Χωρισμένοι … με παιδιά στην εφηβεία

Παλαιότερα θεωρούσαμε το διαζύγιο απλά και μόνο ως τη νομική διάλυση του γάμου μεταξύ δύο ατόμων. Φαίνεται όμως ότι το διαζύγιο είναι μάλλον μία διεργασία που ξεδιπλώνεται για αρκετά χρόνια και αφορά τόσο το ζευγάρι, όσο και τα παιδιά.
Αν και οι γονείς γίνονται πρώην σύζυγοι, δεν γίνονται ποτέ πρώην μπαμπάδες ή πρώην μαμάδες. Το διαζύγιο αναπαριστά το χαμό της οικογένειας που ως τότε γνώριζε το παιδί. Ακόμη πιο παράδοξο είναι ότι αίτια όλης αυτής της ανασφάλειας και της θλίψης που βιώνει το παιδί κατά τη διαδικασία του διαζυγίου είναι οι ίδιοι οι γονείς του, οι άνθρωποι δηλαδή που έως τότε ήταν κατ’ εξοχήν υπεύθυνοι για την ασφάλεια και την ευτυχία του.
Η πρώτη φάση του διαζυγίου ξεκινά με την αποχώρηση του ενός από τους δύο γονείς από την οικογενειακή κατοικία. Ανεξαρτήτως του πόση ένταση υπήρχε στους γονείς τα τελευταία χρόνια, τα παιδιά βιώνουν ένα μικρό ή μεγάλο σοκ από τη φυσική απουσία του ενός γονέα και την ξαφνική αλλαγή του κόσμου τους, από την κατάργηση της βεβαιότητας ότι ο κόσμος γύρω τους θα μείνει για πάντα αναλλοίωτος. Στη φάση αυτή η απόρριψη, ο θυμός και η ενοχή των γονέων δημιουργούν εσωτερικές συγκρούσεις στα παιδιά.
Ο γονιός που νιώθει ότι έχει απορριφθεί ή αδικηθεί, συχνά αντιδρά με θυμό ή και οργή. Τα παιδιά λοιπόν, μπορεί να γίνουν μάρτυρες σκηνών λεκτικής ή και σωματικής βίας και άσχημων σκηνών. Ο οργισμένος γονέας είναι πολύ πιθανό να παραμελήσει τις ανάγκες και να αγνοήσει τα συναισθήματα του παιδιού του.

Κι ενώ ο σύζυγος που έχει απορριφθεί μπορεί να νιώθει ότι δεν αξίζει να τον αγαπούν,
αυτός που αποφάσισε να φύγει μπορεί να νιώθει ενοχές. Και η απόρριψη και η ενοχή μπορεί να προκαλέσουν σοβαρή κατάθλιψη στην οποία ο γονιός που χωρίζει βυθίζεται αγνοώντας τα παιδιά του. Κάποιοι άλλοι αποφεύγουν την κατάθλιψη, το θυμό ή την ενοχή δουλεύοντας υπερβολικά ή πηγαίνοντας από το ένα πάρτι στο άλλο, στερώντας και πάλι από τα παιδιά τους την προσοχή που τους χρειάζεται.

Σχετικά με τις επιπτώσεις που έχει η διαδικασία του διαζυγίου πάνω στα παιδιά-εφήβους, έχουν γίνει διάφορες έρευνες, οι οποίες έχουν καταδείξει ότι ορισμένες ψυχολογικές αντιδράσεις τις συναντάμε κατά κανόνα σε όλα τα παιδιά του διαζυγίου και ότι το ξεπέρασμα των προβλημάτων ευνοείται ή όχι από συγκεκριμένους παράγοντες. Επίσης προκύπτει ότι οι επιπτώσεις ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο του παιδιού, το φύλο του γονιού που απομακρύνεται καθώς και με τη σχέση που το παιδί είχε μ’ αυτόν πριν το διαζύγιο.

Έχουν εντοπιστεί διάφοροι ειδικοί παράγοντες που καθιστούν πολύ πιθανό έναν ψυχολογικό τραυματισμό του παιδιού-εφήβου. Τέτοιοι είναι για παράδειγμα:
1. Η ποιότητα των σχέσεων του παιδιού με καθένα γονιό χωριστά πριν και μετά το διαζύγιο.
2. Η παραμέληση του παιδιού κατά τη διάρκεια του διαζυγίου, ή και μετά, από τους ενήλικες γύρω του.
3. Η εκ μέρους του κηδεμόνα γονιού ταύτιση του παιδιού με τον άλλο γονέα, οπότε η επιθετικότητα του πρώτου προς τον δεύτερο ξεσπάει πάνω στο παιδί, και ακόμα η χρησιμοποίηση του παιδιού ως μέσου διαμάχης μεταξύ των γονιών του.
4. Η συνεχής υποτίμηση του απομακρυσμένου γονιού από το γονιό που έχει την επιμέλεια. Σε αυτή τη διαδικασία εμπλέκεται συνήθως και το ευρύτερο συγγενικό περιβάλλον.

Από την άλλη αναφέρονται κάποιοι παράγοντες που φαίνεται να ευνοούν την αποφυγή του ψυχολογικού τραυματισμού. Έτσι λέγεται ότι έχουμε ομαλότερη εξέλιξη του παιδιού:
1. Όταν το παιδί βοηθηθεί να «θρηνήσει» το γονιό που απουσιάζει.
2. Όταν το παιδί έχει τη δυνατότητα για συνεχή, απρόσκοπτη επαφή με τον απόντα γονιό και να την πραγματοποιεί όποτε εκείνο επιθυμεί. Είναι πολύ σημαντικό, η επικοινωνία να καθορίζεται και να διατηρείται σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις ανάγκες του παιδιού και να μην του επιβάλλεται.

Στους εφήβους, η συχνότερη, συνειδητή αντίδραση είναι να αποστασιοποιηθούν. Αποσύρονται και από τους γονείς και από την όλη διαδικασία. Για τον έφηβο είναι πολύ δύσκολο να πάρει θέση και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αναθεώρησης των δεσμών του με τους γονείς του.
Για μερικούς εφήβους, αλλά και νεαρούς ενήλικες, το διαζύγιο μπορεί να σημαίνει ότι πρέπει πλέον να ανασκευάσουν τις μνήμες που έχουν από την περασμένη οικογενειακή τους ζωή και, για μερικά χρόνια αργότερα, αντιμετωπίζουν δυσκολίες με το δικό τους γάμο. Συχνά καταλήγουν και οι ίδιοι σε διαζύγιο.
Οι έφηβοι είναι ιδιαίτερα απορροφημένοι με τον εαυτό τους. Σε μία καταιγίδα βιολογικών αλλαγών που τους δημιουργεί πρωτόγνωρα ξυπνήματα των αισθήσεων, αλλά και κοινωνικών αλλαγών προς την ενηλικίωση, δυσκολεύονται να συμβιβάσουν την προετοιμασία για αυτονομία με τη στήριξη που χρειάζονται από τους γονείς.
Καταφεύγουν σε πρόσωπα εκτός οικογένειας και, στην προσπάθειά τους να καθιερωθούν, επιλέγουν,συνήθως, λανθασμένα πρότυπα.
Οργίζονται συχνότερα και η παραβατική συμπεριφορά είναι φαινόμενο σύνηθες.
Περνούν από την απομόνωση στην εξωστρέφεια συχνά, γεγονός που προβληματίζειτους καθηγητές και τους άλλους ενήλικες με τους οποίους έχουν συχνή επικοινωνία.

Η αίσθηση που σταδιακά παγιώνεται είναι ότι δεν θα υπόκεινται πλέον, εκ των πραγμάτων, σε έλεγχο στις εξόδους και τις συναναστροφές τους. Αυτή η αίσθηση ελευθερίας, που για τον έφηβο είναι το ζητούμενο,οδηγεί πολλές φορές τους εφήβους σε συμπεριφορές επικίνδυνες.

Ο σημαντικότερος ίσως κίνδυνος εδώ, είναι η απουσία ενός σταθερού αρσενικού και θηλυκού προτύπου, σε μία περίοδο που το παιδί αρχίζει να δημιουργεί τις πρώτες του συναισθηματικές σχέσεις. Ο πατέρας και μητέρα μας αποτελούν τα αρχέτυπα αυτού του προτύπου, επιτρέποντάς μας να ταυτιστούμε με το πρότυπο του ίδιου φύλου και να μάθουμε να αλληλεπιδρούμε με το πρότυπο του αντιθέτου φύλου. Οι διαδικασίες αυτές ξεκινούν από την πρώτη παιδική ηλικία, όμως αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα στην εφηβεία, όταν η σεξουαλική μας ταυτότητα έρχεται στον ορίζοντα.
Και στην ηλικία αυτή υπάρχει ο κίνδυνος τα παιδιά να περνούν τον περισσότερο χρόνο με τη μητέρα τους, απ την άλλη υπάρχει ο κίνδυνος μία μητέρα που εργάζεται σε δύο δουλειές για να τα φέρει πέρα οικονομικά να μην είναι επαρκές θηλυκό πρότυπο για τα παιδιά της. (Και το αντίστοιχο βέβαια ισχύει και για τον πατέρα σε σχέση με το ανδρικό πρότυπο).

Ο άνθρωπος, ανεξαρτήτως της ηλικίας του, έχει σημαντικά ψυχικά αποθέματα για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες. Για να λυθούν επιτυχώς όλα τα προβλήματα, αρκεί να αποφύγουμε κάποια βασικά λάθη :

οι γονείς συχνά πιστεύουν πως τα παιδιά θέλουν να κρύβουν τα συναισθήματά τους από τους γονείς, να μην συζητούν την κατάσταση, να εξατμιστούν με κάποιο τρόπο τα προβλήματα και όλοι να συμπεριφέρονται σαν μην έγινε τίποτα.
Η αλήθεια είναι πως τα παιδιά θέλουν να εκφράσουν τα συναισθήματα τους και να εκφράσουν τους γονείς τους το πόσο υποφέρουν.

οι γονείς πιστεύουν πως τα παιδιά θα εκφράσουν λεκτικά την οδύνη τους.
Η αλήθεια είναι πως τα παιδιά κατακλύζονται από τα συναισθήματά τους και πως ακόμη και τα μεγαλύτερα παιδιά δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσουν το ένα συναίσθημα από το άλλο- παραδείγματος χάριν τη μοναξιά από την απόρριψη.

οι γονείς πιστεύουν πως τα παιδιά θα αναγνωρίσουν και θα σεβαστούν τη δική τους κρίση και θα δείξουν κατανόηση.
Η αλήθεια είναι πως τα παιδιά είναι εγωκεντρικά, αγενή, ενίοτε και κακότροπα πλάσματα που πάντοτε προτάσσουν τα δικά τους συναισθήματα και ανάγκες – και ευτυχώς που συμβαίνει αυτό γιατί αλλιώς χτίζεται ένας δυστυχής ενήλικας.

Τα παιδιά δεν αντέχουν στη σκέψη πως ο υπερήρωας γονιός θα λυγίσει. Το ενδεχόμενο αυτό θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη δική τους ασφάλεια και ομοιόσταση και δεν το αντέχουν – γι αυτό πολύ απλά μην λυγίσετε.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Χωρίς κατηγορία. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: