Ο παθιασμένος με τα χρήματα …

Τα είχε όλα.

Είχε υγεία.

Είχε ομορφιά.

Είχε εξυπνάδα.

Είχε την δυνατότητα να σπουδάσει.

Ήταν πρωταθλητής.

Είχε δόξα μεγάλη.

Έγινε βουλευτής.

Έγινε υφυπουργός.

Έκανε μια όμορφη οικογένεια.

Ο κόσμος τον αγαπούσε.

Το έκανε δήμαρχο της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της πιο δοξασμένης χώρας.

Και αυτός την ντρόπιασε.

Και όλα τα δώρα του Θεού τα έχασε.

Μάταια όλα, τα πλούτη, κάθε μορφής, που μάζεψε.

Μάταια, επειδή δεν τα τίμησε.

Η απληστία, ακύρωσε όλα τα δώρα.

.

Κι όλοι εσείς
που σωρεύετε λεφτά,
βοηθάτε τον διπλανό σας
επειδή μάταιο είναι να μαζεύεις …
να μαζευεις … να μαζευεις …

Λέει ο Εκκλησιαστής: «ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ, …»

Ἐκκλησιαστής Κεφ. 05, 9-16
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Μετάφραση Βασιλική Π. Δεδούση
9 ᾿Αγαπῶν ἀργύριον οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου· καὶ τίς ἠγάπησεν ἐν πλήθει αὐτῶν γένημα; καί γε τοῦτο ματαιότης.
Οπαθιασμένος  με τα χρήματα

ποτέ δε θα χορτάσει.

Και ποιο το κέρδος από τα πλούτη τα πολλά και τα γεννήματά τους;
Όλα, κέρδη και πλούτη, μάταια.
10 ἐν πλήθει ἀγαθωσύνης ἐπληθύνθησαν ἔσθοντες αὐτήν· καὶ τί ἀνδρεία τῷ παρ᾿ αὐτῆς ὅτι ἀλλ᾿ ἢ τοῦ ὁρᾶν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ;
Όσο πληθαίνουν τ΄ αγαθά, 

μαζεύονται και οι άχρηστοι 

οπού τα κατατρώγουν.

Και ποιο είναι τάχα τ’ όφελος 

του πλούσιου που τα ‘χει, 

παρά να βλέπει, 

έτσι μπροστά στα μάτια του

τ’ αγαπημένο του το βιός 

αυτοί  να σπαταλούνε;

 

11 γλυκὺς ὕπνος τοῦ δούλου εἰ ὀλίγον καὶ εἰ πολὺ φάγεται· καὶ τῷ ἐμπλησθέντι τοῦ πλουτῆσαι οὐκ ἔστιν ἀφίων αὐτὸν τοῦ ὑπνῶσαι. Ο τίμιος ο δουλευτής, 

για λίγο φάει, για πολύ,

γλυκόν έχει τον ύπνο.

Από την άλλη ο πάμπλουτος,

από τις έγνοιες τις πολλές

και την αχορτασιά του,

δεν ημπορεί ποτέ γλυκά

τα μάτια του να κλείσει.

12 ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ, Μιαν άλλη αρρώστια, ολέθρια

είδα στη γη να υπάρχει.

Τον πλούτο, που σωρεύεται

και μόνο βλάβες φοβερές

στον κάτοχό του φέρνει.

13 καὶ ἀπολεῖται ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος ἐν περισπασμῷ πονηρῷ, καὶ ἐγέννησεν υἱόν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν χειρὶ αὐτοῦ οὐδέν. Και έρχεται ώρα κακιά,

κι ο πλούτος πάει,

σαν τον καπνό σκορπίζεται,

και στο παιδί που γέννησε

από τα πλούτη τα πολλά

τίποτα δεν του έμεινε 

κληρονομιά να δώσει.

14 καθὼς ἐξῆλθεν ἀπὸ γαστρὸς μητρὸς αὐτοῦ γυμνός, ἐπιστρέψει τοῦ πορευθῆναι ὡς ἥκει, καὶ οὐδὲν οὐ λήψεται ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, ἵνα πορευθῇ ἐν χειρὶ αὐτοῦ. Γυμνός γεννιέται ο άνθρωπος,

γυμνός στο χώμα μπαίνει.

Μένουν τα χέρια του αδειανά

και δεν τον συντροφεύουν

τα αγαθά των κόπων του

στο ύστερο ταξίδι.

15 καί γε τοῦτο πονηρὰ ἀρρωστία· ὥσπερ γὰρ παρεγένετο, οὕτως καὶ ἀπελεύσεται, καὶ τίς ἡ περισσεία αὐτοῦ, ᾗ μοχθεῖ εἰς ἄνεμον; Και τούτο είναι βέβαια

ακόμα λυπηρότερο,

αφού, έτσι, όπως ήρθε, φεύγει.

Και ποιο το κέρδος του λοιπόν,

που σ΄ όλη του τη ζήση

τον άπιαστο τον άνεμο

συνέχεια κυνηγούσε;

16 καί γε πᾶσαι αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ἐν σκότει καὶ ἐν πένθει καὶ θυμῷ πολλῷ καὶ ἀρρωστίᾳ καὶ χόλῳ. Και όλες οι μέρες βέβαια 

του πλεονέκτη άνθρωπου 

είναι σκοταδιασμένες

μέσα σε πένθος και οργή,

σε βάσανα και πόνους.

Όλη τη ζήση την περνά

μ΄έγνοιες αρρωστημένες.

17 ᾿Ιδοὺ εἶδον ἐγὼ ἀγαθόν, ὅ ἐστι καλόν, τοῦ φαγεῖν καὶ τοῦ πιεῖν καὶ τοῦ ἰδεῖν ἀγαθωσύνην ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ ἐὰν μοχθῇ ὑπὸ τὸν ἥλιον ἀριθμὸν ἡμερῶν ζωῆς αὐτοῦ, ὧν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός· ὅτι αὐτὸ μερὶς αὐτοῦ. Να ποιο είναι το καλό 

που ευτυχία φέρνει.

Ο άνθρωπος να τρώει, να πίνει

και τα καλά που κέρδισεμε μόχθο

και κοπιάζοντας, για όσες μέρες ο Θεός 

έδωσε στη ζωή του,

ν απολαμβάνει με χαρά.

Αυτό είναι το κέρδος του,

αυτό το μερτικό του.

18 καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ᾧ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς πλοῦτον καὶ ὑπάρχοντα καὶ ἐξουσίασεν αὐτῷ φαγεῖν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ λαβεῖν τὸ μέρος αὐτοῦ καὶ τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, τοῦτο δόμα Θεοῦ ἐστιν. Σε όποιον έδωσ’ ο Θεός πλούτη πολλά 

και υπάρχοντα,

του ‘δωσε και την άδεια

να χαίρεται τα δώρα,

να παίρνει τη μερίδα του

και τους καρπούς του κόπου του

να τους απολαμβάνει.

Αυτά είναι δώρα απ’ τον Θεό,

19 ὅτι οὐ πολλὰ μνησθήσεται τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ· ὅτι ὁ Θεὸς περισπᾷ αὐτὸν ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας αὐτοῦ. γιατί αυτόν τον άνθρωπο δεν τόνε βασανίζουν σκοτούρες

και προβλήματα

στις μέρες της ζωής του,

αφού η καρδιά του ευφραίνεται

με τα καλά που έχει.

Το χαμομηλάκι

Κάνε το Καλό …

Όλο και πιο πολλοί χτυπάνε την πόρτα σου για βοήθεια. 
Με διάφορους τρόπους και διάφοροι άνθρωποι. 
Δύσκολοι καιροί. Ο καθένας μας βοηθάει, όπως μπορεί.
.

Ο καθένας μας βοηθάει, όπως μπορεί.

Κι αυτοί που ζητάνε, είναι Πακιστανοί, Αιγύπτιοι, Έλληνες….
Και ζητάνε απ’ όλα. Ρούχα, φαγητό, λεφτάκια, δουλειά.
Κι έχουν ένα ύφος, όλο πόνο. 
Κι’ ούτε ξέρω αν ο πόνος είναι αληθινός ή ψεύτικος.
Πολλές φορές θέλω να αποφύγω να δώσω, αλλά ντρέπομαι. Τις περισσότερες φορές κάτι δίνω.
Πάντα όμως με πιάνει μια αμφιβολία. 
Μήπως με εκμεταλλεύονται; Μήπως συνεννοούνται μεταξύ τους και έρχονται για «βοήθεια».
Δίνω το κάτι τις μου και ζορίζομαι.
Μισερή βοήθεια μου φαίνεται.
Λειψή.
Ούτε ξέρω τι να κάνω.
Βασανίζομαι, ανάμεσα στο Καλό και το σωστό.
Δίνω και έχω ενοχές.
Ούτε με την καρδιά μου δίνω, ούτε αρνιέμαι να δώσω.

Πήγαμε μια κοντινή εκδρομούλα, σ’ ένα μοναστήρι.
Σ’ ένα παγκάκι έξω από το μοναστήρι ήταν ένας καλόγερος.
Λιγνός, κάτισχνος δηλαδή, μου φάνηκε μεγάλος στην ηλικία. Ένα ράσο φορούσε, μ’ ένα σχοινί στη μέση.
Κάπου ήταν προσηλωμένος, σαν προσεύχονταν.
Πήγα κοντά του, γύρισε και με κοίταξε, μ’ ένα  βλέμμα διαπεραστικό, φωτιές έβγαζαν τα μάτια του.   
Είδα ότι δεν ήταν πολύ μεγάλος. Κοιταχτήκαμε. Το πρόσωπο του έλαμπε στο Φως. Ίσως να ήταν ο ήλιος που χτύπαγε πάνω του.
— Κάθισε, μου είπε.
Σαν να γνωριζόμασταν από χρόνια, άρχισα να του μιλάω, του είπα το ζόρι μου, αυτό με τις «βοήθειες», αυτό που είπα παραπάνω.
— Εσύ να δίνεις, μου είπε, άμα μπορείς, να δίνεις.
— Μη σε νοιάζει. Δεν πειράζει, αν σε εκμεταλλεύεται.
— Τ’ ακούς; ΔΕΝ ΠΕΙΡΆΖΕΙ.
….
Έφυγα και πήγα να βρω τους άλλους. Είχα χαρά. 
Μεγάλη ΧΑΡΑ. Σαν να ελευθερώθηκα. 
Όχι «σαν», ΕΛΕΥΘΕΡΏΘΗΚΑ. Άμα μπορώ, δίνω. Τόσο απλό.
Πριν μπω στο μοναστήρι, γύρισα να τον δω.
Δεν ήταν κανείς στο παγκάκι.

Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Leave a Comment »

Ο πελτές του Μήτσου

Νεαρός ήταν όταν  κατέβηκε στην Αθήνα να κάνει την τύχη του. 
Τρία βρακιά ήταν όλη η περιουσία του.
Δύσκολα ήταν, εκείνα τα χρόνια.
Σιγά-σιγά κάτι κατάφερε ο Μήτσος και νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, κατέβαινε πολλά σκαλιά σ’ ένα τυφλό δωμάτιο που δεν είχε καθόλου φως. 

… το ψυγείο ήταν άδειο,
μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ.

Μετά από κανένα χρόνο μετακόμισε στα Πατήσια.
Τώρα θα μου πείτε από Παγκράτι πως βρέθηκε στα Πατήσια. Να, η διαδρομή ήταν μία, με ένα εισιτήριο, Κολιάτσου-Παγκράτι. Έτσι προέκυψε το δωμάτιο στα Πατήσια.

Παλάτι του φάνταζε το δωμάτιο στα Πατήσια. Ήταν και ημιυπόγειο. Είχε και μια μικρή, τόση δα αυλίτσα στον ακάλυπτο.
Παρέες δεν είχε ο Μήτσος στην Αθήνα, όλο δούλευε και άμα γύρναγε στο «σπίτι» του, ευχαριστιόταν, καθάριζε, τακτοποιούσε, ξεκουράζονταν και διάβαζε.
Κάποια στιγμή πήρε και ένα ψυγειάκι από το Μινιόν. Μεγάλες χαρές. Ήθελε το «σπίτι» του να το φτιάξει σπιτικό. Να μάθει να μαγειρεύει, να κόψει τα σουβλάκια. Τα πιτόγυρα.
Ένα απόγευμα, γύρναγε από τη δουλειά και συναντάει ο Μήτσος που λέτε, ένα φίλο του από πάνω από την πατρίδα. Έτσι στο πουθενά, βρήκε ένα γνωστό, ίδια ηλικία είχανε περίπου.

Μπάμπη; Τι θες εδώ;

Μήτσο, εσύ είσαι;
Αγκαλιές, φιλιά. Ο Μπάμπης είχε κατέβει από το χωριό για μια δουλειά. Φτώχεια κι αυτός, τα είπανε λίγο κι ο Μήτσος κατάλαβε.

Μπάμπη, θα έρθεις στο σπίτι. Θα μαγειρέψουμε, θα φάμε, θα ξεκουραστείς, θα κοιμηθείς και αύριο με το καλό πας στη δουλειά σου.
Στο δρόμο αγόρασαν ψωμί, μισή δραχμή έκανε.
Φτάσανε στο ημιυπόγειο, όλο καμάρι ο Μήτσος του έκανε χώρο να περάσει.
Πήγε ο Μήτσος στο κουζινάκι, άνοιξε το ψυγείο και το ψυγείο ήταν άδειο, μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ. Ντοματοπελτέ. Ντομάτα σάλτσα, πως την λένε.
Δαγκώθηκε ο Μήτσος, αλλά τί να κάνει δραχμή δεν υπήρχε στην τσέπη.

Μπάμπη, θα φτιάξουμε, ένα φαΐ που θα γλύφεις τα δάχτυλα σου.
Έβαλε το κατσαρολάκι στο πετρογκάζ, το γέμισε νερό και έριξε τον πελτέ μέσα στο νερό και το άφησε να πάρει μια βράση. Δυο πιάτα είχε ο Μήτσος, «έστρωσε» το τραπεζάκι και σέρβιρε την σούπα πελτέ.
Χαμογέλασε ο Μπάμπης και κάθισε στο τραπεζάκι. Βούταγαν το ψωμί μέσα στο ζουμί και έτρωγαν με βουλιμία. Έτσι ξεγέλασαν την πείνα τους.
Πέρασαν χρόνια κι ο Μήτσος συναντήθηκε με τον Μπάμπη στην Θεσσαλονίκη. Ήταν αλλιώς τα πράγματα.
Πήγαν για καφέ και θυμήθηκαν τα παλιά. Γέλαγαν με το περιστατικό του ντοματοπελτέ.
Όταν χωρίζανε, γυρίζει ο Μπάμπης και λέει στον Μήτσο:

Να σου πω Μήτσο, από τότε, έχω αδειάσει πολλά πιάτα, αλλά να ξέρεις την νοστιμιά που είχε εκείνο το ντοματόζουμο, δεν την ξαναβρήκα. Είχε πολλή αγάπη εκείνος ο πελτές, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, κι άμα τρώω ένα ωραίο φαγητό, πάντα λέω:
«Σαν τον πελτέ του Μήτσου όμως, δεν είναι».


Το hamomilaki

Μια ιστορία σαν παραμύθι: Ο βασιλιάς, τα παγώνια οι φασιανοί και ο κόκορας

Ο Κροίσος ήταν πολύ στεναχωρημένος τον τελευταίο καιρό. Ενώ ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ενώ ήταν βασιλιάς της Λυδίας και είχε δύναμη μεγάλη, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Καλά-καλά ούτε που κοιμόταν τις νύχτες. Συνέχεια σκεφτόταν πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει ένας άνθρωπος στον κόσμο, που να μη θαυμάζει τα πλούτη και τη δύναμή του.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Σόλωνας, ο σοφός Αθηναίος νομοθέτης, που εδώ και δυο μήνες ήταν φιλοξενούμενος στο λαμπρό του παλάτι.
Την προηγούμενη βδομάδα τον είχε πάει να δει τους αμέτρητους θησαυρούς του και τον στρατό του και τον ρώτησε:
      – Έχεις δει, σοφέ Σόλωνα, πιο πλούσιο άνθρωπο και πιο δυνατό από μένα; Έχεις γνωρίσει στη ζωή σου κάποιον πιο ευτυχισμένο;
Ο Σόλωνας, χωρίς να διστάσει καθόλου του απάντησε:
      – «Μηδένα πρό του τέλους μακάριζε», δηλαδή κανέναν άνθρωπο να μη θεωρείς ευτυχισμένο, πριν να δεις το τέλος του.

Η απάντηση αυτή νευρίασε πολύ τον Κροίσο και ήθελε από τότε να αποδείξει στον Σόλωνα ότι ξεχωρίζει από όλους τους ανθρώπους, ήθελε να τον θαυμάσει οπωσδήποτε ο Αθηναίος σοφός.
Περπατούσε νευρικά πέρα δώθε, μέχρι που ξαφνικά, μέσα στην αίθουσα του θρόνου του, μια ιδέα κατέβηκε στο μυαλό του. Υπέροχη η ιδέα μου, φώναξε, και αμέσως χτύπησε το ολόχρυσο κουδουνάκι, για να καλέσει τους δούλους του.
Αμέσως αυτοί παρουσιάστηκαν φοβισμένοι, αλλά έτοιμοι να εκτελέσουν τις διαταγές του.
      – Φωνάξτε τους καλύτερους μαστόρους, πρόσταξε. Τώρα αμέσως να παρουσιαστούν μπροστά μου.
Σε λίγα μόνο λεπτά ήρθαν μπροστά του οι καλύτεροι μάστορες του βασιλείου του.
      – Στις προσταγές σου, βασιλιά πολυχρονεμένε, είπαν με μια φωνή και έσκυψαν μέχρι το πάτωμα, όχι από σεβασμό, αλλά από φόβο.
      – Να φέρετε τα καλύτερα υλικά, τους διέταξε. Τα καλύτερα μάρμαρα και χρυσάφι, πολύ χρυσάφι. Πολύτιμους λίθους και ασήμι. Θέλω αυτή η αίθουσα, που βρίσκεται ο θρόνος μου να γίνει αγνώριστη. Στο ταβάνι να υπάρχει ο ουρανός με τα άστρα, στους τοίχους η γη με τα λουλούδια και στο πάτωμα η θάλασσα με τα ψάρια. Αλίμονό σας αν δεν φαίνονται όλα σαν αληθινά. Σε εφτά μέρες να είναι όλα έτοιμα. 
    Είπε και αποσύρθηκε ήσυχος πια στο υπνοδωμάτιό του, για να κοιμηθεί λιγάκι.
Για εφτά μερόνυχτα στρώθηκαν στη δουλειά οι μαστόροι και σε εφτά μέρες ακριβώς όλα ήταν έτοιμα. Η αίθουσα του θρόνου έλαμπε από το ασημοφώς των αστεριών και σαν αληθινά φάνταζαν ο ουρανός, η γη με τα λουλούδια και η θάλασσα με τα ψάρια.
Το επόμενο πρωινό ο Κροίσος πρόσταξε τους υπηρέτες, που κάθε μέρα τον έντυναν, να του φέρουν την πιο όμορφη φορεσιά του, την ολόχρυση, το καινούριο του στέμμα με τα ζαφείρια, το μεγάλο του σκήπτρο, που πάνω του λαμπύριζαν κατακόκκινα ρουμπίνια και τα καλύτερά του ποδήματα, τα κεντημένα με χρυσοκλωστή και στολισμένα με μαργαριτάρια.
Στο λαιμό του πέρασαν όλα του τα διαμαντικά, και στα χέρια του όλα του τα πολύτιμα βραχιόλια. Μέχρι και σκουλαρίκια έβαλαν στα βασιλικά του αυτιά, ολόχρυσα και αυτά και μακριά μέχρι τους ώμους του.
Κοίταξε τον εαυτό του μέσα στον μεγάλο χάλκινο καθρέφτη που κουβάλησαν οι δούλοι μπροστά του και έμεινε πολύ ευχαριστημένος από το θέαμα. Πίσω ακριβώς από το θρόνο του, από το ταβάνι κρεμόταν ένας ήλιος χρυσός που φεγγοβόλαγε.
Είμαι ο Άρχοντας όλου του κόσμου, σκέφτηκε. Είμαι ο Άρχοντας του ουρανού, της γης και της θάλασσας, είμαι η ίδια η ομορφιά! Τώρα να δούμε τι θα έχει να πει ο Σόλωνας! Αυτά σκεφτόταν και έφτυσε στον κόρφο του για να μη ματιάσει τον εαυτό του.
      – Πήγαινε να βρεις τον Σόλωνα και πες του ότι ο βασιλιάς Κροίσος τον περιμένει. Οδήγησέ τον γρήγορα μπροστά μου, είπε στον πιο πιστό του υπηρέτη.
Μέσα σε λίγη ώρα έφτασε ο Σόλωνας στην καταστόλιστη αίθουσα. Έριξε μια ματιά γύρω του και άκουσε τον Κροίσο να του λέει:
      – Πες μου, όχι πες μου, σοφέ Αθηναίε, εσύ που έχεις γυρίσει όλον τον κόσμο, έχουν δει τα μάτια σου κάτι πιο όμορφο από αυτό που τώρα βλέπεις;
      – Ναι, Κροίσε βασιλιά, απάντησε ο σοφός χωρίς να διστάσει. Κάθε μέρα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, βλέπω το πιο όμορφο θέαμα.
      – Και ποιο είναι αυτό; Ρώτησε ο βασιλιάς κάπως απότομα, προσπαθώντας με κόπο να συγκρατήσει την απογοήτευση και το θυμό του.
      – Τα παγώνια οι φασιανοί και τα κοκόρια, βασιλιά Κροίσε, απάντησε ο Σόλωνας. Η φορεσιά τους είναι τόσο λαμπερή και πλουμιστή, τόσο όμορφα και ταιριαστά τα χρώματά τους, που δεν χορταίνω να τα κοιτάζω! Και κάτι τελευταίο Κροίσε. Κανένας υπηρέτης δεν τα φροντίζει, δεν ξοδεύουν χρήματα για να αποκτήσουν κοσμήματα και χρυσό. Όλα τους τα στολίδια τα έχουν από φυσικού τους, επειδή ο Θεός έτσι τα έπλασε!
Έφυγε από την πλουμιστή αίθουσα ο Κροίσος με βήματα αργά και για πρώτη φορά στη ζωή του είχε κατεβασμένο το κεφάλι του.

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Στα ξεχωριστά παιδιά

Special Olympics World Summer Games
ATHENS 2011

Ολυμπία
Στο χώρο αυτό, και οι πέτρες μιλούν,
αρκεί τη λαλιά τους να κατέχεις.


Στο χώρο αυτό, το χώμα είναι ζεστό,
αρκεί γονατιστός να το αγγίξεις.

Στο χώρο αυτό, η φλόγα αγρυπνεί,
αρκεί στο μεγαλείο της τη ματιά σου να γυρίσεις.

Στο χώρο αυτό, το ΕΥΓΕ αντηχεί,
αρκεί στην αντήχηση την ακοή σου να στήσεις.

Στο χώρο αυτό, η νίκη περπατά ξυπόλητη,
αρκεί τα ‘χνάρια της να ψάξεις.

Στο χώρο αυτό, η δόξα με εσθήτα περιφέρεται,
αρκεί ανάργυρος στο στίβο να κατέβεις.
Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο αγέρας σε τυλίγει,
αρκεί το πετσί σου να τον νιώσει.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο ήλιος σε ντύνει,
αρκεί γυμνός απ’ όλα να μείνεις.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς οι παλμοί σου χτυπούν,
αρκεί στην καρδιά το χέρι να βάλλεις.

D.B.
30/04/2004
Αναρτήθηκε στις Χαμομηλάκι. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Αγανακτισμένη έφηβη

Τα τείχη
Κ.Π.Καβάφη

«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.»

Τι πέρναγε από το μυαλό σας τόσα χρόνια; Πώς κάνατε, όσα κάνατε έτσι απερίσκεπτα, έτσι απλά και όπως έλαχε; Στήσατε τείχη γύρω μου, με εγκλωβίσατε, στήσατε άτσαλα όλη τη ζωή μου.
Πώς να ζήσω; Πώς να ονειρευτώ;
Λένε ότι οι γονείς βάζουν πρώτα τα παιδιά τους. Ότι πάνω απ’ όλα το δικό τους μέλλον σκέφτονται, τη δική τους ευτυχία.
Όταν, όλοι σας, είτε δρώντας άνομα οι ίδιοι, είτε με την ένοχη ανοχή σας και χωρίς την παραμικρή λύπη, φτιάξατε για μένα μια ζωή «στημένη», μια φυτοζωή, τι είδους αγάπη είχατε μέσα σας για το σπλάχνο σας, τη συνέχειά σας, το παιδί σας;
Παιδιά όλων σας είμαστε, αυτό τουλάχιστον το έχετε καταλάβει;
 
Απερίσκεπτοι, ανάλγητοι και χωρίς τσίπα -«χωρίς αιδώ»-, πήρατε τη ζωή μου για παιχνίδι και μάλιστα στημένο κατά τα κέφια σας και τα εφήμερα συμφέροντά σας.
Ποια ονειροπαγίδα μπορείτε πια να βάλετε μπροστά στη ζωή μου για να διαλύσετε τα κακά μου όνειρα; Οι εφιάλτες μου τώρα είναι στον ξύπνιο όχι στον ύπνο μου.

«Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·»

Μόλις πριν λίγο άφησα το διάβασμα, έδωσα εξετάσεις με το δικό σας σύστημα και «πέτυχα».
Πέτυχα τι;; Θα δείξει.
«Τα τείχη» αισθάνομαι τώρα να με βαραίνουν περισσότερο. Θα σπουδάσω, ναι. Δεν έχω όμως την πολυτέλεια (με πατέρα που απολύθηκε και μάνα που σκοτώνεται σε δυο δουλειές για να τα φέρουμε βόλτα) να ονειρεύομαι μια ξέγνοιαστη φοιτητική ζωή.
Έχω μια θλίψη βαθιά, απελπισία όχι.
Θλίψη για το δικό σας κατάντημα, και αγανάκτηση για την αμυαλιά και την επιπολαιότητά σας.
Όσο για μένα;
Ευτυχώς υπάρχει και η Ποίηση…
.
«διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.»
 
Περνάω σε «καλή σχολή» της «επιλογής» μου.
Τίποτα και κανένας δε μου στάθηκε για να επιλέξω σωστά.
Και εδώ το «σύστημά» σας άρπα κόλλα το φτιάξατε.
Τείχος στην πιο κρίσιμη ηλικία μου η όλη διαδικασία επιλογής σπουδών. Καμιά ενημέρωση, καμιά φροντίδα από κανέναν.
Έχω πολλά να κάνω εκεί «έξω».
Τι λέτε; Σκοπεύετε να ανοίξετε καμιά πύλη στα πανύψηλα τείχη που σκαρώσατε, μήπως και μπορέσω να δω τα όμορφα, που επιμελώς μου κρύβετε;

«Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»
 
Όσο δουλεύατε αδιάκοπα για να υψώσετε «τα τείχη», χαμπάρι δεν πήρα. Φαίνεται ότι από παιδί συνήθισα τους κρότους και τους ήχους σας και σημασία δεν έδινα.
Κάτι καλό για μένα χτίζουν, σκεφτόμουν. Δεν μπορεί, παιδί τους είμαι. Και τα παιδιά τα αγαπούν οι μεγάλοι.

Και τέλειωσα πριν λίγο το Λύκειο, όπου έμαθα πολλά από ένα κείμενο, που το σύστημά σας θέλει να διδάσκεται μια ώρα μόνο τη βδομάδα.
Έμαθα από ένα κείμενο ότι Δημοκρατία θα πει αξιοκρατία, ισονομία, ισηγορία, εντιμότητα.
Διδάχτηκα τον «Επιτάφιο» του Περικλή.
Και ξέρετε κάτι; Πάλι θα μελετήσω αυτό το κείμενο και είμαι σίγουρη ότι απ’ αυτό θα βρω τα άριστα εργαλεία να γκρεμίσω τα «τείχη» που γύρω μου στήσατε.
 

Ευτυχώς υπάρχει ο Επιτάφιος…

Ευτυχώς υπάρχει η Ποίηση.
Δέλτα Βήτα

Να τα δικά μου ασημικά!!

Μια φορά ήταν μια μανούλα που είχε τέσσερα παιδάκια.
Το μεγαλύτερο ήταν έξι χρονών και το μικρότερο ίσα που μπουσούλαγε.
Μόλις είχε μετακομίσει η οικογένεια στο δικό της σπιτάκι. Είχαν βάλει μέσα τα απαραίτητα και πολλά ακόμα έλειπαν για να το τελειώσουν. Σιγά-σιγά, όλα θα γίνουν, σκεφτόταν και μια χαρά μεγάλωναν τα βλασταράκια της.
Ένα απόγευμα χτυπάει το κουδούνι. Μια γειτόνισσα ήρθε για επίσκεψη.
Η πόρτα άνοιξε χαρούμενα και η άγνωστη κάθισε στο σαλόνι.
Άρχισε να μελετάει τους χώρους αδιάκριτα και μετά τα τυπικά, για καλή εγκατάσταση και τα παρόμοια, έκανε το μεγάλο λάθος.
—Βλέπω ότι ακόμα δεν έχετε επιπλώσει το σπίτι. Είπε με το θράσος που δίνει η αίσθηση της «ανωτερότητας».
—Όλα θα γίνουν, απάντησε η μανούλα, προσπαθώντας να φανεί ευγενική.
—Εδώ, αυτή η γωνιά είναι ό,τι πρέπει για να βάλεις μια βιτρίνα για τα ασημικά σου, συνέχισε η άλλη.
—Ααα, τα ασημικά μου!! Δεν το είχα σκεφτεί. Μισό λεπτάκι παρακαλώ. Είπε η μανούλα και άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.

—Παιδιά, ελάτε λίγο που σας θέλω, φώναξε.

Σε ένα λεπτάκι τα παιδάκια παρουσιάστηκαν. Πρώτα τα μεγαλύτερα μέσα στις μπογιές ζωγραφικής και αμέσως μετά ο τρίτος μπόμπιρας κουβαλώντας και σέρνοντας σχεδόν το μικρό αδερφάκι του.
Αυτό που είδε η γειτόνισσα δεν πρόκειται να το ξεχάσει.
Και αυτά που άκουσε ίσως να της έδωσαν ένα καλό μάθημα.
Ο πιτσιρίκος που έσερνε το μικρό, είχε πασαλειφτεί ολόκληρος σχεδόν με μερέντα στα χεράκια και στο πρόσωπο και το μωράκι, μέσα στη μερέντα και αυτό γλυφόταν με ευχαρίστηση.
Ααα!! έκανε η ξένη, λερώθηκαν!!
-Να τα δικά μου ασημικά! Είπε με καμάρι η μάνα.

Η γειτόνισσα, όπως έμαθα, δεν επισκέφτηκε άλλη φορά τη μανούλα που δεν είχε ασημικά για να βάλει σε έπιπλο, αλλά ασημικά και μαλάματα της καρδιάς της, πασαλειμμένα με μερέντα και χρώματα ζωγραφικής.
Αναρτήθηκε στις hamomilaki. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 1.596 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: