Το χαμομηλάκι – World of Children

Save our Children — Society of Children — hamomilaki@gmail.com

Αρχείο για Απριλίου, 2008

Τα χαμομηλάκια γράφουν για το Μάη και την Πρωτομαγιά

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-30

Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Την πρώτη Μαΐου του 1886, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, οι εργάτες όλης της χώρας αποφάσισαν να κάνουν απεργία.
Εκείνη τη μέρα, συγκεντρωμένοι σε ομάδες, διαμαρτυρήθηκαν στους εργοδότες για τις πολλές ώρες που δούλευαν κάθε μέρα, ακόμα και για τις Κυριακές, καθώς επίσης για τα μικρά μεροκάματα.
Χιλιάδες εργάτες πήραν μέρος σ’ εκείνη την απεργία ζητώντας να δουλεύουν οκτώ ώρες την ημέρα κι όχι από το πρωί ως το βράδυ.
Στο Σικάγο έγιναν αιματηρές συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πολλά άτομα. Τα γεγονότα έγιναν γνωστά και συγκλόνισαν όλο τον υπόλοιπο κόσμο.
Η οχτάωρη εργασία καθιερώθηκε εκείνη την ιστορική Πρωτομαγιά.
Σε ανάμνηση της αιματοβαμμένης Πρωτομαγιάς του 1886, η 1η Μαΐου είναι αργία – απεργία για τους εργαζόμενους.
Ηλιάδου Χριστίνα, Ιωαννίδου Ελένη, Μουχτάρης Στέλιος (Γ΄ Τάξη)

Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

1η Μάη 1924: η πρώτη ματωμένη Πρωτομαγιά στην Ελλάδα.

Τα αιτήματα: Οκτάωρη εργασία, Καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας, Απαγόρευση της παιδικής εργασίας

1η Μάη 1936:

Τάσος Τούσης, ετών 25…
το χαμομηλάκι που με το αίμα του έγραψε και μελοποίησε τον Επιτάφιο…

Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής,
ανθέ της ερημιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου
και δε θωρείς που κλαίω…”

Η φωτογραφία αυτή από την εξέγερση της Θεσσαλονίκης ενέπνευσε το Γιάννη Ρίτσο να γράψει το θρήνο της μάνας στον Επιτάφιο. Οι μελοποιημένοι αυτοί στίχοι από τον Μ. Θεοδωράκη μετέφεραν μέχρι τις μέρες μας τον πόνο της εργατικής εξέγερσης στη Θεσσαλονίκη του ‘36

Μ Α Η Σ

Ο Μάης, πέμπτος μήνας του χρόνου, είναι ο μήνας ο Καλομηνάς, ο Λούλουδος, ο Τριανταφυλλάς.
Τα λουλούδια ανθίζουν, στα δέντρα κρέμονται νόστιμοι καρποί κι όλη η φύση οργιάζει στα καταπράσινα λιβάδια.
Το έθιμο της Πρωτομαγιάς να στολίζουμε τις πόρτες των σπιτιών με στεφάνια λουλουδιών έρχεται από τα πολύ παλιά χρόνια και τότε συμβόλιζε την υποδοχή της δύναμης της φύσης στο σπιτικό.
Στα μέρη της Μικράς Ασίας σε κάθε στεφάνι έβαζαν, εκτός από λουλούδια, ένα σκόρδο για τη βασκανία, ένα αγκάθι για τον εχθρό κι ένα στάχυ για την καλή σοδειά.
Το μαγιάτικο στεφάνι στόλιζε τις πόρτες των σπιτιών ως του Αϊ – Γιαννιού του Θεριστή και τότε το καίγανε στις φωτιές του αγίου.
Στις 21 Μαΐου, την ημέρα της γιορτής των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στη Μακεδονία γιορτάζουν τα’ Αναστενάρια.
Ένα έθιμο, που έφεραν οι πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα στο Λαγκαδά και στο χωριό των Σερρών Αγία Ελένη.
Οι αναστενάρηδες πατούν πάνω στα κάρβουνα και ψιθυρίζουν “στάχτη να γίνει, στάχτη να γίνει…”, για να διώξουν κάθε κακό.
Μέσα στις χαρές του Μαΐου έρχεται και η αποφράδα μέρα, στις 29 του μηνός, η πικρή μέρα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης.
Όπως λέει ο θρύλος, ο παπάς που λειτουργούσε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, ακούγοντας τον καλπασμό των βαρβάρων και τις κραυγές των τρομαγμένων πιστών, πήρε το δισκοπότηρο με τα ιερά σκεύη της μεταλήψεως και βγήκε από το ιερό.
Εκείνη τη στιγμή, στρατιώτες μπήκαν στην εκκλησία και όρμησαν στον ιερέα, αλλά εκείνος, με σταθερό βήμα, χάθηκε μέσα από μια σχισμή του τοίχου που έκλεισε αμέσως πίσω του.

“Μάλι Ντομένικο, Σαββίδης Νίκος, Σιδηρόπουλος Στράτος
Φωτιάδης Σωτήρης, Φωτιάς Κώστας (Γ΄ Τάξη)

Δημοσιεύθηκε στο Εγκυκλο-παιδικά, Εγκυκλοπαίδεια του Παιδιού | 1 σχόλιο »

Ο εφιάλτης της παιδικής εργασίας

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-30

Στην παιδική αγορά εργασίας υπάρχουν παιδιά
ακόμα και επτά ετών

Σαν αντικείμενα πωλούνται χιλιάδες παιδιά στη νοτιοδυτική Κίνα προκειμένου να δουλέψουν σε πλουσιότερες περιοχές, όπως η επαρχία Γκουαντόνγκ, αποκαλύπτει σήμερα η εφημερίδα Southern Metropolis.
Η Κίνα ανακοίνωσε πρόσφατα ότι καταβάλλει προσπάθειες για την καταστολή της δουλείας και της παιδικής εργασίας, μετά τις αναφορές ότι φτωχοί αγρότες, παιδιά και άνθρωποι με διανοητικά προβλήματα εξαναγκάζονται να δουλέψουν σε ορυχεία και σε υψικάμινους στις επαρχίες Σαντσί και Χενάν.
“Η άνθιση της αγοράς παιδικής εργασίας (στην επαρχία Σετσουάν) οφείλεται στους τοπικούς αρχιεργάτες που ο κάθε ένας ελέγχει από 50 ως 100 παιδιά”, επισημαίνεται στο άρθρο της εφημερίδας στο οποίο προστίθεται πως γενικά τα παιδιά είναι από 13 ως 15 ετών, αλλά αρκετά φαίνονται μικρότερα από δέκα χρόνων.
Η εφημερίδα αποκαλύπτει επίσης ότι από τις γιορτές για το Νέο Έτος στην Κίνα, τον Φεβρουάριο, αγνοούνται 76 παιδιά από την περιοχή Λιανγκσάν και πιστεύεται ότι τα περισσότερα από αυτά έχουν πουληθεί ως σκλάβοι.
Στην παιδική αγορά εργασίας υπάρχουν παιδιά ακόμα και επτά ετών. Σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας, ένα παιδί πληρώνεται με 3,5 γιουέν την ώρα (περίπου μισό δολάριο) και είναι υποχρεωμένο να δουλεύει τουλάχιστον 300 ώρες το μήνα.
Σύμφωνα με το πρακτορείο Νέα Κίνα, τοπικοί αξιωματούχοι έχουν προσπαθήσει να σώσουν τα παιδιά αυτά, αλλά ορισμένα αρνούνται να φύγουν λέγοντας ότι τα πούλησαν οι γονείς τους ή προσφέρθηκαν μόνα τους να δουλέψουν.


πηγή: εφημ. Έθνος

Δημοσιεύθηκε στο Παιδική Εργασία, Παιδική εκμετάλλευση | 1 σχόλιο »

Τραγωδία στη Γάζα

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-29

Δευτέρα, 28.04.08

Ισραηλινά πυρά έπληξαν τη Δευτέρα ένα σπίτι στη Λωρίδα της Γάζας όπου μια οικογένεια έτρωγε πρωινό, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τέσσερα παιδιά και ένας ακόμη άμαχος.
Εκπρόσωπος του ισραηλινού στρατού
επιβεβαίωσε ότι η
αεροπορία και ένα άρμα μάχης έβαλαν εναντίον ενόπλων
στο Μπεϊτ Χανούν, μια πόλη στο βόρειο τμήμα της Γάζας, αλλά αρνήθηκε ότι επλήγησαν σπίτια.
Αυτόπτες μάρτυρες όμως ανέφεραν ότι μια ρουκέτα έπληξε ένα σπίτι, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους
τέσσερα παιδιά ηλικίας ενός ως 5 ετών, να τραυματιστεί σοβαρά η μητέρα τους και να σκοτωθεί ένας ακόμη άμαχος.
Οι ισλαμιστές της Χαμάς, που ελέγχουν τη Λωρίδα της Γάζας, πρότειναν την περασμένη εβδομάδα στο Ισραήλ εξάμηνη ανακωχή αν το Ισραήλ άρει το εμπάργκο κατά της περιοχής αυτής. Το Ισραήλ απάντησε όμως ότι δεν διαπραγματεύεται με ανθρώπους που επιδιώκουν την καταστροφή του.
Τα πυρά που σκοτώνουν αμάχους,
τα πυρά που σκοτώνουν παιδιά,
τα πυρά γενικά…
δεν έχουν εθνότητα,
δεν έχουν φυλή και θρήσκευμα.
Δεν έχουν θέση στη ζωή μας.
Είναι πόνος ψυχής, δάκρυα καρδιάς.
Δώστε τέλος στα πυρά…

Δημοσιεύθηκε στο Homo Homini Lupus, Εγκλήματα | 2 σχόλια »

Ομολόγησε ο Αυστριακός που κρατούσε την κόρη του φυλακισμένη για 24 χρόνια

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-28

Οι Αυστριακοί παρακολουθούν σήμερα συγκλονισμένοι την αποκάλυψη λεπτομερειών της ιστορίας μιας 42χρονης γυναίκας που κακοποιούνταν σεξουαλικά και κρατούνταν φυλακισμένη από τον πατέρα της για περισσότερο από 20 χρόνια.

Ο 73χρονος πιστεύεται ότι απέκτησε έξι παιδιά με την κόρη του, δήλωσε ο συνταγματάρχης της αστυνομίας Φραντς Πόλτσερ σε συνέντευξη Τύπου στην πόλη Άμστετεν της ανατολικής Αυστρίας. Ένα έβδομο βρέφος πιστεύεται πως πέθανε λίγο μετά τον τοκετό.

Η αστυνομία πιστεύει πως η γυναίκα, η οποία ονομάζεται Ελίζαμπετ Φριτσλ, κρατούνταν φυλακισμένη από τον πατέρα της, τον Γιόζεφ, σ’ μια υπόγεια φυλακή κάτω από το οικογενειακό διαμέρισμα στο Άμστετε από το 1984, όταν οι γονείς της δήλωσαν την εξαφάνισή της.

Σύμφωνα με ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα από την αστυνομία, η Ελίζαμπετ Φριτσλ δήλωσε ότι κακοποιούνταν από τον πατέρα της από την ηλικία των 11 ετών. Τον Αύγουστο του 1984 την παρέσυρε στο υπόγειο, της έδεσε τα χέρα και την κλείδωσε εκεί.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, την κακοποιούσε συνέχεια και την βίαζε, με αποτέλεσμα να γεννηθούν επτά παιδιά, κατέθεσε στην αστυνομία.

Αστυνομικοί άνοιξαν απόψε την υπόγεια φυλακή όπου κρατούνταν και η οποία προστατευόταν από αρκετές ηλεκτρονικές κλειδαριές που είχε εγκαταστήσει ο Γιόζεφ Φριτζλ. Τα δωμάτια ήταν πολύ μικρά και το ύψος τους ήταν μικρότερο από 1,7 μ.. Υπήρχαν ράντζα, μέρος για να πλένονται και μια συσκευή τηλεόρασης, μετέδωσε το αυστριακό πρακτορείο ειδήσεων.

Τρία από τα έξι παιδιά που επέζησαν ήταν κλειδωμένα στο δωμάτιο μαζί της μέχρι πριν από λίγες μέρες που ο πατέρας της τα άφησε να βγουν και ισχυρίστηκε ότι η μητέρα τους επέστρεψε στο σπίτι. Για δύο από τους γιους της, τον 18χρονο Στεφάν και τον 5χρονο Φελίξ, ήταν η πρώτη φορά που είδαν το φως του ήλιου, ανακοίνωσε η αστυνομία.

Η Ελίζαμπετ υποστήριξε πως η μητέρα της δεν γνώριζε ότι ήταν φυλακισμένη. Τρόφιμα και ρούχα για την ίδια και για τα παιδιά της έφερνε μόνον ο Γιόζεφ. Ο «παππούς» είχε πει στις τοπικές αρχές πως τα τρία παιδιά, τα ονόματα των οποίων είναι σύμφωνα με την αστυνομία Λίζα, Μόνικα και Αλεξάντερ, τα είχαν αφήσει στο κατώφλι του σπιτιού του. Πήγαιναν σε τοπικά σχολεία.

‘Επειτα από πολύωρη ανάκριση ομολόγησε ότι κρατούσε απομονωμένη εκεί την κόρη του και τρία από τα παιδιά της, ανακοίνωσε σήμερα εκπρόσωπος της αυστριακής εισαγγελίας.

«Ομολόγησε ότι είχε κατασκευάσει το μικρό δωμάτιο μέσα στην υπόγεια αποθήκη που διέθετε και ότι εκεί κρατούσε απομονωμένη την κόρη του και τρία από τα παιδιά της», δήλωσε ο Γκέρχαρντ Σεντλάσεκ, εκπρόσωπος των εισαγγελικών αρχών, αρμόδιων για το θέμα αυτό.

«Ωστόσο δεν έχει ομολογήσει για την αιμομιξία. Η ανάκριση συνεχίζεται και μπορεί να διαρκέσει ακόμη ημέρες», πρόσθεσε.

Ο Γιόζεφ Φριτσλ συνελήφθη το Σάββατο βάσει υποψιών ότι κρατούσε φυλακισμένη επί 24 χρόνια την κόρη του Ελίζαμπετ και ότι είχε αιμομικτικές σχέσεις μαζί της, από τις οποίες φέρεται να γεννήθηκαν επτά παιδιά.

Τα αποτελέσματα των εξετάσεων DNA θα γίνουν γνωστά έως την Τετάρτη, ανακοίνωσε η αστυνομία.

Πηγη: madata.gr

Δημοσιεύθηκε στο Χαμομηλάκι | 1 σχόλιο »

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΑΤΡΙΔΑ ΠΟΛΥΜΝΙΑ ΠΡΟΒΑΔΟΥ- Μουσική Μάριος Τόκας

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-28

Ένα χαμομηλάκι,η ΠΟΛΥΜΝΙΑ ΠΡΟΒΑΔΟΥ, τραγουδάει Μάριο Τόκα

Δημοσιεύθηκε στο Χαμομηλάκι | Leave a Comment »

Στο Καλό Μάριε, στο Καλό…

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-28

η είδηση:

Απεβίωσε ξημερώματα της Κυριακής του Πάσχα μετά από μάχη περίπου εννέα μηνών με την επάρατο ο δημοφιλής ελληνοκύπριος μουσικοσυνθέτης Μάριος Τόκας…

Ξημερώματα μέρας Λαμπρής, βρέθηκες «Στη λεωφόρο της αγάπης», και πήρες τη στράτα για τον Παράδεισο.
Δεν έφυγες, Μάριε, μαζί θα τραγουδάμε «Τα τραγούδια της παρέας»,
με τα «Μικρά ερωτικά» σου θα ενώνεις τις συντροφιές μας.
Άλλοτε δυνατή η μουσική σου, «Σαν τρελό φορτηγό» θα μας πηγαίνει στα λαδάδικα, και άλλοτε νοσταλγική, πάντοτε θα μας ανεβάζει, θα μας γοητεύει.

Θα προσέχουμε την Αννούλα σου, Μάριε, και μέσα στα καταχείμωνα μόνη της δε θα την αφήσουμε…

Καλό δρόμο…

Δημοσιεύθηκε στο Μάριος Τόκας | 1 σχόλιο »

Χριστός Ανέστηηηηη χαμομηλάκιαααα

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-27

Χριστός Ανέστηηηηη χαμομηλάκιαααα
Χριστός Ανέστηηηηη παιδάκιααα κακοποιημέναααα

Χριστόος Ανέστηηηη χαμομηλάκια που δεν έχετεεε φαγητόοο

Χριστόοος Ανέστηηη παιδάκιααα που δεν έχετεεε σπίτιιιι

Θα νικήσειιι η Αγάπηηηη τους κακούυυς
Θα νικήσειιιιιι

Να μην έχετε λύπηηηηη
να μην έχετε δάκρυααααα

Υπάρχουνε καλοίιιι που ας αγαπάνεεε και θα φωνάζουνεεε για σας

και θα έρθει το Καλόοο

ΧΡΙΣΤΟΟΣ ΑΝΕΣΤΗΗΗΗ

Δημοσιεύθηκε στο Ευχές | 1 σχόλιο »

ευχές σε όλα τα παιδάκια του Κόσμου

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-26


Αγαπητό μου χαμομηλάκι,
θερμές ευχές σε όλα τα παιδάκια του Κόσμου για Καλό Πάσχα

Δημοσιεύθηκε στο Χαμομηλάκι | Leave a Comment »

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Χωρίς στεφάνι

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-26

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Χωρίς στεφάνι (πασχαλινό διήγημα)

Τάχα δὲν ἦτον οἰκοκυρὰ κι αὐτὴ στὸ σπίτι της καὶ στὴν αὐλήν της; Τάχα δὲν ἦτο κι αὐτὴ ἕναν καιρὸν νέα μὲ ἀνατροφήν; Εἶχε μάθει γράμματα εἰς τὰ σχολεῖα. Εἶχε πάρει τὸ δίπλωμά της ἀπὸ τὸ Ἀρσάκειον. Κι ἐτήρει ὅλα τὰ χρέη της τὰ κοινωνικά, καὶ μετήρχετο τὰ οἰκιακὰ ἔργα της καλλίτερ᾿ ἀπὸ καθεμίαν.

Εἶχε δὲ μεγάλην καθαριότητα εἰς τὸ σπίτι της, κι εἰς τὰ κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾿ ἀσπρίζῃ καὶ νὰ σφουγγαρίζῃ, χωρὶς ποτὲ νὰ βαρύνεται καὶ χωρὶς νὰ δεικνύῃ τὴν παραξενιὰν ἐκείνην, ἥτις εἶναι συνήθης εἰς ὅλας τὰς γυναῖκας, τὰς ἀγαπώσας μέχρις ὑπερβολῆς τὴν καθαριότητα. Καὶ ὅταν ἔμβαινεν ἡ Μεγάλη Ἑβδομάς, ἐδιπλασίαζε τὰ ἀσπρίσματα καὶ τὰ πλυσίματα, τόσον, ὁποὺ ἔκαμνε τὸ πάτωμα ν᾿ ἀστράφτῃ καὶ τὸν τοῖχον νὰ ζηλεύῃ τὸ πάτωμα.
Ἤρχετο ἡ Μεγάλη Πέμπτη καὶ αὐτὴ ἄναφτε τὴ φωτιάν της, ἔστηνε τὴν χύτραν της, κι ἔβαφε κατακόκκινα τὰ πασχαλινὰ αὐγά. Ὕστερον ἡτοίμαζε τὴν λεκάνην της, ἐγονάτιζεν, ἐσταύρωνε τρεῖς φορὲς τ᾿ ἀλεῦρι κι ἐζύμωνε καθαρὰ καὶ τεχνικὰ τὶς κουλοῦρες, κι ἐνέπηγε σταυροειδῶς ἐπάνω τὰ κόκκινα αὐγά. Καὶ τὸ βράδυ, ὅταν ἐνύχτωνε, δὲν ἐτόλμα νὰ πάγῃ ν᾿ ἀνακατωθῇ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας, διὰ νὰ ἀκούση τὰ Δώδεκα Εὐαγγέλια. Ἤθελε νὰ ἦτον τρόπος νὰ κρυβῇ ὀπίσω ἀπὸ τὰ νῶτα καμιᾶς ὑψηλῆς καὶ χονδρῆς ἢ εἰς τὴν ἄκραν οὐρὰν ὅλου τοῦ στίφους τῶν γυναικῶν, κολλητὰ μὲ τὸν τοῖχον, ἀλλ᾿ ἐφοβεῖτο, μήπως γυρίσουν καὶ τὴν κοιτάξουν.
Τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐρρέμβαζε κι ἔκλαιε μέσα της, κι ἐμοιρολολοῦσε τὰ νιάτα της, καὶ τὰ φίλτατά της, ὅσα εἶχε χάσει, καὶ ὠνειρεύετο ξυπνητή, κι ἐμελετοῦσε νὰ πάγῃ κι αὐτὴ τὸ βράδυ, πρὶν ἀρχήση ἡ Ἀκολουθία, ν᾿ ἀσπασθῇ κλεφτὰ κλεφτὰ τὸν Ἐπιτάφιον, καὶ νὰ φύγῃ, καθὼς ἡ Αἱμόρρους ἐκείνη, ἡ κλέψασα τὴν ἴασίν της ἀπὸ τὸν Χριστόν.

Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅταν ἤρχιζε νὰ σκοτεινιάζῃ, τῆς ἔλλειπε τὸ θάρρος καὶ δὲν ἀπεφάσιζε νὰ ὑπάγῃ. Τῆς ἤρχετο παλμός.
Ἀργὰ τὴν νύκτα, ὅταν ἡ ἱερὰ πομπή, μετὰ σταυρῶν καὶ λαβάρων καὶ κηρίων, ἐξήρχετο τοῦ ναοῦ, ἐν μέσῳ ψαλμῶν καὶ μολπῶν καὶ φθόγγων, ἐναλλὰξ τῆς μουσικῆς τῶν ὀρφανῶν Χατζηκώστα, καὶ θόρυβος καὶ πλῆθος καὶ κόσμος εἰς τὸ σκιόφως πολύς, τότε ὁ Γιαμπής, ὁ ἐπίτροπος, προέτρεχεν νὰ φθάση εἰς τὴν οἰκίαν του, διὰ νὰ φορέσῃ τὸν μεταξωτὸν κεντητόν του σκοῦφον, καὶ κρατῶν τὸ ἠλέκτρινον κομβολόγιόν του νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν ἐξώστην μὲ τὴ ματαιουμένην ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτους ἐλπίδα, ὅτι οἱ ἱερεῖς θὰ ἀπεφάσιζον νὰ κάμουν στάσιν καὶ ν᾿ ἀναπέμψουν δέησιν ὑπὸ τὸν ἐξώστην του, τότε καὶ ἡ πτωχὴ αὐτή, Χρηστίνα ἡ Δασκάλα (ὅπως τὴν ἔλεγαν ἕναν καιρὸν εἰς τὴν γειτονιάν), εἰς τὸ μικρὸν παράθυρον τῆς οἰκίας της, μισοκρυμμένη ὄπισθεν τοῦ παραθυροφύλλου, ἐκράτει τὴν λαμπαδίτσαν της, μὲ τὸ φῶς ἴσα μὲ τὴν παλάμην της, κι ἔρριπτεν ἄφθονον μοσχολίβανον εἰς τὸ πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν τὸ μύρον εἰς Ἐκεῖνον, ὅστις ἐδέχθη ποτὲ τὰ ἀρώματα καὶ τὰ δάκρυα τῆς ἁμαρτωλοῦ, καὶ μὴ τολμώσα ἐγγύτερον νὰ προσέλθη καὶ ἀσπασθῆ τοὺς ἀχράντους καὶ ἡλοτρήτους καὶ αἱμοσταγεῖς πόδας Του.
Καὶ τὴν Κυριακὴν τὸ πρωί, βαθιὰ τὰ μεσάνυκτα, ἵστατο πάλιν μισοκρυμμένη εἰς τὸ παράθυρον, κρατοῦσα τὴν ἀνωφελῆ καὶ ἀλειτούργητην λαμπάδα της, καὶ ἤκουε τὰς φωνᾶς τῆς χαρᾶς καὶ τοὺς κρότους κι ἔβλεπε κι ἐζήλευε μακρόθεν ἐκείνας, ὅπου ἐπέστρεφαν τρέχουσαι, φροὺ φρού, ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, φέρουσαι τὰς λαμπάδας των λειτουργημένας, ἀναμμένας, ἕως τὸ σπίτι, εὐτυχεῖς, καὶ μέλλουσαι νὰ διατηρήσωσι δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον τὸ ἅγιον φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Καὶ αὐτὴ ἔκλαιε κι ἐμοιρολογοῦσε τὴ φθαρεῖσαν νεότητά της.
Μόνον τὸ ἀπόγευμα τῆς Λαμπρῆς, ὅταν ἐσήμαινον οἱ κώδωνες τῶν ναῶν διὰ τὴν Ἀγάπην, τὴ Δευτέραν Ἀνάστασιν καλούμενην, μόνον τότε ἐτόλμα νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν οἰκίαν, ἀθορύβως καὶ ἐλαφρὰ πατοῦσα, τρέχουσα τὸν τοῖχον – τοῖχον, κολλώσα ἀπὸ τοῖχον εἰς τοῖχον, μὲ σχῆμα καὶ μὲ τρόπον τοιοῦτον ὡς νὰ ἔμελλε νὰ εἰσέλθῃ διά τι θέλημα εἰς τὴν αὐλὴν καμμιᾶς γειτονίσσης. Καὶ ἀπὸ τοῖχον εἰς τοῖχον ἔφθανεν εἰς τὴ βόρειον πλευρὰν τοῦ ναοῦ, καὶ διὰ τῆς μικρᾶς πλαγινῆς θύρας, κρυφὰ καὶ κλεφτὰ ἔμβαινε μέσα.
Εἰς τὰς Ἀθήνας, ὡς γνωστόν, ἡ πρώτη Ἀνάστασης εἶναι γιὰ τὲς κυράδες, ἡ δευτέρα γιὰ τὲς δοῦλες. Ἡ Χρηστίνα ἡ Δασκάλα ἐφοβεῖτο τὰς νύκτας νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, μήπως τὴν κοιτάξουν, καὶ δὲν ἐφοβεῖτο τὴν ἡμέραν νὰ μὴ τὴν ἰδοῦν. Διότι οἱ κυράδες τὴν ἐκοίταζαν, οἱ δοῦλες τὴν ἔβλεπαν ἁπλῶς. Εἰς τοῦτο δὲ ἀνεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δὲν ἤθελε ἢ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰς κυρίας, καὶ ὑπεβιβάζετο εἰς τὴν τάξιν τῶν ὑπηρετριῶν. Αὕτη ἦτο ἡ τύχη της.
Ὡραῖον καὶ πολὺ ζωντανόν, καὶ γραφικὸν καὶ παρδαλόν, ἦτο τὸ θέαμα. Οἱ πολυέλαιοι ὁλόφωτοι ἀναμμένοι, αἱ ἅγιαι εἰκόνες στίλβουσαι, οἱ ψάλται ἀναμέλποντες τὰ Πασχάλια, οἱ παπάδες ἱστάμενοι μὲ τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν ἐπὶ τῶν στέρνων, τελοῦντες τὸν Ἀσπασμόν.
Οἱ δοῦλες μὲ τὰς κορδέλας των καὶ μὲ τὰς λευκὰς ποδιὰς των, ἐμοίραζαν βλέμματα δεξιὰ κι ἀριστερά, καὶ ἐφλυάρουν πρὸς ἀλλήλας χωρὶς νὰ προσέχουν εἰς τὴν ἱερὰν ἀκολουθίαν. Οἱ παραμάννες ὡδήγουν ἀπὸ τὴν χεῖρα τριετῆ καὶ πενταετῆ παιδία καὶ κοράσια, τὰ ὁποῖα ἐκράτουν τὰς χρωματιστὰς λαμπάδας των, κι ἔκαιον τὰ χρυσόχαρτα, μὲ τὰ ὁποῖα ἦσαν στολισμέναι, κι ἔπαιζαν κι ἐμάλωναν μεταξύ των, κι ἐζητοῦσαν νὰ καύσουν ὄπισθεν τὰ μαλλιὰ τοῦ πρὸ αὐτῶν ἱσταμένου παιδίου. Οἱ λοῦστροι ἔρριπτον πυροκρόταλα εἰς πολλὰ ἄγνωστα μέρη, ἐντὸς τοῦ ναοῦ καὶ κατετρόμαζον τὶς δοῦλες. Ὁ μοναδικὸς ἀστυφύλαξ τοὺς ἐκυνηγοῦσεν, ἀλλ᾿ αὐτοὶ ἔφευγον ἀπὸ τὴν μίαν πλαγινὴν θύραν κι εὐθὺς ἐπανήρχοντο διὰ τῆς ἄλλης. Οἱ ἐπίτροποι ἐγύριζον τοὺς δίσκους, κι ἔρραινον μὲ ἀνθόνερον τὲς παραμάννες.
Δυὸ ἢ τρεῖς νεαραὶ μητέρες τῆς κατωτέρας τάξεως τοῦ λαοῦ, ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ παραμάννες ἐκρατοῦσαν πεντάμηνα καὶ ἑπτάμηνα βρέφη εἰς τὰ ἀγκάλας. Τὰ μικρὰ ἤνοιγον τεθηπότα τοὺς γλυκεῖς ὀφθαλμούς των, βλέποντα ἀπλήστως τὸ φῶς τῶν λαμπάδων, τῶν πολυελαίων καὶ μανουαλίων, τοὺς κύκλους καὶ τὰ νέφη τοῦ ἀνερχομένου καπνοῦ τοῦ θυμιάματος, καὶ τὸ κόκκινον καὶ πράσινον φῶς, τὸ διὰ τῶν ὑάλων τοῦ ναοῦ εἰσερχόμενον, τὸ ἀνεμίζον ράσον τοῦ ἐκκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος, μέσα – ἔξω εἰς διάφορα θελήματα, τὰ γένεια τῶν παπάδων, σειόμενα εἰς πᾶσαν κλίσιν τῆς κεφαλῆς, εἰς πᾶσαν κίνησιν τῶν χειλέων, διὰ νὰ ἐπαναλάβουν εἰς ὅλους τὸ Χριστὸς ἀνέστη. Βλέποντα καὶ θαυμάζοντα ὅλα ὅσα ἔβλεπον, τὰ στίλβοντα κομβία καὶ τὰ στριμμένα μουστάκια τοῦ ἀστυφύλακος, τοὺς λευκοὺς κεφαλοδέσμους τῶν γυναικῶν, καὶ τοὺς στοίχους τῶν ἄλλων παιδίων, ὅσα ἦσαν ἀραδιασμένα ἐγγὺς καὶ πόρρω, παίζοντα μὲ τοὺς βοστρύχους τῆς κόμης τῶν βασταζουσῶν, καὶ ψελλίζοντα ἀνάρθρους ἀγγελικοὺς φθόγγους.
Δυὸ ὀκτάμηνα βρέφη εἰς τὰς ἀγκάλας δυὸ νεαρῶν μητέρων, αἵτινες ἵσταντο ὦμον μὲ ὦμον πλησίον μιᾶς κολώνας, μόλις εἶδαν τὸ ἓν τὸ ἄλλο, καὶ πάραυτα ἐγνωρίσθησαν καὶ συνῆψαν σχέσεις, καὶ τὸ ἓν, ὡραῖον καὶ καλὸν καὶ εὔθυμον, ἔτεινε τὴ μικρὰν ἁπαλὴν χεῖρα του πρὸς τὸ ἄλλο, καὶ τὸ εἶλκε πρὸς ἑαυτό, καὶ ἐψέλλιζεν ἀκαταλήπτους οὐρανίους φθόγγους.
Ἀλλ᾿ ἡ φωνὴ τοῦ βρέφους ἦτο λιγεία, καὶ ἠκούσθη εὐκρινῶς ἐκεῖ γύρω, καὶ ὁ Γιαμπής, ὁ ἐπίτροπος, δὲν ἠγάπα ν᾿ ἀκούῃ θορύβους. Εἰς ὅλας τὰς νυκτερινὰς ἀκολουθίας τῶν Παθῶν, πολλάκις εἶχε περιέλθει τὰς πυκνὰς τῶν γυναικῶν τάξεις, διὰ νὰ ἐπιπλήττῃ πτωχὴν τίνα μητέρα τοῦ λαοῦ, διότι εἶχε κλαυθμυρίσει τὸ τεκνίον της. Ὁ ἴδιος ἔτρεξε καὶ τώρα, νὰ ἐπιτιμήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν πτωχὴν μητέρα, διὰ τοὺς ἀκάκους ψελλισμοὺς τοῦ βρέφους της.
Τότε ἡ Χρηστίνα ἡ Δασκάλα ἥτις ἵστατο ὀλίγον παρέκει, ὀπίσω ἀπὸ τὸν τελευταῖον κίονα, κολλητὰ μὲ τὸν τοῖχον, σύρριζα εἰς τὴν γωνίαν, ἐσκέφθη ἀκουσίως της – καὶ τὸ ἐσκέψθη ὄχι ὡς δασκάλα, ἀλλ᾿ ὡς ἀμαθὴς καὶ ἀνόητος γυνὴ ὁποὺ ἦτον – ὅτι, καθώς, αὐτὴ ἐνόμιζε, κανείς, ἂς εἶναι καὶ ἐπίτροπος ναοῦ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιπλήξῃ πτωχὴν νεαρὰν μητέρα, διὰ τοὺς κλαυθμυρισμοὺς τοῦ βρέφους της, καθὼς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὴν ἀποκλείσῃ τοῦ ναοῦ, διότι ἔχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινῶς δὲν μεταδίδουν τὴ θείαν κοινωνίαν εἰς νήπια κλαίοντα; Καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀποκλείσουν τῆς θείας μεταλήψεως, διότι κλαίουν; Ἕως πότε ὅλη ἡ αὐστηρότης τῶν «ἁρμοδίων» θὰ διεκδικῆται καὶ θὰ ξεθυμαίνῃ μόνον εἰς βάρος τῶν πτωχῶν καὶ τῶν ταπεινῶν;
Ἐκ τοῦ μικροῦ τούτου περιστατικοῦ ἔλαβεν ἀφορμὴν ἡ Χρηστίνα νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι πρὸ χρόνων, μίαν νύκτα, κατὰ τὴν ὕψωσιν τοῦ Σταυροῦ, ὅταν ἐπῆγε νὰ ἐκκλησιασθῇ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, παρὰ τὴν Πύλην τῆς Ἀγορᾶς, ἐνῷ ὁ ἀναγνώστης ἔλεγε τὸν Ἀπόστολον, ὅταν ἀπήγγειλε τὰς λέξεις «τὰ μωρά του κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός», αἴφνης, κατὰ θαυμασίαν σύμπτωσιν, ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην ἓν βρέφος ἤρχιζε νὰ ψελλίζῃ μεγαλοφώνως, ἀμιλλώμενον πρὸς τὴν φωνὴν τοῦ ἀναγνώστου. Καὶ ὁποίαν γλυκύτητα εἶχε τὸ παιδικὸν ἐκεῖνο κελάδημα! Τόσον ὡραῖον πρέπει νὰ ἦτο τὸ Ὡσαννά, τὸ ὁποῖον ἔψαλλον τὸ πάλαι οἱ παῖδες τῶν Ἑβραίων πρὸς τὸν ἐρχόμενον Λυτρωτήν. «Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων καταρτίσω αἶνον, ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν σου, τοῦ καταλύσαι ἐχθρὸν καὶ ἐκδικητήν».
Τοιαῦτα ἀνελογίζετο ἡ Χρηστίνα, σκεπτόμενη, ὅτι καμμία μήτηρ δὲ θὰ ἦτο τόσον ἀφιλότιμος, ὥστε νὰ μὴ στενοχωρῆται, καὶ νὰ μὴ σπεύδῃ νὰ κατασιγάσῃ τὸ βρέφος της, καὶ νὰ μὴ παρακαλῇ ν᾿ ἀνοιχθῇ πλησίον της εἰς τὸν τοῖχον διὰ θαύματος θύρα, διὰ νὰ ἐξέλθῃ τὸ ταχύτερον. Περιτταὶ δὲ ἦσαν αἱ νουθεσίαι τοῦ ἐπιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, καὶ ἀφοῦ πρὸς βρέφος θηλάζον ὅλα τὰ συνήθη μέσα τῆς πειθοῦς εἶναι ἀνίσχυρα, μόνη δὲ ἡ μήτηρ εἶναι κάτοχος ἄλλων μέσων πειθοῦς, τὴ χρῆσιν τῶν ὁποίων περιττὸν νὰ ἔλθῃ τρίτος τις διὰ νὰ τῆς τὴν ὑπενθυμίσῃ. Κι ἔπειτα λέγουν ὅτι οἱ ἄνδρες ἔχουν περισσότερον μυαλὸ ἀπὸ τὰς γυναῖκας!
Οὕτω ἐφρόνει ἡ Χρηστίνα. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπῃ; Αὐτῆς δὲν τῆς ἔπεφτε λόγος. Αὐτὴ ἦτον ἡ Χρηστίνα ἡ Δασκάλα, ὅπως τὴν ἔλεγαν ἕναν καιρόν. Παιδία δὲν εἶχε, διὰ νὰ φοβῆται τὰς ἐπιπλήξεις τοῦ ἐπιτρόπου. Τὰ παιδία της τὰ εἶχε θάψει, χωρὶς νὰ τὰ ἔχῃ γεννήσει. Καὶ ὁ ἀνὴρ τὸν ὁποῖον εἶχε, δὲν ἦτο σύζυγός της.
Ἦσαν ἀνδρόγυνον χωρὶς στεφάνι.
Χωρὶς στεφάνι! Ὁπόσα τοιαῦτα παραδείγματα!
Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ἐλλείψει ὅμως ἄλλης προνοίας, χριστιανικῆς καὶ ἠθικῆς, διὰ νὰ εἶναι τουλάχιστον συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ λογικοί, νὰ ψηφίσωσι τὸν πολιτικὸν γάμον.
Ἀπὸ τὸν καιρὸν ὁποὺ εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ τὰς συστάσεις τῶν κομματαρχῶν διὰ νὰ διορίζεται δασκάλα, εἷς τῶν κομματαρχῶν τούτων, ὁ Παναγῆς ὁ Ντεληκανάτας, ὁ ταβερνιάρης, τὴν εἶχεν ἐκμεταλλευθῆ. Ἅμα ἤλλαξε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ δὲν ἴσχυε πλέον νὰ τὴ διορίσῃ, τῆς εἶπεν:
- Ἔλα νὰ ζήσουμε μαζύ, καὶ ἀργότερα θὰ σὲ στεφανωθῶ.
- Πότε;
- Μετ᾿ ὀλίγους μῆνας, μετὰ ἓν ἑξάμηνον, μετὰ ἕνα χρόνον.
Ἔκτοτε παρῆλθον χρόνοι καὶ χρόνοι, κι ἐκεῖνος ἀκόμα εἶχε μαῦρα τὰ μαλλιὰ κι αὐτὴ εἶχεν ἀσπρίσει. Καὶ δὲν τὴν ἐστεφανώθη ποτέ.
Αὐτὴ δὲν ἐγέννησε τέκνον. Ἐκεῖνος εἶχε καὶ ἄλλας ἐρωμένας. Κι ἐγέννα τέκνα μὲ αὐτάς.
Ἡ ταλαίπωρος αὐτή, μανθάνουσα, ἐπιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, ὑπομένουσα, ἐγκαρτεροῦσα ἔπαιρνε τὰ νόθα τοῦ ἀστεφανώτου ἀνδρός της εἰς τὸ σπίτι, τὰ ἐθέρμενεν εἰς τὴν ἀγκαλιάν της, ἀνέπτυσσε μητρικὴν στοργήν, τὰ ἐπονοῦσε. Καὶ τὰ ἀνέσταινε, κι ἐπάσχιζε νὰ τὰ μεγαλώση. Καὶ ὅταν ἐγίνοντο δυὸ ἢ τριῶν ἐτῶν, καὶ τὰ εἶχε πονέσει πλέον ὡς τέκνα της, τότε ἤρχετο ὁ Χάρος, συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν ὀστρακιάν, τὴν εὐλογιὰν καὶ ἄλλας δυσμόρφους συντρόφους, καὶ τῆς τὰ ἔπαιρνεν ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά της.
Τρία ἢ τέσσερα παιδία τῆς εἶχαν ἀποθάνει οὕτω ἐντὸς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐτῶν. Κι αὐτὴ ἐπικραίνετο. Ἐγήρασκε καὶ ἄσπριζε. Κι ἔκλαιε τὰ νόθα του ἀνδρός της, ὡς νὰ ἦσαν γνήσια ἰδικά της. Κι ἐκεῖνα τὰ πτωχά, τὰ μακάρια, περιίπταντο εἰς τ᾿ ἄνθη τοῦ παραδείσου ἐν συντροφίᾳ μὲ τ᾿ ἀγγελούδια τὰ ἐγχώρια ἐκεῖ. Ἐκεῖνος οὐδὲ λόγον τῆς ἔκαμνε πλέον περὶ στεφανώματος. Κι αὐτὴ δὲν ἔλεγε πλέον τίποτε. Ὑπέφερεν ἐν σιωπῇ.
Κι ἔπλυνε κι ἐσυγύριζεν ὅλον τὸν χρόνον. Τὴ Μεγάλην Πέμπτην ἔβαπτε τ᾿ αὐγὰ τὰ κόκκινα. Καὶ τὰς καλὰς ἡμέρας δὲν εἶχε τόλμης πρόσωπον νὰ ὑπάγῃ κι αὐτὴ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
Μόνον τὸ ἀπόγευμα τοῦ Πάσχα, εἰς τὴν ἀκολουθίαν τῆς Ἀγάπης, κρυφὰ καὶ δειλὰ εἰσῆρπεν εἰς τὸν ναόν, διὰ ν᾿ ἀκούση τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα» μαζὺ μὲ τὲς δοῦλες καὶ τὲς παραμάννες.
Ἀλλ᾿ Ἐκεῖνος, ὄτις ἀνέστη «ἕνεκα ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων», ὅστις ἐδέχθη τῆς ἁμαρτωλῆς τὰ μύρα καὶ τὰ δάκρυα, καὶ τοῦ λῃστοῦ τὸ Μνήσθητί μου, θὰ δεχθῆ καὶ αὐτῆς τῆς πτωχῆς τὴν μετάνοιαν, καὶ θὰ τῆς δώση χῶρον καὶ τόπον χλοερόν, καὶ ἄνεσιν καὶ ἀναψυχὴν εἰς τὴ βασιλείαν Του τὴν αἰωνίαν.

(1896)

Δημοσιεύθηκε στο Παπαδιαμάντης- Πασχαλινό διήγ | Leave a Comment »

Μεγάλη Παρασκευή: Παγκόσμια ημέρα αποξένωσης

Δημοσιεύθηκε από hamomilaki στο 2008-04-24

Και πάλιν είπε διψώ

Πλάστηκε ο άνθρωπος για τον Παράδεισο.

Η κορωνίδα της δημιουργίας είχε την ευκαιρία να κυβερνά, να τακτοποιεί και να απολαμβάνει τη Δημιουργία.

Από τη στιγμή που ελεύθερα αποφάσισε για το δικό του θέλω, έχασε τον εαυτό του και απομακρύνθηκε από την Κοινωνία της Αγάπης.

Αυτό το ΘΕΛΩ, το αποφάσισε με πλήρη συνείδηση, με ελεύθερη βούληση.

Θέλω εγώ, είπε ο υπερφίαλος άνθρωπος, διψασμένος για πλούτη και δόξα.

Προέταξε το ΕΓΩ του. Ο εγωισμός, η άρνηση της αγάπης, κυριάρχησε.

Άρχισε να αποθηκεύει τα υπάρχοντά του, έπεσε στην πλεονεξία.

Συσσώρευσε τα αγαθά του και έχασε τον εαυτό του.

Τον εαυτό του και τον συνάνθρωπο.

Αμάρτησε, αστόχησε, έγινε ξένος.

Κλεισμένος στο αποξενωμένο ΕΓΩ του, ζει στη δική του κόλαση, την Κόλαση της ΜΟΝΑΞΙΑΣ του.


Και ήρθε Εκείνος.

Ήπλωσεν τας παλάμας και ΗΝΩΣΕΝ τα διεστώτα.

Άνοιξε πάλιν, μπροστά στον αποξενωμένο άνθρωπο την ευθείαν ΟΔΟΝ της Κοινωνίας της Αγάπης.

Ο δρόμος της Αγάπης, της προσφοράς, είναι ο δρόμος που από την Κόλαση της αποξένωσης οδηγεί στον Παράδεισο της Κοινωνίας, της επικοινωνίας.

Ο δρόμος πλέον είναι ανοιχτός για όλους τους ανθρώπους, αρκεί να το θελήσουν.

Δημοσιεύθηκε στο Αποξένωση | 2 σχόλια »