Η ανήλικη πολεμική λεία


Επιχειρώντας να προσεγγίσουν τους αριθμούς των κοριτσιών που υφίστανται σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια ένοπλων συρράξεων, οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί βρίσκονται για μια ακόμη φορά μπροστά στη σιωπή των στατιστικών: στην περίπτωση αυτή, τα κορίτσια συνυπολογίζονται στη γενική κατηγορία «γυναίκες» με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η σχετικά ακριβής καταμέτρησή τους. Μολαταύτα, οι πληροφορίες που έχουν ήδη συλλεγεί μαρτυρούν ότι τα ποσοστά των κοριτσιών στο σύνολο των γυναικών που υφίστανται οργανωμένη πολεμική σεξουαλική βία είναι εξαιρετικά υψηλά. Ετσι, οι εκθέσεις που ασχολούνται ειδικά με τις επιπτώσεις των πολέμων στα παιδιά περιλαμβάνουν πλέον ιδιαίτερο κεφάλαιο για τους βιασμούς με θύματα παιδάκια γένους θηλυκού και υπογραμμίζουν με έμφαση την ανάγκη να τιμωρούνται οι βιασμοί αυτοί ως εγκλήματα πολέμου.
Η διαπίστωση ότι οι βιασμοί συνιστούν όπλο πολέμου αποτελεί μια πρόσφατη ανακάλυψη των διεθνών οργανισμών, οι οποίοι, ευαισθητοποιημένοι από τα γεγονότα της Βοσνίας, δείχνουν να αποδέχονται πλέον ασυζητητί τη σχετική φεμινιστική ανάλυση: «Η σεξουαλική βία κατά των κοριτσιών και των γυναικών έχει εξελιχθεί σε συστηματικό όπλο πολέμου και καταστολής», διαβάζουμε σε έκθεση για τις «Επιπτώσεις των ένοπλων συρράξεων στα παιδιά της Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής» που υποβλήθηκε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον περασμένο Σεπτέμβριο. «Η χρήση του βιασμού ως εργαλείου πολέμου και κοινωνικής καταστροφής είναι ένα φαινόμενο που ο ύστερος 20ός αιώνας μπορεί να αποκαλέσει δικό του. Στο σημείο αυτό, η Αφρική δεν αποτελεί εξαίρεση». Η επισήμανση έχει ιδιαίτερη σημασία, έστω και αν στηρίζεται σε μια λανθασμένη υπόθεση: οι συστηματικοί βιασμοί τον καιρό του πολέμου δεν αποτελούν ιδιαιτερότητα του τέλους του 20ού αιώνα, απλώς τώρα γίνονται για πρώτη φορά ορατοί.
Εύγλωττη στο σημείο αυτό είναι η έκθεση που ανατέθηκε το 1995 στην αμερικανίδα εμπειρογνώμονα Linda Chavez και η οποία κατατέθηκε τον Αύγουστο του 1996 στην επιτροπή του ΟΗΕ για την «Κατάργηση των διακρίσεων και την προστασία των μειονοτήτων». Στη έκθεση περιλαμβάνεται ιστορική αναδρομή που αποδεικνύει την παλαιότητα του φαινομένου: Σε συστηματικούς βιασμούς κοριτσιών και γυναικών ως μέσο καταρράκωσης του αντιπάλου τους επιδίδονται τα πιο διαφορετικά στρατεύματα από τις αρχές του αιώνα έως σήμερα: τα γερμανικά στρατεύματα στο Βέλγιο κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ιαπωνικά σε διάφορες ασιατικές χώρες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ιρακινά στο Κουβέιτ το 1990 κ.ο.κ. Παρά τις εύλογες κριτικές που έχει δεχθεί για επιλεκτική μνήμη («ξεχνά» τους βιασμούς που υπέστησαν οι γυναίκες του Βιετνάμ από τους αμερικανούς πεζοναύτες, οι Αλγερίνες από τους Γάλλους ή οι Αφγανές από τον Κόκκινο Στρατό), η έκθεση της Chavez κάνει σαφές ότι οι βιασμοί συνιστούν μία όψη των πολεμικών συρράξεων που δεν μπορεί πλέον να παραμένει στην αφάνεια.
Τραγικές φιγούρες στον ατέλειωτο κατάλογο των γυναικών που υπέστησαν το μαρτύριο της σεξουαλικής βίας ως μέρος των δεινών μιας ένοπλης σύγκρουσης, οι μορφές των μικρών κοριτσιών που μετατράπηκαν σε πολεμική λεία γίνονται όλο και περισσότερο ορατές στα σχετικά ντοκουμέντα. «Τα κορίτσια υποφέρουν ιδιαιτέρως από τα ψυχικά τραύματα που τους προκαλούν η σεξουαλική κακοποίηση και ο βιασμός, τα οποία κατά τους ψυχολόγους συνιστούν την πιο τραυματική ψυχική εμπειρία», αναφέρει πρόσφατη έκθεση της UNICEF. «Χωρίς βοήθεια, τα κορίτσια θα φέρουν και στην ενήλικη ζωή τους τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτής της βίας» («The State of the World’s Children 1996»). Η οργάνωση είχε υποστηρίξει από το 1993 τα ευρήματα του ειδικού εισηγητή του ΟΗΕ για θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, σύμφωνα με τα οποία οι βιασμοί κοριτσιών και γυναικών στην τέως Γιουγκοσλαβία χρησιμοποιήθηκαν ως πολεμικό όπλο και μέσο «εθνοκάθαρσης».
Στο θέμα αυτό διαφωτιστική είναι μια πρόσφατη μελέτη της διεθνούς οργάνωσης «Terre des Hommes» («Γη των Ανθρώπων», Μάιος 1996). Στη μελέτη αυτή, οι βιασμοί σε καιρό πολέμου διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: η πρώτη αφορά βιασμούς που οφείλονται στο γεγονός ότι σε πολεμικές περιόδους οι νεαρές κοπέλες και οι γυναίκες γίνονται πιο ευάλωτες απ’ ό,τι τον καιρό της ειρήνης. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τους βιασμούς-πολεμικό εργαλείο που είναι συχνότεροι στις εθνικιστικές διαμάχες. Η περίπτωση της Βοσνίας, κατά την οποία νέα κορίτσια και γυναίκες βιάζονταν με στόχο να φέρουν στη ζωή «το παιδί του εχθρού», δεν είναι μοναδική. Στη Ρουάντα, οι βιασμοί χρησιμοποιήθηκαν επίσης ως μέσο συστηματικής εθνοκάθαρσης και αφανισμού των κοινοτικών δεσμών. Σε ορισμένες μάλιστα επιθέσεις, κάθε κορίτσι εφηβικής ηλικίας που κατόρθωνε να επιζήσει γινόταν θύμα οργανωμένου και ομαδικού βιασμού. Στη βόρεια Ουγκάντα, κορίτσια θύματα απαγωγής περνούσαν αμέσως από έναν ειδικό έλεγχο: εκείνα με «σφιχτά στήθη» γίνονταν σύζυγοι των μαχητών, εκείνα με «επίπεδα στήθη» κακοποιούνταν σεξουαλικά και στη συνέχεια στέλνονταν πίσω με το χαρακτηρισμό της πόρνης. Αλλά και στα στρατόπεδα του Ρενάμο της Μοζαμβίκης, πολλές υπήρξαν οι περιπτώσεις αγοριών που, έχοντας τα ίδια υποστεί βία, εξανάγκαζαν τα κορίτσια να ανεχθούν τις σεξουαλικές τους ορέξεις απειλώντας τα με θάνατο ή λιμοκτονία.
Στην πραγματικότητα αυτή, η αναγνώριση του βιασμού (και) των κοριτσιών ως εγκλήματος πολέμου δεν θα αποτελούσε πανάκεια, αλλά θα ήταν ασφαλώς ένα πρώτο βήμα: η συνεχιζόμενη ατιμωρησία των ενόχων διαιωνίζει τους μηχανισμούς που επί αιώνες έκαναν αόρατα τα κοριτσάκια ως θύματα σεξουαλικής βίας τον καιρό του πολέμου.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: