νὰ φορέσῃ τὸν μεταξωτὸν κεντητόν του σκοῦφον, καὶ κρατῶν τὸ ἠλέκτρινον κομβολόγιόν του νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν ἐξώστην μὲ τὴ ματαιουμένην ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτους ἐλπίδα, ὅτι οἱ ἱερεῖς θὰ ἀπεφάσιζον νὰ κάμουν στάσιν καὶ ν᾿ ἀναπέμψουν δέησιν ὑπὸ τὸν ἐξώστην του, τότε καὶ ἡ πτωχὴ αὐτή, Χρηστίνα ἡ Δασκάλα (ὅπως τὴν ἔλεγαν ἕναν καιρὸν εἰς τὴν γειτονιάν), εἰς τὸ μικρὸν παράθυρον τῆς οἰκίας της, μισοκρυμμένη ὄπισθεν τοῦ παραθυροφύλλου, ἐκράτει τὴν λαμπαδίτσαν της, μὲ τὸ φῶς ἴσα μὲ τὴν παλάμην της, κι ἔρριπτεν ἄφθονον μοσχολίβανον εἰς τὸ πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν τὸ μύρον εἰς Ἐκεῖνον, ὅστις ἐδέχθη ποτὲ τὰ ἀρώματα καὶ τὰ δάκρυα τῆς ἁμαρτωλοῦ, καὶ μὴ τολμώσα ἐγγύτερον νὰ προσέλθη καὶ ἀσπασθῆ τοὺς ἀχράντους καὶ ἡλοτρήτους καὶ αἱμοσταγεῖς πόδας Του.

Καὶ τὴν Κυριακὴν τὸ πρωί, βαθιὰ τὰ μεσάνυκτα, ἵστατο πάλιν μισοκρυμμένη εἰς τὸ παράθυρον, κρατοῦσα τὴν ἀνωφελῆ καὶ ἀλειτούργητην λαμπάδα της, καὶ ἤκουε τὰς φωνᾶς τῆς χαρᾶς καὶ τοὺς κρότους κι ἔβλεπε κι ἐζήλευε μακρόθεν ἐκείνας, ὅπου ἐπέστρεφαν τρέχουσαι, φροὺ φρού, ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, φέρουσαι τὰς λαμπάδας των λειτουργημένας, ἀναμμένας, ἕως τὸ σπίτι, εὐτυχεῖς, καὶ μέλλουσαι νὰ διατηρήσωσι δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον τὸ ἅγιον φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Καὶ αὐτὴ ἔκλαιε κι ἐμοιρολογοῦσε τὴ φθαρεῖσαν νεότητά της.

Μόνον τὸ ἀπόγευμα τῆς Λαμπρῆς, ὅταν ἐσήμαινον οἱ κώδωνες τῶν ναῶν διὰ τὴν Ἀγάπην, τὴ Δευτέραν Ἀνάστασιν καλούμενην, μόνον τότε ἐτόλμα νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν οἰκίαν, ἀθορύβως καὶ ἐλαφρὰ πατοῦσα, τρέχουσα τὸν τοῖχον – τοῖχον, κολλώσα ἀπὸ τοῖχον εἰς τοῖχον, μὲ σχῆμα καὶ μὲ τρόπον τοιοῦτον ὡς νὰ ἔμελλε νὰ εἰσέλθῃ διά τι θέλημα εἰς τὴν αὐλὴν καμμιᾶς γειτονίσσης. Καὶ ἀπὸ τοῖχον εἰς τοῖχον ἔφθανεν εἰς τὴ βόρειον πλευρὰν τοῦ ναοῦ, καὶ διὰ τῆς μικρᾶς πλαγινῆς θύρας, κρυφὰ καὶ κλεφτὰ ἔμβαινε μέσα.

Εἰς τὰς Ἀθήνας, ὡς γνωστόν, ἡ πρώτη Ἀνάστασης εἶναι γιὰ τὲς κυράδες, ἡ δευτέρα γιὰ τὲς δοῦλες. Ἡ Χρηστίνα ἡ Δασκάλα ἐφοβεῖτο τὰς νύκτας νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, μήπως τὴν κοιτάξουν, καὶ δὲν ἐφοβεῖτο τὴν ἡμέραν νὰ μὴ τὴν ἰδοῦν. Διότι οἱ κυράδες τὴν ἐκοίταζαν, οἱ δοῦλες τὴν ἔβλεπαν ἁπλῶς. Εἰς τοῦτο δὲ ἀνεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δὲν ἤθελε ἢ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰς κυρίας, καὶ ὑπεβιβάζετο εἰς τὴν τάξιν τῶν ὑπηρετριῶν. Αὕτη ἦτο ἡ τύχη της.

Ὡραῖον καὶ πολὺ ζωντανόν, καὶ γραφικὸν καὶ παρδαλόν, ἦτο τὸ θέαμα. Οἱ πολυέλαιοι ὁλόφωτοι ἀναμμένοι, αἱ ἅγιαι εἰκόνες στίλβουσαι, οἱ ψάλται ἀναμέλποντες τὰ Πασχάλια, οἱ παπάδες ἱστάμενοι μὲ τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν ἐπὶ τῶν στέρνων, τελοῦντες τὸν Ἀσπασμόν.

Οἱ δοῦλες μὲ τὰς κορδέλας των καὶ μὲ τὰς λευκὰς ποδιὰς των, ἐμοίραζαν βλέμματα δεξιὰ κι ἀριστερά, καὶ ἐφλυάρουν πρὸς ἀλλήλας χωρὶς νὰ προσέχουν εἰς τὴν ἱερὰν ἀκολουθίαν. Οἱ παραμάννες ὡδήγουν ἀπὸ τὴν χεῖρα τριετῆ καὶ πενταετῆ παιδία καὶ κοράσια, τὰ ὁποῖα ἐκράτουν τὰς χρωματιστὰς λαμπάδας των, κι ἔκαιον τὰ χρυσόχαρτα, μὲ τὰ ὁποῖα ἦσαν στολισμέναι, κι ἔπαιζαν κι ἐμάλωναν μεταξύ των, κι ἐζητοῦσαν νὰ καύσουν ὄπισθεν τὰ μαλλιὰ τοῦ πρὸ αὐτῶν ἱσταμένου παιδίου. Οἱ λοῦστροι ἔρριπτον πυροκρόταλα εἰς πολλὰ ἄγνωστα μέρη, ἐντὸς τοῦ ναοῦ καὶ κατετρόμαζον τὶς δοῦλες. Ὁ μοναδικὸς ἀστυφύλαξ τοὺς ἐκυνηγοῦσεν, ἀλλ᾿ αὐτοὶ ἔφευγον ἀπὸ τὴν μίαν πλαγινὴν θύραν κι εὐθὺς ἐπανήρχοντο διὰ τῆς ἄλλης. Οἱ ἐπίτροποι ἐγύριζον τοὺς δίσκους, κι ἔρραινον μὲ ἀνθόνερον τὲς παραμάννες.

Δυὸ ἢ τρεῖς νεαραὶ μητέρες τῆς κατωτέρας τάξεως τοῦ λαοῦ, ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ παραμάννες ἐκρατοῦσαν πεντάμηνα καὶ ἑπτάμηνα βρέφη εἰς τὰ ἀγκάλας. Τὰ μικρὰ ἤνοιγον τεθηπότα τοὺς γλυκεῖς ὀφθαλμούς των, βλέποντα ἀπλήστως τὸ φῶς τῶν λαμπάδων, τῶν πολυελαίων καὶ μανουαλίων, τοὺς κύκλους καὶ τὰ νέφη τοῦ ἀνερχομένου καπνοῦ τοῦ θυμιάματος, καὶ τὸ κόκκινον καὶ πράσινον φῶς, τὸ διὰ τῶν ὑάλων τοῦ ναοῦ εἰσερχόμενον, τὸ ἀνεμίζον ράσον τοῦ ἐκκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος, μέσα – ἔξω εἰς διάφορα θελήματα, τὰ γένεια τῶν παπάδων, σειόμενα εἰς πᾶσαν κλίσιν τῆς κεφαλῆς, εἰς πᾶσαν κίνησιν τῶν χειλέων, διὰ νὰ ἐπαναλάβουν εἰς ὅλους τὸ Χριστὸς ἀνέστη. Βλέποντα καὶ θαυμάζοντα ὅλα ὅσα ἔβλεπον, τὰ στίλβοντα κομβία καὶ τὰ στριμμένα μουστάκια τοῦ ἀστυφύλακος, τοὺς λευκοὺς κεφαλοδέσμους τῶν γυναικῶν, καὶ τοὺς στοίχους τῶν ἄλλων παιδίων, ὅσα ἦσαν ἀραδιασμένα ἐγγὺς καὶ πόρρω, παίζοντα μὲ τοὺς βοστρύχους τῆς κόμης τῶν βασταζουσῶν, καὶ ψελλίζοντα ἀνάρθρους ἀγγελικοὺς φθόγγους.

Δυὸ ὀκτάμηνα βρέφη εἰς τὰς ἀγκάλας δυὸ νεαρῶν μητέρων, αἵτινες ἵσταντο ὦμον μὲ ὦμον πλησίον μιᾶς κολώνας, μόλις εἶδαν τὸ ἓν τὸ ἄλλο, καὶ πάραυτα ἐγνωρίσθησαν καὶ συνῆψαν σχέσεις, καὶ τὸ ἓν, ὡραῖον καὶ καλὸν καὶ εὔθυμον, ἔτεινε τὴ μικρὰν ἁπαλὴν χεῖρα του πρὸς τὸ ἄλλο, καὶ τὸ εἶλκε πρὸς ἑαυτό, καὶ ἐψέλλιζεν ἀκαταλήπτους οὐρανίους φθόγγους.

Ἀλλ᾿ ἡ φωνὴ τοῦ βρέφους ἦτο λιγεία, καὶ ἠκούσθη εὐκρινῶς ἐκεῖ γύρω, καὶ ὁ Γιαμπής, ὁ ἐπίτροπος, δὲν ἠγάπα ν᾿ ἀκούῃ θορύβους. Εἰς ὅλας τὰς νυκτερινὰς ἀκολουθίας τῶν Παθῶν, πολλάκις εἶχε περιέλθει τὰς πυκνὰς τῶν γυναικῶν τάξεις, διὰ νὰ ἐπιπλήττῃ πτωχὴν τίνα μητέρα τοῦ λαοῦ, διότι εἶχε κλαυθμυρίσει τὸ τεκνίον της. Ὁ ἴδιος ἔτρεξε καὶ τώρα, νὰ ἐπιτιμήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν πτωχὴν μητέρα, διὰ τοὺς ἀκάκους ψελλισμοὺς τοῦ βρέφους της.

Τότε ἡ Χρηστίνα ἡ Δασκάλα ἥτις ἵστατο ὀλίγον παρέκει, ὀπίσω ἀπὸ τὸν τελευταῖον κίονα, κολλητὰ μὲ τὸν τοῖχον, σύρριζα εἰς τὴν γωνίαν, ἐσκέφθη ἀκουσίως της – καὶ τὸ ἐσκέψθη ὄχι ὡς δασκάλα, ἀλλ᾿ ὡς ἀμαθὴς καὶ ἀνόητος γυνὴ ὁποὺ ἦτον – ὅτι, καθώς, αὐτὴ ἐνόμιζε, κανείς, ἂς εἶναι καὶ ἐπίτροπος ναοῦ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιπλήξῃ πτωχὴν νεαρὰν μητέρα, διὰ τοὺς κλαυθμυρισμοὺς τοῦ βρέφους της, καθὼς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὴν ἀποκλείσῃ τοῦ ναοῦ, διότι ἔχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινῶς δὲν μεταδίδουν τὴ θείαν κοινωνίαν εἰς νήπια κλαίοντα; Καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀποκλείσουν τῆς θείας μεταλήψεως, διότι κλαίουν; Ἕως πότε ὅλη ἡ αὐστηρότης τῶν «ἁρμοδίων» θὰ διεκδικῆται καὶ θὰ ξεθυμαίνῃ μόνον εἰς βάρος τῶν πτωχῶν καὶ τῶν ταπεινῶν;

Ἐκ τοῦ μικροῦ τούτου περιστατικοῦ ἔλαβεν ἀφορμὴν ἡ Χρηστίνα νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι πρὸ χρόνων, μίαν νύκτα, κατὰ τὴν ὕψωσιν τοῦ Σταυροῦ, ὅταν ἐπῆγε νὰ ἐκκλησιασθῇ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, παρὰ τὴν Πύλην τῆς Ἀγορᾶς, ἐνῷ ὁ ἀναγνώστης ἔλεγε τὸν Ἀπόστολον, ὅταν ἀπήγγειλε τὰς λέξεις «τὰ μωρά του κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός», αἴφνης, κατὰ θαυμασίαν σύμπτωσιν, ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην ἓν βρέφος ἤρχιζε νὰ ψελλίζῃ μεγαλοφώνως, ἀμιλλώμενον πρὸς τὴν φωνὴν τοῦ ἀναγνώστου. Καὶ ὁποίαν γλυκύτητα εἶχε τὸ παιδικὸν ἐκεῖνο κελάδημα! Τόσον ὡραῖον πρέπει νὰ ἦτο τὸ Ὡσαννά, τὸ ὁποῖον ἔψαλλον τὸ πάλαι οἱ παῖδες τῶν Ἑβραίων πρὸς τὸν ἐρχόμενον Λυτρωτήν. «Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων καταρτίσω αἶνον, ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν σου, τοῦ καταλύσαι ἐχθρὸν καὶ ἐκδικητήν».

Τοιαῦτα ἀνελογίζετο ἡ Χρηστίνα, σκεπτόμενη, ὅτι καμμία μήτηρ δὲ θὰ ἦτο τόσον ἀφιλότιμος, ὥστε νὰ μὴ στενοχωρῆται, καὶ νὰ μὴ σπεύδῃ νὰ κατασιγάσῃ τὸ βρέφος της, καὶ νὰ μὴ παρακαλῇ ν᾿ ἀνοιχθῇ πλησίον της εἰς τὸν τοῖχον διὰ θαύματος θύρα, διὰ νὰ ἐξέλθῃ τὸ ταχύτερον. Περιτταὶ δὲ ἦσαν αἱ νουθεσίαι τοῦ ἐπιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, καὶ ἀφοῦ πρὸς βρέφος θηλάζον ὅλα τὰ συνήθη μέσα τῆς πειθοῦς εἶναι ἀνίσχυρα, μόνη δὲ ἡ μήτηρ εἶναι κάτοχος ἄλλων μέσων πειθοῦς, τὴ χρῆσιν τῶν ὁποίων περιττὸν νὰ ἔλθῃ τρίτος τις διὰ νὰ τῆς τὴν ὑπενθυμίσῃ. Κι ἔπειτα λέγουν ὅτι οἱ ἄνδρες ἔχουν περισσότερον μυαλὸ ἀπὸ τὰς γυναῖκας!

Οὕτω ἐφρόνει ἡ Χρηστίνα. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπῃ; Αὐτῆς δὲν τῆς ἔπεφτε λόγος. Αὐτὴ ἦτον ἡ Χρηστίνα ἡ Δασκάλα, ὅπως τὴν ἔλεγαν ἕναν καιρόν. Παιδία δὲν εἶχε, διὰ νὰ φοβῆται τὰς ἐπιπλήξεις τοῦ ἐπιτρόπου. Τὰ παιδία της τὰ εἶχε θάψει, χωρὶς νὰ τὰ ἔχῃ γεννήσει. Καὶ ὁ ἀνὴρ τὸν ὁποῖον εἶχε, δὲν ἦτο σύζυγός της.

Ἦσαν ἀνδρόγυνον χωρὶς στεφάνι.

Χωρὶς στεφάνι! Ὁπόσα τοιαῦτα παραδείγματα!

Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ἐλλείψει ὅμως ἄλλης προνοίας, χριστιανικῆς καὶ ἠθικῆς, διὰ νὰ εἶναι τουλάχιστον συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ λογικοί, νὰ ψηφίσωσι τὸν πολιτικὸν γάμον.

Ἀπὸ τὸν καιρὸν ὁποὺ εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ τὰς συστάσεις τῶν κομματαρχῶν διὰ νὰ διορίζεται δασκάλα, εἷς τῶν κομματαρχῶν τούτων, ὁ Παναγῆς ὁ Ντεληκανάτας, ὁ ταβερνιάρης, τὴν εἶχεν ἐκμεταλλευθῆ. Ἅμα ἤλλαξε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ δὲν ἴσχυε πλέον νὰ τὴ διορίσῃ, τῆς εἶπεν:

– Ἔλα νὰ ζήσουμε μαζύ, καὶ ἀργότερα θὰ σὲ στεφανωθῶ.

– Πότε;

– Μετ᾿ ὀλίγους μῆνας, μετὰ ἓν ἑξάμηνον, μετὰ ἕνα χρόνον.

Ἔκτοτε παρῆλθον χρόνοι καὶ χρόνοι, κι ἐκεῖνος ἀκόμα εἶχε μαῦρα τὰ μαλλιὰ κι αὐτὴ εἶχεν ἀσπρίσει. Καὶ δὲν τὴν ἐστεφανώθη ποτέ.

Αὐτὴ δὲν ἐγέννησε τέκνον. Ἐκεῖνος εἶχε καὶ ἄλλας ἐρωμένας. Κι ἐγέννα τέκνα μὲ αὐτάς.

Ἡ ταλαίπωρος αὐτή, μανθάνουσα, ἐπιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, ὑπομένουσα, ἐγκαρτεροῦσα ἔπαιρνε τὰ νόθα τοῦ ἀστεφανώτου ἀνδρός της εἰς τὸ σπίτι, τὰ ἐθέρμενεν εἰς τὴν ἀγκαλιάν της, ἀνέπτυσσε μητρικὴν στοργήν, τὰ ἐπονοῦσε. Καὶ τὰ ἀνέσταινε, κι ἐπάσχιζε νὰ τὰ μεγαλώση. Καὶ ὅταν ἐγίνοντο δυὸ ἢ τριῶν ἐτῶν, καὶ τὰ εἶχε πονέσει πλέον ὡς τέκνα της, τότε ἤρχετο ὁ Χάρος, συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν ὀστρακιάν, τὴν εὐλογιὰν καὶ ἄλλας δυσμόρφους συντρόφους, καὶ τῆς τὰ ἔπαιρνεν ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά της.

Τρία ἢ τέσσερα παιδία τῆς εἶχαν ἀποθάνει οὕτω ἐντὸς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐτῶν. Κι αὐτὴ ἐπικραίνετο. Ἐγήρασκε καὶ ἄσπριζε. Κι ἔκλαιε τὰ νόθα του ἀνδρός της, ὡς νὰ ἦσαν γνήσια ἰδικά της. Κι ἐκεῖνα τὰ πτωχά, τὰ μακάρια, περιίπταντο εἰς τ᾿ ἄνθη τοῦ παραδείσου ἐν συντροφίᾳ μὲ τ᾿ ἀγγελούδια τὰ ἐγχώρια ἐκεῖ. Ἐκεῖνος οὐδὲ λόγον τῆς ἔκαμνε πλέον περὶ στεφανώματος. Κι αὐτὴ δὲν ἔλεγε πλέον τίποτε. Ὑπέφερεν ἐν σιωπῇ.

Κι ἔπλυνε κι ἐσυγύριζεν ὅλον τὸν χρόνον. Τὴ Μεγάλην Πέμπτην ἔβαπτε τ᾿ αὐγὰ τὰ κόκκινα. Καὶ τὰς καλὰς ἡμέρας δὲν εἶχε τόλμης πρόσωπον νὰ ὑπάγῃ κι αὐτὴ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.

Μόνον τὸ ἀπόγευμα τοῦ Πάσχα, εἰς τὴν ἀκολουθίαν τῆς Ἀγάπης, κρυφὰ καὶ δειλὰ εἰσῆρπεν εἰς τὸν ναόν, διὰ ν᾿ ἀκούση τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα» μαζὺ μὲ τὲς δοῦλες καὶ τὲς παραμάννες.

Ἀλλ᾿ Ἐκεῖνος, ὄτις ἀνέστη «ἕνεκα ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων», ὅστις ἐδέχθη τῆς ἁμαρτωλῆς τὰ μύρα καὶ τὰ δάκρυα, καὶ τοῦ λῃστοῦ τὸ Μνήσθητί μου, θὰ δεχθῆ καὶ αὐτῆς τῆς πτωχῆς τὴν μετάνοιαν, καὶ θὰ τῆς δώση χῶρον καὶ τόπον χλοερόν, καὶ ἄνεσιν καὶ ἀναψυχὴν εἰς τὴ βασιλείαν Του τὴν αἰωνίαν.

(1896)

Αναρτήθηκε στις Πάσχα. Ετικέτες: , , , . Leave a Comment »

Τα κόκκινα αυγά…

Ενα παραμύθι της γιαγιάς μου με το οποίο μεγάλωσα.

Δεν ξέρω που το άκουσε όταν ήταν παιδί κι αυτή.
Χάρη στο Νετ πολύ πρόσφατα έμαθα πως στα «απόκρυφα ευαγγέλια»αναφέρεται πως τα πουλάκια πλασμένα με χώμα από Εκείνον έγιναν κόκκινα αυγά!

Είχε πια ξημερώσει για τα καλά…
Ο φωτοδότης άρχισε να πυρώνει τους πέτρινους λόφους και την χρυσή απέραντη έρημο που άπλωνε τα κύματά της μίλια ολάκερα,πέρα από το πλίνθινο ασβεστοβαμμένο σπιτάκι.
Η Μύριαμ έβαλε το χέρι αντήλιο και κοίταξε τις φοινικιές που οριοθετούσαν τα σύνορά της μικρής τους κατοικίας. Ισχνές και κακοφορμισμένες ήταν από την έλλειψη του νερού. Θα μεγαλώσουν-σκέφτηκε-, o Κύριος προνοεί για όλα.
Τράβηξε για την μικρή της κουζίνα,έβρασε το κατσικίσιο γάλα και έριξε στο τηγάνι το άζυμο ψωμί.
Ως να τελειώσει,ο μαραγκός και ο μικρός γιος της ήρθαν αγουροξυπνημένοι και κάθισαν στο τραπέζι.
Χαρά ήταν για την Μύριαμ να τους βλέπει καθισμένους δίπλα-δίπλα.Μια σχέση περίεργη είχαν πατέρας και γιος,αλλά εκείνη δεχόταν μόνο την αγάπη που άνθιζε μεταξύ τους και ξεχνούσε όλα τα άλλα. Κι ήταν πολλά αυτά που ήθελε να ξεχάσει….
Ο μαραγκός σαν απόφαγε τράβηξε για το εργαστήρι του,η Μυριαμ πήγε να ξεβοτανίσει και να ποτίσει το μικρο της περιβόλι και ο εξάχρονος βάλθηκε να σκάβει μια λακκούβα στο ξερό χώμα για να μην πάει χαμένο το νερό που έριχνε η μάνα του στα λαχανικά της ,απο την ξύλινη στέρνα που της έφτιαξε ο μαραγκός για να μαζεύει το νερό της σπάνιας βροχής εκείνης της χώρας.

Φωνές ακούστηκαν και η Μύριαμ παράτησε τον κάδο με το νερό δίπλα στην στέρνα.
Παιδιά ήρθαν!Τα γειτονόπουλα τους ήταν.Ωρα για παιγνίδια!
Εδεσε το κεφαλομάντηλο της και τράβηξε για την κουζίνα με σκοπό να τους φτιάξει τηγανίτες…και τότε τον είδε και ανατρίχιασε σύγκορμη…

Το αγαπούσε αυτό το παιδί με τα μαύρα σαν την κόλαση μάτια,φωτιές έβγαζε η ματιά του,ανατρίχιαζε όταν την άγγιζε.Της προξενούσε χαρά και λύπη.Εναν ανεξήγητο φόβο,ένα δέος,μια πικρή προσμονή.

«θα φτιάξουμε βόλους από την λάσπη σήμερα-είπε ο μαυρομάτης.Ναι-ναι αναφώνησαν όλοι.
Οι βόλοι φτιάχτηκαν,παίχτηκαν και….έσπασαν!Και όλοι έπεσαν σε απελπισία.Δεν είχαν άλλο παιγνίδι.Και τότε ο γιος της Μύριαμ είπε:Θα κάνουμε πουλάκια από το χώμα,πάω να φέρω νερό από την στέρνα της μάνας μου.Και έτσι έκανε….
Αυτός και ο μαυρομάτης άρχισαν να πλάθουν τα πουλάκια.1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12, ενα για τον καθένα.
Ο γιος της Μυριαμ έκανε ήδη το έβδομο χωματένιο πουλί όταν ο μαυρομάτης είδε τα δικά του να διαλύονται σε ξερό χώμα.Οργισμένος όρμησε στα πουλιά του φίλου του και άρχισε να τα ποδοπατάει….
Το αγόρι της Μύριαμ δάκρυσε,ένωσε τα χεράκια του σε μια βουβή ικεσία,έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό και ψιθύρισε»πετάξτε πουλάκια μου,πετάξτε!!!
Δώδεκα χρυσοκόκκινα πούλια πέταξαν με κατεύθυνση τον ήλιο και χάθηκαν στον ουρανό…

Το αγόρι έκλαιγε πεσμένο στο χώμα,ο μαυρομάτης τον αγκάλιασε κι έκλαψε κι αυτός.
Η Μύριαμ ένοιωσε για άλλη μια φορά τον πόνο να τρυπάει τα σπλάχνα της…

…Περάσαν τα χρόνια…
Ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του.
Ο μαυρομάτης πέρασε στην φατρία των Ζηλωτών
Ηθελε να ελευθερώσει τον τόπο του από την Ρωμαϊκή κατοχή
Το αγόρι της Μυριαμ έγινε μαραγκός σαν τον πατέρα του
Μετά -λένε-πως πήγε στην Αίγυπτο,ή στους Εσσαίους ,στην νεκρά θάλασσα
Ποιος να ξέρει τι έγινε τότε?

..Η Μύριαμ φρόντισε τον μικρό της κήπο και πήγε στο κοτέτσι να μάσει τα αυγά. Ενας φόβος έσφιγγε την ψυχή της. Μια θλίψη την πότιζε τούτες τις μέρες.
Το αγόρι της είχε πάρει πια τον ταγμένο του δρόμο. Περίμενε,περίμενε μέχρι να δει το τέλος,το προδιαγραμμένο μέσα από τους προφήτες του Ισραήλ.

Ο φωτοδότης ήταν στο μεσουράνημα όταν ήρθε ο παραγιός του μαραγκού να της ανακοινώσει την είσοδο του υιού της επί πώλου όνου εις την Ιερουσαλήμ. Ηξερε πια το τέλος…
Τα τρεμάμενα χέρια της άφησαν την ποδιά με τα αυγά,κι εκείνα έπεσαν στο ξερό χώμα κι έσπασαν!!
Η Μυριαμ κοίταζε τα σπασμένα αυγά, άφωνη από την θλίψη όταν εμφανίστηκαν από το πουθενά δώδεκα χρυσοπόρφυρα πουλιά. Καθίσαν στην ποδιά της και αίμα άρχισε να σταλάζει από τα ράμφος τους.
Κι όταν το αίμα πότισε τα σπασμένα αυγά τα πουλιά έφυγαν από την ποδιά της Μύριαμ και κουρνιάζοντας πάνω τους,ένωσαν τις φτερούγες τους και ξαναέγιναν ένα με το χώμα από το οποίο τα έπλασε Εκείνος!
Αυγά και πουλάκια έγιναν ένα!
Δώδεκα λαμπερά ΚΟΚΚΙΝΑ αυγά κείτονταν καταγής!!

Η Μύριαμ έσκυψε και τα μάζεψε.
Το ρηθέν του Ησαΐα-σκέφτηκε-Οι προφητείες άρχισαν..
Αλλά ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος μπορεί να μας χωρίσει από Την Αγάπη Του..
Τράβηξε για το ταπεινό της σπίτι,έβαλε τα 12 αυγά σε ένα ξύλινο κάνιστρο και άνοιξε το μπαούλο με τα υφασμένα ρούχα του πένθους.

Η Μυριαμ ήξερε πια τον δρόμο για τον Γολγοθά της. Ηξερε γιατί την τρόμαζε το άγγιγμα του μαυρομάτη.
Με ένα φιλί τον παρέδωσε για τριάκοντα αργύρια!
Και της έμελλε πολύ να κλάψει για τον Μονάκριβό Της…

Καλή Ανάσταση εύχομαι σε όλους και προπάντων στα χαμομηλάκια που δεν έχουν τα δώρα και τις χαρές που τους πρέπει, εξ αιτίας ημών των «ανθρώπων»
Ειθε η αγάπη Του να μας κάνει καλύτερους!

Μόνο μέσα από την αγάπη που μας δίδαξε και σταυρώθηκε γι’αυτήν θα βρούμε τον αληθινό δρόμο της ύπαρξής μας…
Αναρτήθηκε στις Πάσχα. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Τα κόκκινα αυγά…

Ενα παραμύθι της γιαγιάς μου με το οποίο μεγάλωσα.

Δεν ξέρω που το άκουσε όταν ήταν παιδί κι αυτή.
Χάρη στο Νετ πολύ πρόσφατα έμαθα πως στα «απόκρυφα ευαγγέλια»αναφέρεται πως τα πουλάκια πλασμένα με χώμα από Εκείνον έγιναν κόκκινα αυγά!

Είχε πια ξημερώσει για τα καλά…
Ο φωτοδότης άρχισε να πυρώνει τους πέτρινους λόφους και την χρυσή απέραντη έρημο που άπλωνε τα κύματά της μίλια ολάκερα,πέρα από το πλίνθινο ασβεστοβαμμένο σπιτάκι.
Η Μύριαμ έβαλε το χέρι αντήλιο και κοίταξε τις φοινικιές που οριοθετούσαν τα σύνορά της μικρής τους κατοικίας. Ισχνές και κακοφορμισμένες ήταν από την έλλειψη του νερού. Θα μεγαλώσουν-σκέφτηκε-, o Κύριος προνοεί για όλα.
Τράβηξε για την μικρή της κουζίνα,έβρασε το κατσικίσιο γάλα και έριξε στο τηγάνι το άζυμο ψωμί.
Ως να τελειώσει,ο μαραγκός και ο μικρός γιος της ήρθαν αγουροξυπνημένοι και κάθισαν στο τραπέζι.
Χαρά ήταν για την Μύριαμ να τους βλέπει καθισμένους δίπλα-δίπλα.Μια σχέση περίεργη είχαν πατέρας και γιος,αλλά εκείνη δεχόταν μόνο την αγάπη που άνθιζε μεταξύ τους και ξεχνούσε όλα τα άλλα. Κι ήταν πολλά αυτά που ήθελε να ξεχάσει….
Ο μαραγκός σαν απόφαγε τράβηξε για το εργαστήρι του,η Μυριαμ πήγε να ξεβοτανίσει και να ποτίσει το μικρο της περιβόλι και ο εξάχρονος βάλθηκε να σκάβει μια λακκούβα στο ξερό χώμα για να μην πάει χαμένο το νερό που έριχνε η μάνα του στα λαχανικά της ,απο την ξύλινη στέρνα που της έφτιαξε ο μαραγκός για να μαζεύει το νερό της σπάνιας βροχής εκείνης της χώρας.

Φωνές ακούστηκαν και η Μύριαμ παράτησε τον κάδο με το νερό δίπλα στην στέρνα.
Παιδιά ήρθαν!Τα γειτονόπουλα τους ήταν.Ωρα για παιγνίδια!
Εδεσε το κεφαλομάντηλο της και τράβηξε για την κουζίνα με σκοπό να τους φτιάξει τηγανίτες…και τότε τον είδε και ανατρίχιασε σύγκορμη…

Το αγαπούσε αυτό το παιδί με τα μαύρα σαν την κόλαση μάτια,φωτιές έβγαζε η ματιά του,ανατρίχιαζε όταν την άγγιζε.Της προξενούσε χαρά και λύπη.Εναν ανεξήγητο φόβο,ένα δέος,μια πικρή προσμονή.

«θα φτιάξουμε βόλους από την λάσπη σήμερα-είπε ο μαυρομάτης.Ναι-ναι αναφώνησαν όλοι.
Οι βόλοι φτιάχτηκαν,παίχτηκαν και….έσπασαν!Και όλοι έπεσαν σε απελπισία.Δεν είχαν άλλο παιγνίδι.Και τότε ο γιος της Μύριαμ είπε:Θα κάνουμε πουλάκια από το χώμα,πάω να φέρω νερό από την στέρνα της μάνας μου.Και έτσι έκανε….
Αυτός και ο μαυρομάτης άρχισαν να πλάθουν τα πουλάκια.1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12, ενα για τον καθένα.
Ο γιος της Μυριαμ έκανε ήδη το έβδομο χωματένιο πουλί όταν ο μαυρομάτης είδε τα δικά του να διαλύονται σε ξερό χώμα.Οργισμένος όρμησε στα πουλιά του φίλου του και άρχισε να τα ποδοπατάει….
Το αγόρι της Μύριαμ δάκρυσε,ένωσε τα χεράκια του σε μια βουβή ικεσία,έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό και ψιθύρισε»πετάξτε πουλάκια μου,πετάξτε!!!
Δώδεκα χρυσοκόκκινα πούλια πέταξαν με κατεύθυνση τον ήλιο και χάθηκαν στον ουρανό…

Το αγόρι έκλαιγε πεσμένο στο χώμα,ο μαυρομάτης τον αγκάλιασε κι έκλαψε κι αυτός.
Η Μύριαμ ένοιωσε για άλλη μια φορά τον πόνο να τρυπάει τα σπλάχνα της…

…Περάσαν τα χρόνια…
Ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του.
Ο μαυρομάτης πέρασε στην φατρία των Ζηλωτών
Ηθελε να ελευθερώσει τον τόπο του από την Ρωμαϊκή κατοχή
Το αγόρι της Μυριαμ έγινε μαραγκός σαν τον πατέρα του
Μετά -λένε-πως πήγε στην Αίγυπτο,ή στους Εσσαίους ,στην νεκρά θάλασσα
Ποιος να ξέρει τι έγινε τότε?

..Η Μύριαμ φρόντισε τον μικρό της κήπο και πήγε στο κοτέτσι να μάσει τα αυγά. Ενας φόβος έσφιγγε την ψυχή της. Μια θλίψη την πότιζε τούτες τις μέρες.
Το αγόρι της είχε πάρει πια τον ταγμένο του δρόμο. Περίμενε,περίμενε μέχρι να δει το τέλος,το προδιαγραμμένο μέσα από τους προφήτες του Ισραήλ.

Ο φωτοδότης ήταν στο μεσουράνημα όταν ήρθε ο παραγιός του μαραγκού να της ανακοινώσει την είσοδο του υιού της επί πώλου όνου εις την Ιερουσαλήμ. Ηξερε πια το τέλος…
Τα τρεμάμενα χέρια της άφησαν την ποδιά με τα αυγά,κι εκείνα έπεσαν στο ξερό χώμα κι έσπασαν!!
Η Μυριαμ κοίταζε τα σπασμένα αυγά, άφωνη από την θλίψη όταν εμφανίστηκαν από το πουθενά δώδεκα χρυσοπόρφυρα πουλιά. Καθίσαν στην ποδιά της και αίμα άρχισε να σταλάζει από τα ράμφος τους.
Κι όταν το αίμα πότισε τα σπασμένα αυγά τα πουλιά έφυγαν από την ποδιά της Μύριαμ και κουρνιάζοντας πάνω τους,ένωσαν τις φτερούγες τους και ξαναέγιναν ένα με το χώμα από το οποίο τα έπλασε Εκείνος!
Αυγά και πουλάκια έγιναν ένα!
Δώδεκα λαμπερά ΚΟΚΚΙΝΑ αυγά κείτονταν καταγής!!

Η Μύριαμ έσκυψε και τα μάζεψε.
Το ρηθέν του Ησαΐα-σκέφτηκε-Οι προφητείες άρχισαν..
Αλλά ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος μπορεί να μας χωρίσει από Την Αγάπη Του..
Τράβηξε για το ταπεινό της σπίτι,έβαλε τα 12 αυγά σε ένα ξύλινο κάνιστρο και άνοιξε το μπαούλο με τα υφασμένα ρούχα του πένθους.

Η Μυριαμ ήξερε πια τον δρόμο για τον Γολγοθά της. Ηξερε γιατί την τρόμαζε το άγγιγμα του μαυρομάτη.
Με ένα φιλί τον παρέδωσε για τριάκοντα αργύρια!
Και της έμελλε πολύ να κλάψει για τον Μονάκριβό Της…

Καλή Ανάσταση εύχομαι σε όλους και προπάντων στα χαμομηλάκια που δεν έχουν τα δώρα και τις χαρές που τους πρέπει, εξ αιτίας ημών των «ανθρώπων»
Ειθε η αγάπη Του να μας κάνει καλύτερους!

Μόνο μέσα από την αγάπη που μας δίδαξε και σταυρώθηκε γι’αυτήν θα βρούμε τον αληθινό δρόμο της ύπαρξής μας…
Αναρτήθηκε στις Πάσχα. Ετικέτες: . Leave a Comment »

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΡΙΖΟΥ.

Η Κυρά Σαρακοστή

Έθιμο που συναντάται σε όλη την Ελλάδα. Η γιαγιά ζωγράφιζε σε χαρτί την Κυρά Σαρακοστή που είχε τα βλέφαρά της χαμηλωμένα, το στόμα της υπομονετικά κλειστό και τα χέρια της άνετα σταυρωμένα σε στάση προσευχής.

Τα πόδια της ήταν επτά που αντιστοιχούσαν σε κάθε μια από τις επτά εβδομάδες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Η γιαγιά κρεμούσε αυτή την ζωγραφιά της κάτω από το εικονοστάσι της.

Κάθε Σαββάτο ένα, ένα τα εγγόνα διαδοχικά έκοβαν από ένα πόδι ως ότου έμενε το τελευταίο πόδι της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκείνο, αφού το τύλιγε σε μικρό μπαλάκι, το έβαζε μέσα στο Ψωμί της Ανάστασης και, όταν ο πατέρας έκοβε και μοίραζε τις φέτες σε όλα τα παρευρισκόμενα μέλη του Πασχαλινού τραπεζιού, ο πιο χαρούμενος ήταν εκείνος που έβρισκε στη φέτα του ψωμιού του το τελευταίο πόδι της Κυράς Σαρακοστής.

Το έθιμο της Κυράς Σαρακοστής μερικοί το έχουν κρατήσει μέχρι σήμερα και το χαίρονται πολύ καθώς εναρμονίζεται με την ατμόσφαιρα των ημερών.

Σελίδου Χαρούλα (ΣΤ΄ Τάξη)

(Από την ιστοσελίδα http://arcadia.ceid.upatras.gr/)

Τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας

Το Άγιο Πάσχα έφτασε και τα έθιμα, βγαλμένα από τα βάθη του χρόνου και πλουτισμένα με στοιχεία αλησμόνητων πατρίδων, αναβιώνουν στην ελληνική επαρχία τη στιγμή που στις μεγάλες πόλεις ξεθωριάζουν. Από την Κυριακή των Βαΐων και κάθε βράδυ σ΄ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας οι πιστοί συρρέουν στις εκκλησίες, για να παρακολουθήσουν με κατάνυξη τα Θεία Πάθη.

Τη Μεγάλη Δευτέρα «ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω τής νυκτός» ενώ τη Μεγάλη Τρίτη στις εκκλησίες οδύρεται «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», κατά το περίφημο ιδιόμελο τροπάριο τής μοναχής Κασσιανής. Τη Μεγάλη Τετάρτη οι νοικοκυρές πλένουν και καθαρίζουν το σπίτι ενώ το απόγευμα γίνεται στην εκκλησία το Μέγα Ευχέλαιο και το βράδυ ο Μυστικός Δείπνος.

Το αίμα του Χριστού.

Tα Έθιμα του Πάσχα αρχίζουν κυρίως τη Μεγάλη Πέμπτη, γιατί από την ημέρα αυτή ξεκινούν οι προετοιμασίες για το Πάσχα. Με ένα κόκκινο πανί απλωμένο στο μπαλκόνι ή το παράθυρο που συμβολίζει το αίμα του Χριστού ξεκινούν στην επαρχία οι προετοιμασίες για τη βραδιά της Ανάστασης ενώ την ίδια ημέρα οι νοικοκυρές σε όλη τη χώρα βάφουν τα κόκκινα αβγά.

Παλιότερα στη Μακεδονία η νοικοκυρά έβαζε το πρώτο αβγό στο εικονοστάσι, από όπου το έβγαζε με την πυροστιά μόνο όταν έβρεχε ή άστραφτε, για να «εξορκίσει» το χαλάζι και τις πλημμύρες. Σε κάποια χωριά της Μακεδονίας, όπως οι Ελευθερές, μέχρι πριν από λίγα χρόνια με την μπογιά που είχε χρησιμοποιηθεί για το βάψιμο τον αβγών σημάδευαν το κεφάλι και την πλάτη των μικρών αρνιών.

Όσο το κόκκινο πανί ήταν κρεμασμένο στο μπαλκόνι ή το παράθυρο, οι γυναίκες δεν έπλεναν ούτε και άπλωναν ρούχα, γιατί το θεωρούσαν κακό σημάδι, ενώ τα πρώτα αβγά που έβαφαν τα έστελναν μαζί με τσουρέκια στα πεθερικά τους. Στην εκκλησία ψάλλεται η μακρά ακολουθία των Παθών με τα δώδεκα ευαγγέλια και αναπαριστάνεται ξανά η Σταύρωση. Αφού τελειώσουν τα 12 Ευαγγέλια, κοπέλες αναλαμβάνουν να στολίσουν τον επιτάφιο με γιρλάντες από λευκά λουλούδια. Έτσι την Μεγάλη Παρασκευή το πρωί ο επιτάφιος είναι έτοιμος για να δεχθεί το «σώμα του Χριστού» κατά την Αποκαθήλωση.

Η Μεγάλη Παρασκευή, είναι ημέρα πένθους, ο λαός ζει με μεγάλη κατάνυξη το Θείο Δράμα. Δεν τρώνε γλυκά για την αγάπη του Χριστού που τον πότισαν ξύδι. Ταχινόσουπα, μαρούλι με ξύδι ή φακές με ξύδι είναι τα συνήθη φαγητά. Κανείς δεν πρέπει να πιάσει στα χέρια του σφυρί ή βελόνι, γιατί θεωρείται μεγάλη αμαρτία. Το βράδυ γίνεται ο Εσπερινός και η περιφορά του Επιταφίου.

Της πομπής προπορεύεται η μπάντα ή η χορωδία και παίζει πένθιμα εμβατήρια, ακολουθούν οι ιεροψάλτες, ο κλήρος, οι μυροφόρες, τα εξαπτέρυγα, πρόσκοποι, και οι πιστοί που ψέλνουν καθ’ όλη τη διάρκεια της λιτανείας. Σε όλη τη διαδρομή οι πιστοί ραίνουν τον επιτάφιο με λουλούδια και αρώματα, κρατώντας αναμμένα κεριά.

Αναρτήθηκε στις Πάσχα. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΡΙΖΟΥ.

Η Κυρά Σαρακοστή
Έθιμο που συναντάται σε όλη την Ελλάδα. Η γιαγιά ζωγράφιζε σε χαρτί την Κυρά Σαρακοστή που είχε τα βλέφαρά της χαμηλωμένα, το στόμα της υπομονετικά κλειστό και τα χέρια της άνετα σταυρωμένα σε στάση προσευχής.

Τα πόδια της ήταν επτά που αντιστοιχούσαν σε κάθε μια από τις επτά εβδομάδες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Η γιαγιά κρεμούσε αυτή την ζωγραφιά της κάτω από το εικονοστάσι της.
Κάθε Σαββάτο ένα, ένα τα εγγόνα διαδοχικά έκοβαν από ένα πόδι ως ότου έμενε το τελευταίο πόδι της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκείνο, αφού το τύλιγε σε μικρό μπαλάκι, το έβαζε μέσα στο Ψωμί της Ανάστασης και, όταν ο πατέρας έκοβε και μοίραζε τις φέτες σε όλα τα παρευρισκόμενα μέλη του Πασχαλινού τραπεζιού, ο πιο χαρούμενος ήταν εκείνος που έβρισκε στη φέτα του ψωμιού του το τελευταίο πόδι της Κυράς Σαρακοστής.
Το έθιμο της Κυράς Σαρακοστής μερικοί το έχουν κρατήσει μέχρι σήμερα και το χαίρονται πολύ καθώς εναρμονίζεται με την ατμόσφαιρα των ημερών.
Σελίδου Χαρούλα (ΣΤ΄ Τάξη)
(Από την ιστοσελίδα
http://arcadia.ceid.upatras.gr/)

Τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας
Το Άγιο Πάσχα έφτασε και τα έθιμα, βγαλμένα από τα βάθη του χρόνου και πλουτισμένα με στοιχεία αλησμόνητων πατρίδων, αναβιώνουν στην ελληνική επαρχία τη στιγμή που στις μεγάλες πόλεις ξεθωριάζουν. Από την Κυριακή των Βαΐων και κάθε βράδυ σ΄ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας οι πιστοί συρρέουν στις εκκλησίες, για να παρακολουθήσουν με κατάνυξη τα Θεία Πάθη.

Τη Μεγάλη Δευτέρα «ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω τής νυκτός» ενώ τη Μεγάλη Τρίτη στις εκκλησίες οδύρεται «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», κατά το περίφημο ιδιόμελο τροπάριο τής μοναχής Κασσιανής. Τη Μεγάλη Τετάρτη οι νοικοκυρές πλένουν και καθαρίζουν το σπίτι ενώ το απόγευμα γίνεται στην εκκλησία το Μέγα Ευχέλαιο και το βράδυ ο Μυστικός Δείπνος.
Το αίμα του Χριστού.
Tα Έθιμα του Πάσχα αρχίζουν κυρίως τη Μεγάλη Πέμπτη, γιατί από την ημέρα αυτή ξεκινούν οι προετοιμασίες για το Πάσχα. Με ένα κόκκινο πανί απλωμένο στο μπαλκόνι ή το παράθυρο που συμβολίζει το αίμα του Χριστού ξεκινούν στην επαρχία οι προετοιμασίες για τη βραδιά της Ανάστασης ενώ την ίδια ημέρα οι νοικοκυρές σε όλη τη χώρα βάφουν τα κόκκινα αβγά.
Παλιότερα στη Μακεδονία η νοικοκυρά έβαζε το πρώτο αβγό στο εικονοστάσι, από όπου το έβγαζε με την πυροστιά μόνο όταν έβρεχε ή άστραφτε, για να «εξορκίσει» το χαλάζι και τις πλημμύρες. Σε κάποια χωριά της Μακεδονίας, όπως οι Ελευθερές, μέχρι πριν από λίγα χρόνια με την μπογιά που είχε χρησιμοποιηθεί για το βάψιμο τον αβγών σημάδευαν το κεφάλι και την πλάτη των μικρών αρνιών.
Όσο το κόκκινο πανί ήταν κρεμασμένο στο μπαλκόνι ή το παράθυρο, οι γυναίκες δεν έπλεναν ούτε και άπλωναν ρούχα, γιατί το θεωρούσαν κακό σημάδι, ενώ τα πρώτα αβγά που έβαφαν τα έστελναν μαζί με τσουρέκια στα πεθερικά τους. Στην εκκλησία ψάλλεται η μακρά ακολουθία των Παθών με τα δώδεκα ευαγγέλια και αναπαριστάνεται ξανά η Σταύρωση. Αφού τελειώσουν τα 12 Ευαγγέλια, κοπέλες αναλαμβάνουν να στολίσουν τον επιτάφιο με γιρλάντες από λευκά λουλούδια. Έτσι την Μεγάλη Παρασκευή το πρωί ο επιτάφιος είναι έτοιμος για να δεχθεί το «σώμα του Χριστού» κατά την Αποκαθήλωση.

Η Μεγάλη Παρασκευή, είναι ημέρα πένθους, ο λαός ζει με μεγάλη κατάνυξη το Θείο Δράμα. Δεν τρώνε γλυκά για την αγάπη του Χριστού που τον πότισαν ξύδι. Ταχινόσουπα, μαρούλι με ξύδι ή φακές με ξύδι είναι τα συνήθη φαγητά. Κανείς δεν πρέπει να πιάσει στα χέρια του σφυρί ή βελόνι, γιατί θεωρείται μεγάλη αμαρτία. Το βράδυ γίνεται ο Εσπερινός και η περιφορά του Επιταφίου.
Της πομπής προπορεύεται η μπάντα ή η χορωδία και παίζει πένθιμα εμβατήρια, ακολουθούν οι ιεροψάλτες, ο κλήρος, οι μυροφόρες, τα εξαπτέρυγα, πρόσκοποι, και οι πιστοί που ψέλνουν καθ’ όλη τη διάρκεια της λιτανείας. Σε όλη τη διαδρομή οι πιστοί ραίνουν τον επιτάφιο με λουλούδια και αρώματα, κρατώντας αναμμένα κεριά.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ…ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ….

Γεννήθηκε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε,
Έδωσε τη δυνατότητα να λυτρωθούμε

να σωθούμε.
Τη δυνατότητα.
Θα μπορούσε να πιέσει, να προστάξει,
να καθορίσει, να απειλήσει,
ή ακόμα να μας πλάσει άβουλους
πανομοιότυπους,
όντα χωρίς επιλογές,
αξιοθρήνητα, υποταγμένα άβουλα
στη δική Του θέληση.
Έδωσε τη δυνατότητα να επιλέξουμε,
από σεβασμό στην ελευθερία μας,
για να έχει αξία ο αγώνας
και οι προσπάθειές μας.
Έπλασε τον κόσμο «καλό λίαν»
και μας άφησε διαχειριστές του.
Και περιμένει…
να μεταμορφώσουμε τον πλανήτη μας
να τον γεμίσουμε Αγάπη
να πάλλεται η Γη από την Αγάπη,
Αγάπη για όλους,
Αγάπη για τα παιδιά
τα παιδιά όλου του κόσμου,
αυτά που κρύβουμε μέσα μας
και αυτά που έχουμε χρέος να προστατεύουμε.
Καλωσόρισες Κωνσταντίνε στη συντροφιά μας….
Αναρτήθηκε στις Πάσχα. Ετικέτες: , . 2 Σχόλια »

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ…ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ….

Γεννήθηκε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε,
Έδωσε τη δυνατότητα να λυτρωθούμε

να σωθούμε.
Τη δυνατότητα.
Θα μπορούσε να πιέσει, να προστάξει,
να καθορίσει, να απειλήσει,
ή ακόμα να μας πλάσει άβουλους
πανομοιότυπους,
όντα χωρίς επιλογές,
αξιοθρήνητα, υποταγμένα άβουλα
στη δική Του θέληση.
Έδωσε τη δυνατότητα να επιλέξουμε,
από σεβασμό στην ελευθερία μας,
για να έχει αξία ο αγώνας
και οι προσπάθειές μας.
Έπλασε τον κόσμο «καλό λίαν»
και μας άφησε διαχειριστές του.
Και περιμένει…
να μεταμορφώσουμε τον πλανήτη μας
να τον γεμίσουμε Αγάπη
να πάλλεται η Γη από την Αγάπη,
Αγάπη για όλους,
Αγάπη για τα παιδιά
τα παιδιά όλου του κόσμου,
αυτά που κρύβουμε μέσα μας
και αυτά που έχουμε χρέος να προστατεύουμε.
Καλωσόρισες Κωνσταντίνε στη συντροφιά μας….
Αναρτήθηκε στις - Σκέψεις, Πάσχα. Ετικέτες: , . 2 Σχόλια »
Αρέσει σε %d bloggers: